Θα ξεκινήσω... ανάποδα από ό,τι είθισται. Το ARTéfacts Ensemble είναι ένα από τα καλύτερα ορχηστρικά σύνολα (το να τους αποκαλέσεις «μουσικής δωματίου» θα τους αδικούσε και επιπλέον θα ήταν πολύ περιοριστικό για αυτούς) που διαθέτουμε αυτή τη στιγμή και ένα από τα ελάχιστα που όχι μόνο ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά αλλά και κατέχουν σε τέτοιο βαθμό τα πιο σύγχρονα ή και πρωτοποριακά μουσικά ρεύματα. Το έχω διαπιστώσει τις αρκετές φορές που τους έχω παρακολουθήσει και αυτή δεν ήταν φυσικά εξαίρεση.

 

 

Όμως, αυτοί οι θαυμάσιοι εκτελεστές, όπως και οποιοιδήποτε άλλοι, δεσμεύονται φυσικά από τα όρια που τους θέτει το εκάστοτε υλικό τους. Ακόμα περισσότερο μάλιστα στην περίπτωση τους καθώς πολύ σπάνια παίζουν γνωστά έργα, αντίθετα συνήθως είναι καινούρια, σε πρώτη εκτέλεση και συχνά γραμμένα ειδικά για αυτούς όπως συνέβαινε και σε αυτή την περίσταση.

 

Είναι όμως επίσης μια από τις φορές που δεν θα κρίνω τους συμμετέχοντες συνθέτες μόνον από τα έργα τους ή μάλλον λιγότερο από τα ίδια όσο από τις συνθήκες υπό τις οποίες έπρεπε να τα γράψουν καθώς το συγκεκριμένο project αποτελούσε μιαν ανάθεση – τόσο στους ίδιους όσο και στους ARTéfacts Ensemble – εκ μέρους της Στέγης και όχι πρωτογενή δημιουργία. Σε κάθε τέτοια περίπτωση όχι μόνο το ποια είναι αλλά κυρίως το πως και με ποιους «κανόνες» γίνεται η ανάθεση καθορίζει το αποτέλεσμα πολύ περισσότερο από την έμπνευση, την φαντασία, ακόμα και το μέγεθος του ταλέντου του συνθέτη.  

 

Το εγγενές πρόβλημα της συγκεκριμένης ανάθεσης ήταν ότι βασιζόταν σε κάτι πολύ ασαφές από τη φύση του και αυτή την ασάφεια του την επέβαλλε και στα έργα που προέκυψαν. To «Dourgouti Island Hotel», πρώτο μέρος του UrbanDig Project της ομάδας Οχι Παίζουμε το οποίο – όπως φαίνεται και από το όνομα του – ήταν αφιερωμένο στο Δουργούτι, το παλαιό όνομα της περιοχής που σήμερα είναι γνωστή ως Νέος Κόσμος, ξεκίνησε ως θεατρική δράση in situ και in progress, μετεξελίχθηκε σε κοινωνιολογική, ανθρωπογεωγραφική, ακόμα και χωροταξική έρευνα στο παρελθόν αλλά και το παρόν του Νέου Κόσμου και επέστρεψε πάλι σε προσχέδιο θεατρικού δρώμενου.

 

Αυτή η διαδικασία μπορεί να έχει πολύ μεγάλο επιστημονικό, ίσως και απλά εγκυκλοπαιδικό ενδιαφέρον αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι to ετερόκλητο σύνολο πληροφοριών που προέκυψε είναι εύκολο, ίσως και απλά εφικτό, να «μεταφραστεί» σε μουσική μόνον επειδή η Στέγη συμβαίνει να βρίσκεται στην ίδια περιοχή. Για να το θέσω απλούστερα, θεωρώ πολύ πιθανό ότι αν ανέθεταν στους ίδιους ακριβώς συνθέτες να περιπλανηθούν στον Νέο Κόσμο και μετά να γράψουν ένα έργο με βάση την «αίσθηση» της περιοχής που εισέπραξαν αντί  για φωτογραφίες, βίντεο, γραπτά ντοκουμέντα και έναν διαδραστικό χάρτη που άλλοι και εντελώς ανεξάρτητα από τους ίδιους είχαν προετοιμάσει το αποτέλεσμα θα ήταν πολύ πιο ολοκληρωμένο, μάλλον και αρκετά ανώτερο, από αυτό που ακούσαμε στην πρώτη από τις δύο συναυλίες με τον τίτλο «Μουσική για το Νέο Κόσμο».

 

Το μερίδιο της ευθύνης όμως που ανήκει στους συνθέτες αναμφίβολα αφορά στο πως αξιοποίησαν το ARTéfacts Ensemble. Γιατί όταν, καλώς ή κακώς, πρέπει να χρησιμοποιήσεις ένα σύνολο κορυφαίων εκτελεστών (σαξόφωνο, κλαρινέτο, βιολί, βιόλα, δύο εκτελεστές κρουστών σε αυτή την περίπτωση συν πιάνο και τα ηλεκτρονικά του Αλέξανδρου Δρυμωνίτη σε κάποια έργα και φυσικά οι παρεμβάσεις με βίντεο σε αληθινό χρόνο του σκηνοθέτη και μόνιμου μέλους του A. E. Λουίζου Ασλανιδη) που μάλιστα είναι ακόμα υψηλότερου επιπέδου από το άθροισμα των μερών του (!) οφείλεις τουλάχιστον να γνωρίζεις τι θέλεις να κάνεις με αυτό. Αν δεν ξέρεις και δεν γνωρίζεις πως να το αξιοποιήσεις είναι προτιμότερο να ζητήσεις ένα άλλο, ακόμα και διαφορετικής φύσης, εκφραστικό όχημα ή ακόμα και να μην αποδεχτείς την ανάθεση. Και φοβάμαι ότι τα περισσότερα από τα πέντε έργα ανήκουν δυστυχώς στην προαναφερθείσα κατηγορία....

 

Επί του πρακτέου τώρα, το εναρκτήριο έργο του (εγκατεστημένου στην Πορτογαλία) Δημήτρη Ανδρικόπουλου ειναι τυπική θα έλεγα ατονική πρωτοπορία με κάποιες καλές ιδέες μεν που όμως κάπου χάνεται στον αέρα - που υπάρχει και στον τίτλο του - μην καταφέρνοντας να εντάξει οργανικά την αφήγηση στην μουσική και αδυνατώντας εντέλει να βρει την κατεύθυνση που θα ακόλουθησει. Το «Asphyxia» του Παναγιώτη Κόκορα -  που διδάσκει μουσική για υπολογιστές στο Τέξας και ασχολείται κυρίως με αυτήν - παρά τον «κλειστοφοβικό» τίτλο και ύφος του και τις κάποτε υπερβολικά «πειραγμένες» ηχητικές πήγες του καταφέρνει τουλάχιστον να κρατήσει την προσοχή χάρη στην ευρηματικότητα του και ιδίως λόγω της προβολής της παραστατικής, εικαστικής και επιπλέον σε ένα βαθμό animated παρτιτούρας του.

 

Η επίσης και εικαστικός και με μεγάλο μέρος της δουλειάς της να εστιάζει στα multimedia Εσθήρ Λέμη παρουσίασε ένα μουσικοθεατρικό μάλλον έργο με επίκεντρο πολλές άδειες μπουκάλες ανεφοδιασμού ψύκτη που δεν τις «έπαιζαν» μόνον οι δύο κανονικοί εκτελεστές κρουστών αλλά και ένας ακόμα ο οποίος  μάλιστα ήταν ένα μικρό αγόρι, κάτι που έκανε εντονότερη την διάθεση  «παιχνιδιού» του έργου. Η μουσική της όμως επίσης συνδιαλέγεται ελάχιστα με την αφήγηση και, καθώς και η θεατρική δράση είναι περιορισμένη και επαναλαμβανόμενη, το όποιο ενδιαφέρον εξανεμίζςραι μάλλον σύντομα.

Προτιμότερο πάντως αυτό από το έργο του – μονίμου κατοίκου Παρισίου εδώ και χρόνια – Νικόλα Τζώρτζη που η θεματολογία του, η παντελής έλλειψη διεξόδου, καταλήγει να ορίζει και την φύση του. Πλήρης απουσία μουσικού «προσανατολισμού» δηλαδή και ευρήματα όπως οι οροί (!) δίπλα στους εκτελεστές των κρουστών οι οποίοι έσταζαν μέσα σε τσίγκινους κουβάδες – άνευ ή μετά καπακιού – όχι μόνο δεν εξηγεί σε  τι εξυπηρετεί το έργο η ύπαρξη τους στη σκηνή αλλά ούτε καν πείθουν για την αναγκαιότητα του να βρίσκονται εκεί.

 

 

Το τελευταίο έργο ειναι το πιο ολοκληρωμένο από όλα και είχε τις προϋποθέσεις για να είναι και αυτό που θα ανταμείψει περισσότερο τον ακροατή αλλά δεν το κατορθώνει. Ο Κύπριος Γιάννης Κυριακίδης που έχει εγκατασταθεί στην Ολλανδία εδώ και πολλά χρόνια είναι ο μεγαλύτερος σε ηλικία αλλά αναμφίβολα και πλέον ώριμος συνθετικά από τους πέντε. Ενας πρωτοπόρος επί της ουσίας, με φιλοσοφικό υπόβαθρο αλλά και ευφυής και με ένα προσωπικό ύφος που συνδυάζει με πρωτοτυπία κλασικά όργανα και ηλεκτρονικά δημιουργός του οποίου την δουλειά είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε στην συναυλία του - με το σύνολο Maze που είναι συνιδρυτής του - στην Στέγη πριν τρία περίπου χρόνια.

 

 

Δεν είναι συμπτωματικό λοιπόν ότι είχε μάλλον την καλύτερη ιδέα για το concept του έργου του από όλους. Αφετηρία του είναι ο τίτλος του, δηλαδή η μουσική που έπαιζαν ερασιτεχνικά μεν αλλά και με τόσο μεράκι οι στην πλειοψηφία τους πρόσφυγες, Μικρασιάτες αλλά και Αρμένιοι, κάτοικοι του Δρουγουτίου που επίσης λίγο – πολύ όλοι τους τραγουδούσαν. Πηγή για αυτό είναι η σχετική αφήγηση ενός ηλικιωμένου κατοίκου η οποία όμως προβάλλεται ως γραπτό κείμενο ενώ αυτό που ακούγεται είναι ένα, επαναλαμβανόμενο κατά διαστήματα, πανέμορφο παλαιό τουρκικό τραγούδι που ερμηνεύει ο αφηγητής. Δυστυχώς όμως ούτε ο Γ. Κυριακίδης ήθελε ή τόλμησε να κάνει εκείνο που, κατά τη γνώμη μου, κυριολεκτικά του ζητούσε αυτό το υλικό, να ξεκινήσει δηλαδή το έργο του με βάση το προαναφερθέν τραγούδι και να το αναπτύξει δομώντας το πάνω σε αυτό. Αυτοπεριορίστηκε στο να το «σχολιάζει» ποικιλότροπα και αυτό, μαζί με την μεγάλη διάρκεια του και, παρά την έμπνευση του, το ότι δεν κατάφερνε να συνομιλεί αρκετά με  την ενδιαφέρουσα ιδέα του, το κάνουν στο τέλος μάλλον να κουράζει.

 

 

Το συνολικό αποτέλεσμα λοιπόν δεν έτερπε αισθητικά και, έστω και αν δεχθούμε ότι αυτό δεν είναι το αίτημα της μουσικής πρωτοπορίας και άρα αναμενόμενο να μη συμβεί, δεν ήταν καν τόσο ενδιαφέρον ώστε να διατηρήσει τα έργα στη μνήμη του ακροατή. Δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω ότι αυτή «η μουσική του Νέου Κόσμου», υπονομευμένη από το υπέρ του δέοντος αόριστο concept της, άφηνε την αίσθηση της avant garde ενός κόσμου που έχει παρέλθει εδώ και παραπάνω από μισόν αιώνα. Και το χειροκρότημα στο τέλος ήταν μόνο για την ευσυνείδητη ομολογουμένως προσπάθεια των συνθετών αλλά, πάνω από  όλα, για την άριστη όπως πάντα απόδοση του ARTéfacts Ensemble.