Θα μπορούσα να περιγράψω την βραδιά πολύ συνοπτικά. Η συναυλία αυτή ήταν η πρώτη παρουσίαση του νέου έργου μιας επίσης νέας συνθέτιδας το οποίο είναι εμπνευσμένο και αφιερωμένο σε έναν αστροφυσικό τον οποίο γνώρισε σε ένα ανάλογο συνέδριο, τον Ιταλό Λουΐτζι Τζάνζι. Ο Τζάνζι πέθανε το ΄15 σε ηλικία εβδομήντα έξι ετών και για αυτό είχαν προσκληθεί στη συναυλία μέλη της οικογενείας του. Η σύζυγος του μάλιστα την προλόγισε με μια σύντομη ομιλία την οποία ακολούθησε μία ακόμα, του  ερευνητή στο Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών Απόστολου Ν. Σταβέλα.

 

 

Θα μπορούσα όμως να την περιγράψω και ακόμα συνοπτικότερα. Να πω μόνο ότι η Άννα Στερεοπούλου είναι μια δημιουργός που διαφέρει από τους υπόλοιπους και τις υπόλοιπες και για αυτό κάθε έργο της είναι διαφορετικό, ξεχωριστό, ακόμα και μοναδικό. Αυτό όμως, για να τεκμηριωθεί, αναγκαστικά χρήζει κάποιας αναλυτικής επεξήγησης.

 

Το «SYN» ξεκίνησε με κάποιους ατμοσφαιρικούς ηλεκτρονικούς ήχους τους οποίους διέσπασε ο ήχος του φλάουτου. Αυτό έπαιζε ένα θέμα που σαφέστατα παρέπεμπε στην μουσική παράδοση της χώρας μας όχι όμως τόσο στην περισσότερο ή λιγότερο πρόσφατη αλλά στην πανάρχαια, ανακαλώντας ακόμα και μνήμες από το ηχόχρωμα του αυλού του Πανός. Εκτελέστρια του η Βουλγάρα Ράλιτσα Ιβάνοβα, μια εξαίρετη σολίστ με κλασικές σπουδές στην χώρα της αλλά και στην Αγγλία η οποία όμως έχει διευρύνει κατά πολύ το μουσικό της πεδίο καθώς ασχολείται επίσης με την τραγουδοποιία αλλά επιπλέον – έχοντας επίσης κάνει ειδικές σπουδές – και με την ψυχοδυναμική μουσική θεραπεία. Η Ιβάνοβα συνεισέφερε επίσης και φωνητικά – κυρίως με την μορφή απαγγελιών – ενώ υπεύθυνη για όλα τα υπόλοιπα, το πιάνο, το synthesizer και τον χειρισμό των ηλεκτρονικών ήταν η ίδια η Άννα Στερεοπούλου.   

 

Την ελληνικότατη αυτή εισαγωγή διαδέχθηκαν πάρα πολλές αλλαγές καθώς το – διάρκειας περίπου μιας ώρας – έργο υφίσταται συνεχείς «μεταμορφώσεις». Πέρασε από μπαρόκ μέρη σε άλλα που έφερναν στο νου τον ιμπρεσιονισμό του Ντεμπισί αλλά και την ομορφιά της λιτότητας του Σατί – με ανάλογα μεγαλύτερη ή μικρότερη συνδρομή του φλάουτου – πριν συνεχίσει με σκοτεινές ή και υποβλητικές ambient ατμόσφαιρες, σύντομα μελωδικά ηλεκτρονικά θέματα τα οποίων ο «ζεστός» ήχος των αναλογικών synthesizers  θύμιζε Tangerine Dream και τον ημέτερο Βαγγέλη Παπαθανασίου αλλά η ρυθμολογία τους την πρώτη περίοδο («Oxygene») του Jean Michel Jarre. Εξελίχθηκε με ακόμα περισσότερη ποικιλία, jazz περάσματα, νεοκλασικό μινιμαλισμό, πειραματικά ατονικά μέρη διανθισμένα με αρκετά field recordings, ανάμεσα τους, αν διέκρινα καλά, ακόμα και ένα απόσπασμα από ένα τελετουργικό τραγούδι και χορό (!) κάποιας αφρικανικής φυλής, στιγμές που θύμιζαν την «ναϊφ» ή και παγανιστική ενορχηστρωτική άποψη του Terry Riley πριν καταλήξει σε μια εν μέρει επιστροφή στο αρχικό θέμα και την αποχώρηση από την σκηνή της Ιβάνοβα και έρθει το φινάλε με την μορφή ενός μακροσκελούς, λυρικότατου μα και λίαν απαιτητικού εκτελεστικά πιανιστικού θέματος.

 

Όλα αυτά τα στοιχεία δείχνουν σε πρώτο επίπεδο εξαιρετικά ετερόκλητα και για οποιονδήποτε άλλον πιθανότατα θα ήταν έτσι. Οχι όμως για την Α. Στερεοπούλου και αυτό είναι το πρώτο και ίσως σημαντικότερο δημιουργικό της χάρισμα. Οπως ακριβώς έλεγε και ο τίτλος του έργου της η Στερεοπούλου συνθέτει, όχι απλά μουσική αλλά στην κυριολεξία. Δεν προσθέτει απλά όλα αυτά τα στοιχεία το ένα στο άλλο αλλά τα συνθέτει μεταξύ τους για να φτάσει σε ένα όλον, ένα απολύτως ομοιογενές σύνολο το οποίο όμως αποτελείται από τόσο ετερογενή μέλη.

 

Κάθε νότα, κάθε ήχος, κάθε συχνότητα της μουσικής της έχουν την δική τους διακριτή ταυτότητα αλλά ταυτόχρονα ενώνονται μεταξύ τους με ένα αόρατο νήμα, συναποτελούν ένα αρραγές όλον. Η μέθοδος με την οποία το καταφέρνει αυτό είναι να – είναι αδύνατον να αποφύγω το λογοπαίγνιο με το επώνυμο της, άλλωστε το χρησιμοποιεί και η ίδια – «στερεοποιεί» τον ήχο και ταυτόχρονα να δίνει «χωρική» διάσταση στον χρόνο, υπό μιαν έννοια να τον χωροτακτεί. Το περιβάλλον μέσα στο οποίο υφίσταται η μουσική της δεν είναι τοπικό αλλά ο χρόνος. Τα έργα της δεν είναι αφηγήσεις που εξελίσσονται στην πορεία του όπως συμβαίνει με την συντριπτική πλειοψηφία των συνθετών. Αντίθετα αφηγούνται την ίδια την Ιστορία του χρόνου, όσο παράδοξο και αν φαίνεται αυτό. Για αυτό και εντέλει η μουσική της ανατρέπει τον ορισμό και την λειτουργία της ambient. Δεν γίνεται τμήμα του χώρου όπως επιδιώκει η ambient αλλά η ίδια χώρος, αποκτώντας σχεδόν «υλικές» διαστάσεις.

 

Για να επιτύχει κανείς σε ένα τόσο δύσκολο διακύβευμα πρέπει να διαθέτει κάτι πάρα πολύ σπάνιο, έναν εξολοκλήρου δικό του μουσικό κόσμο. Με βάση της ένα ισχυρότατο φιλοσοφικό υπόβαθρο αλλά και το ενδιαφέρον της για πλείστα επιστημονικά πεδία η Στερεοπούλου έχει κατορθώσει να τον κατακτήσει. Δεν είναι απλά πρωτοπόρος αλλά καινοτομεί αληθινά και επί της ουσίας και η αιτία για αυτό είναι ότι ως μόνα όρια βλέπει εκείνα που θέτει η ίδια στον εαυτό της. Αυτό πιθανότατα σημαίνει ότι δεν θα υπάρξει κανείς για να συνεχίσει αυτό που κάνει αλλά δεν πειράζει. Πιστεύω ότι είναι μικρό τίμημα για  να είναι ένας δημιουργός πραγματικά μοναδικός.

 

Ενα άλλο μεγάλο χάρισμα της δημιουργού τέλος είναι ότι τα έργα της, αντίθετα με των περισσοτέρων άλλων πρωτοποριακών ή, ακόμα περισσότερο, avant garde, προσφέρουν όχι μόνον αισθητική αλλά ακόμα και ψυχική τέρψη. Η αιτία για αυτό πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στο ότι αν και είναι τόσο σύνθετα και πρωτότυπα έχουν και κάτι ακαθόριστα οικείο. Οπως πολύ σωστά το έθεσε για το «SYN» ο Απόστολος. Σταβέλας δεν είναι τόσο ταξίδι όσο μια επιστροφή. Μια επιστροφή στην ουσία, εκεί που ξεκινούν όλα, στην ανθρώπινη σκέψη και την απεριόριστη δύναμη της. Μήπως όμως ταυτόχρονα και στην ουσία και την απαρχή της ίδιας της ύπαρξης;

 

Οπως και αν έχει κάθε επιστροφή έχει κάτι γνώριμο, κάτι μας θυμίζει και αυτό ισχύει και για εκείνη της Στερεοπούλου στο «SYN». Οπως ακριβώς το άγνωστο που θα έρθει μετά, όταν επέλθει το τέλος της ύπαρξης μπορεί ίσως να μας τρομάζει αλλά, κάπου στο βάθος, κάπως μας είναι οικείο. Το ίδιο οικείο μήπως με το πριν, όταν θεωρητικά δεν υπήρχε ύπαρξη, δεν υπήρχε τίποτα; Το ερώτημα μένει ανοιχτό και μάλλον θα μείνει για πάντα. Η Άννα Στερεοπούλου όπως όλοι μας δεν μπορεί να δώσει την απάντηση αλλά δεν φοβάται να το θέσει. Και αυτό σίγουρα σημαίνει πάρα πολλά...

 

Οπως σίγουρα σημαίνει πολλά και το ότι μετά το τέλος της συναυλίας ευχαρίστησε το κοινό σχεδόν συγκινημένη για το ότι ήμασταν παρόντες σε μια πολύ σημαντική ημέρα της ζωής της, «μια ημέρα που νιώθω ότι αρχίζει για εμένα μια νέα περίοδος, καλύτερη, φωτεινή και δημιουργική». Γιατί όταν το έργο ενός δημιουργού έχει τόσο θετική επίδραση στον ίδιο είναι αδύνατον να μην έχει, έστω σε ‘ένα βαθμό, ανάλογη και σε όλους τους αποδέκτες του. Η μουσική της Άννας Στερεοπούλου φτάνει στα υψηλότερα δυνατά σημεία της φιλοσοφικής διανόησης παραμένοντας στέρεη όσο και η γη επάνω στην οποία βρισκόμαστε όλοι, όσο απίστευτη και αν μπορεί να φαίνεται αυτή η αντίφαση.