Στο πλαίσιο του κύκλου Γέφυρες που διευθύνει ο Δημήτρης Μαραγκόπουλος και σε συνεργασία με το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης πραγματοποιήθηκε αυτή η συναυλία η οποία έκανε πράξη το όνομα του συγκεκριμένου κύκλου εκδηλώσεων του Μεγάρου. Ως γνωστόν δηλαδή  το ΚΜΣΤ στεγάζει την συλλογή Κωστάκη, την μεγαλύτερη εκτός ρωσικού εδάφους με έργα της εικαστικής πρωτοπορίας της τότε ΕΣΣΔ. Με αφορμή αυτή την συλλογή λοιπόν (έργα της, οπτικά ντοκουμέντα της εποχής αλλά και κάποια που αφορούσαν τον ίδιο τον ομογενή Κωστάκη προβάλλονταν σε βίντεο καθ’ όλη την διάρκεια) διοργανώθηκε η συναυλία με έργα πέντε επίσης πρωτοπόρων Ρώσων συνθέτων της ιδίας εποχής. Την εκτέλεση τους ανέλαβε το Transcription Ensemble που αποτελείται από τρεις εξαίρετους σολίστ, τον πιανίστα Νίκο Ζαφρανά, τον βιολιστή Γιώργος Κανδυλίδη και τον βιολοντσελίστα Χρήστο Γρίμπα

 

Ο Αλεξάντρ Σκριάμπιν είναι μια πολύ σπουδαία μουσική φυσιογνωμία, ο πρώτος αληθινά μοντερνιστής της ρωσικής σχολής ο οποίος δεν πρόλαβε καν να δει την οκτωβριανή επανάσταση καθώς η ασθενική υγεία του οδήγησε δυστυχώς στον πολύ πρόωρο θάνατο του, σε ηλικία μόλις σαράντα δύο ετών το 1915. Ο λυρισμός  της γραφής του και ο πηγαίος μελωδισμός του προβάλλουν ανάγλυφα στη  σπουδή για πιάνο αριθμός 1 που ακούσαμε στην μεταγραφή του Αλεξάντρ Κρέιν για τρίο με πιάνο.

 

Πολύ ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία ο  Αρτίρ Λουριέ, φίλος και συνεργάτης του κύκλου των φουτουριστών ποιητών όπως η  Άννα Αχμάτοβα αλλά και ο κορυφαίος Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, που διαφώνησε πολύ σύντομα με το σοβιετικό καθεστώς και αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι όπου έζησε ως εμιγκρές και γνώρισε τον μέγιστο ομοεθνή του Ιγκόρ Στραβίνσκι με τον οποίο έγιναν για αρκετά χρόνια επιστήθιοι φίλοι και μάλιστα επηρεάστηκε αρκετά από αυτόν σε κάποια έργα του. Το «Σχήματα Στον Αέρα» είναι τρία θαυμάσια (πολύ χαρακτηριστικά αφιερωμένα στον Πάμπλο Πικάσο) κομμάτια για σόλο πιάνο, μικρής μεν διάρκειας αλλά υψηλότατου βαθμού δυσκολίας που όμως ο Νίκος Ζαφρανάς εκτέλεσε αψεγάδιαστα. Από τους πιο άγνωστους μεν Ρώσους συνθέτες της εποχής ο Πωλ Γιουόν αλλά υπέροχο το τρίο για πιάνο του.

 

Αντίθετα ο σπουδαίος Σεργκέι Προκόφιεφ είναι φυσικά πολύ γνωστός. Διαφώνησε και αυτός με το μπολσεβικικό καθεστώς, μετοίκισε για αρκετά χρόνια πρώτα στην Αμερική και μετά, στο Παρίσι αλλά τελικά επέστρεψε στην τότε ΕΣΣΔ λίγο πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο όπου και πέθανε. Το «Visions Fugitives» για πιάνο που ακούσαμε σε μετεγγραφή για τρίο με πιάνο αποκαλύπτει όλη την μεγαλοπρέπεια της καινοτόμας γραφής του, οι «φυγάδες των οραμάτων» του εναλλάσσουν τα αργά και μελωδικά μέρη με ορμητικά ξεσπάσματα με τα πρώτα να απηχούν τον γαλλικό ιμπρεσιονισμό και τα δεύτερα να φλερτάρουν ακόμα και με την ατονικότητα.

 

Ακολουθώντας την χρονολογική σειρά κατά την οποία έζησαν οι δημιουργοί το τελευταίο έργο ήταν και η κορύφωση της βραδιάς. Ο μέγας (και πλέον αγαπημένος μου από τους Ρώσους συνθέτες της εποχής, οφείλω να το ομολογήσω) Ντμίτρι Σοστακόβιτς ήταν μια ασυμβίβαστη και, κάτω από το ευγενικό πρόσωπο του, εκρηκτική προσωπικότητα, όχι μόνον ως συνθέτης αλλά και σαν άνθρωπος και πολίτης. Οχι μία αλλά δύο φορές έπεσε στη δυσμένεια του καθεστώτος και εντέλει έγινε μέλος του κομουνιστικού κόμματος μόλις λίγα χρόνια πριν τον θάνατο του.

 

Μπορεί να μην διατήρησε τον πειραματικό χαρακτήρα των πρώτων έργων του αλλά παρέμεινε μέχρι το τέλος ένας εικονοκλάστης εντός του τονικού συστήματος με την γραφή του να εντυπωσιάζει ακόμα και σήμερα με την ακρίβεια της και τον τρόπο που συνδυάζει τον νεωτερισμό με την αμεσότητα, την βαθιά αίσθηση της μελωδίας και μια σπάνια πραγματικά κομψότητα, τα ίδια δηλαδή χαρακτηριστικά τα οποία τον διέκριναν και ως μαέστρο. Είναι ορατά φυσικά και στο τρίο για βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο αριθμός  2, έργο πραγματικά πολύ μεγάλων απαιτήσεων (ιδιαίτερα όσον αφορά στα  δύο έγχορδα που σε ένα πολύ μεγάλο τμήμα του κινούνται εντελώς ανεξάρτητα το ένα από το άλλο) το οποίο όμως το Transcription Ensemble απέδωσε εκπληκτικά, όπως άλλωστε και όλα τα προηγούμενα.

 

Κατά την εκτίμηση μου όμως η συναυλία θα ήταν της ίδιας αξίας μα και σημασίας ακόμα και χωρίς την διασύνδεση της με την σοβιετική εικαστική πρωτοπορία, άρα και χωρίς το οπτικό υλικό που προβλήθηκε, ειδικά στην συγκεκριμένη συγκυρία, όταν σε λίγους μήνες θα συμπληρωθούν εκατό χρόνια από την οκτωβριανή επανάσταση. Αυτό, για την Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα για την αριστερά της, για ένα πολύ μεγάλο τμήμα της σήμαινε και θα σημαίνει πάντα «το βάθος του ουρανού που είναι κόκκινο» (το οποίο όμως, φευ, δεν θα το δούμε ποτέ....) και για ένα άλλο, αρκούντως πιο ακραίο αλλά ευτυχώς μικρότερο, τις μαζικές εκκαθαρίσεις των μενσεβίκων από τους μπολσεβίκους, στο όνομα πάντα του λαού που, προφανώς, οι πρώτοι δεν ήταν μέρος του. Για το πλέον σκεπτόμενο και εγγράμματο τμήμα της ελληνικής αριστεράς πάλι στην καλύτερη περίπτωση θα σημαίνει για πάντα τον περιώνυμο «σοσιαλιστικό ρεαλισμό».

 

Για να χρησιμοποιήσω όμως ένα παράδειγμα από τον κινηματογράφο πολιτιστική κληρονομιά του Οκτώβρη δεν είναι μόνο τα – αριστουργηματικά, πέραν πάσης αμφισβήτησης – «Θωρηκτό Ποτέμκιν» και «Οκτώβρης» του Σεργκέι Αϊζενστάιν αλλά και το εμβληματικό «Ο Άνθρωπος Με Την Κινηματογραφική Μηχανή» του Τζίγκα Βερτόφ, η ανανέωση ή και πρωτοπορία δηλαδή της φόρμας σε τουλάχιστον ίσο βαθμό με το περιεχόμενο. Γιατί όσο είναι αλήθεια ότι αν οι δημιουργοί επικεντρωθούν μόνο στην πρώτη καταλήγουν στην στείρα πρακτική που λέγεται φορμαλισμός άλλο τόσο είναι και κάτι άλλο.

 

Το γεγονός ότι ένα ανανεωτικό περιεχόμενο που δεν συνάδει με μιαν αντίστοιχη φόρμα αργά ή γρήγορα μετατρέπεται σε έναν κενό – παρά τον, κυριολεκτικό ή μεταφορικό, βερμπαλισμό του πολλές φορές – διδακτισμό ή, ακόμα χειρότερα, στον ολέθριο εχθρό του ζωντανού ανθρωπίνου πνεύματος ο οποίος αποκαλείται λαϊκισμός. Είναι ακριβώς τον τελευταίο που μάχεται πλέον αποτελεσματικά από κάθε τι άλλο η αληθινή, ουσιαστική πρωτοπορία, μουσική ή οποιαδήποτε άλλη.