Ήταν μια από τις πιο «διαφορετικές» συναυλίες που έχω παρακολουθήσει. Μια επιπλέον αιτία για αυτό ήταν ότι μέχρι εκείνη την στιγμή είχα ακούσει μόνο λίγα - και όχι όλα ολοκληρωμένα - αποσπάσματα από το έργο αυτού του τόσο ιδιοσυγκρασιακού συνθέτη. Ήταν η πρώτη φορά που είχα την ευκαιρία να  ακούσω την μουσική του παιγμένη ζωντανά και μάλιστα συγκεκριμένα έργα, έστω σχετικά σύντομα, στην ολότητα τους. Ακριβώς μάλιστα επειδή Harry Partch δεν σημαίνει μόνον ένα διαφορετικό από το δεδομένο για την συντριπτική πλειοψηφία των μουσικών ιδιωμάτων τονικό σύστημα αλλά ένα ολόκληρο και απολύτως δικό του μουσικό σύμπαν αυτή ήταν η πρώτη μου ουσιαστικά επαφή μαζί του.  Και αυτός ο άγνωστος και αρκούντως μυστηριιώδης μουσικός κόσμος αποδείχθηκε συναρπαστικός και κάποιες στιγμές και πάρα πολύ όμορφος!

 

Η διαφορά από άλλες συναυλίες ήταν ορατή πριν καν αρχίσουν να παίζουν οι μουσικοί. Η σκηνή δεν ήταν γεμάτη από όργανα αλλά έμοιαζε με....έκθεση παράξενων επίπλων, παιχνιδιών από μιαν άλλη εποχή, ακόμα και εξωτικών αντικειμένων! Τα αυθεντικά όργανα – ιδιοκατασκευές του Harry Partch, πιστά ανακατασκευασμένα από τον Thomas Meixner που από το ’12 τε έφτιαξε όλα ειδικά για το Ensemble Musikfabrik και από τότε τα συντηρεί ή και τα φτιάχνει εκ νέου όταν χρειάζεται, ήταν μπροστά στα μάτια των θεατών. Και αν μόνα τους δημιουργούσαν μια «παραμυθένια» ατμόσφαιρα οι ήχοι που έβγαλαν όταν χαμήλωσαν τα φώτα στα χέρια των μουσικών του γερμανικού συνόλου ήταν ακόμα πιο παραμυθένιοι. 

 

 

Τέσσερα έργα δεν είναι βέβαια αρκετά για να δώσουν μιαν έστω και σχετικά πλήρη εικόνα του όχι ευκαταφρόνητου όγκου του συνολικού του Partch αλλά φτάνουν για να δώσουν μιαν ιδέα τουλάχιστον της ποικιλίας του. Η ιδέα του να ξεκινήσει η συναυλία με το «Two Psalms» (νεανικό έργο του Partch, όταν ακόμα ζούσε σαν περιπλανώμενος στην Αμερική της Μεγάλης Υφεσης που όμως περίπου δέκα πέντε χρόνια μετά  το αναθεώρησε και του προσέθεσε και άλλα μέρη) ήταν πάρα πολύ καλή. Και αυτό γιατί αν υπάρχει ένα τμήμα του έργου του που διαφοροποιείται δραστικά από το υπόλοιπο είναι το φωνητικό και όχι φυσικά επειδή υπάρχουν φωνές ενώ στα ορχηστρικά του όχι. Με λιτή και υποβλητική οργανική συνοδεία και πρώτη ύλη δύο από τους «Ψαλμούς», ένα από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, ο Partch ξεδιπλώνει σιγά – σιγά εδώ μια τελετουργική, σχεδόν μυστικιστική φωνητική γραφή με πολλά στοιχεία από την ευρύτερη μουσική παράδοση της Ανατολής τα οποία σε κάποια σημεία παραπέμπουν ακόμα και στην βυζαντινή μουσική. 

 

 

Στα ορχηστρικά του έργα καθίσταται αμέσως φανερό ότι το πρωταρχικό στοιχείο της μουσικής, αυτό από το οποίο εκκινούσε, για τον Partch δεν ήταν η μελωδία αλλά ο ρυθμός. Πριν από όλα το διαπιστώνουμε αν παρατηρήσουμε ότι στα όργανα του κυριαρχούν τα κρουστά - αν και κυρίως τα μελωδικά, όπως διάφορες παραλλαγές ή και...μεταλλάξεις του ξυλοφώνου - ενώ ακόμα και τα έγχορδα του έχουν συχνά υποστεί παρεμβάσεις που τα κάνουν να ακούγονται (ή και) σαν κρουστά. Η οικογένεια των πνευστών δεν τον ενδιέφερε σχεδόν καθόλου ενώ κάποια από τα ιδιόφωνα του – όπως το περιβόητο μπολ θαλάμου νέφωσης – προσθέτουν στην «εξώκοσμη» αίσθηση της μουσικής του.

 

 

Αν και πηγή της αρμονικής δομής του είναι ο φωνητικός λόγος – ένα ζήτημα που τον απασχόλησε και τον διερεύνησε πολύ – το «Eleven Intrusions», έργο της ωριμότητας του, είναι ένα πολύ καλό δείγμα αυτής της τεχνοτροπίας του. Ακόμα περισσότερο βέβαια αναδεικνύει το επίκεντρο της μουσικής του, το μικροτονικό σύστημα που επινόησε και την απέχθεια του για τα συγκερασμένα κουρδίσματα. Το γεγονός ότι ενσωμάτωσε σε αυτό τις δύο πολύ γνωστές σπουδές του σε αρχαιοελληνικές κλίμακες ίσως και να δείχνει από που και πως ξεκίνησε η αγάπη του για την τροπική (modal)  μουσική.

 

 

Ανάλογο και της ίδιας περιόδου του το «Ring Around The Moon», ένα "χορευτικό φάντασμα" (!) κατά τον ίδιο που ίσως και να υπονοεί ότι είναι ένα φανταστικό χορόδραμα, το οποίο χρησιμοποιεί και φωνές, οι οποίες όμως παίζουν μάλλον τον ρόλο συχνοτήτων, αλλά και δίνει έμφαση στον ρυθμό με μια ποικιλία από ξυλόφωνα.

 

 

Λίγο μεταγενέστερο το «Even Wild Horses»  («χορευτική μουσική για ένα ανύπαρκτο δράμα», σύμφωνα με τον ίδιο) ήταν το πλέον ώριμο, φιλόδοξο αλλά και ευχάριστο όλων και πολύ σωστά κρατήθηκε για το φινάλε. Δύο διαφορετικών ειδών προσαρμοσμένες κιθάρες του,  προσαρμοσμένη βιόλα, χρωμμελώδιιον αλλά και τενόρο σαξόφωνο και μια φωνή βαρύτονου υφαίνουν περίπλοκες αναπτύξεις πάνω από ένα latin ρυθμικό όργιο που παράγουν ακόμα περισσότερες μαρίμπες αλλά και πιατίνι και αφρικανικά κρουστά!

 

Οι Ensemble Musikfabrik απέδωσαν την μουσική του Harry Partch με γνώση, αγάπη και αληθινό μεράκι. Ακριβώς όμως επειδή πιθανότατα την κατέχουν καλύτερα από οποιοδήποτε μουσικό σύνολο στον πλανήτη δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ μετά το τέλος της συναυλίας πόσο δίκαιο είχαν σε αυτό που μου είπαν στη συνέντευξη τους. Ακόμα και αν ένας συνθέτης είχε στην διάθεση του τα όργανα του Partch (και προφανώς μιλούν και εκ πείρας διότι είναι οι μόνοι που τα διαθέτουν όλα!) θα ήταν αδύνατο όχι να συνεχίσει  και να προεκτείνει αλλά ακόμα και απλά να μιμηθεί το έργο εκείνου. Γιατί ο Partch ήταν ένας αληθινός maverick, ένας από αυτούς τους χαρισματικούς οραματιστές που δημιουργούν το προσωπικό τους μουσικό σύμπαν μόνο και μόνο για να υπάρξουν οι ίδιοι σε αυτό.

 

 

Από την άλλη όμως σκέφτομαι τον Tom Waits, τον πρώτο που εκδήλωσε την αγάπη και το ενδιαφέρον του αλλά και, σε ένα βαθμό, ασχολήθηκε έμπρακτα με το έργο του Partch. Ακόμα περισσότερο όμως σκέφτομαι ότι αυτή την σχεδόν παιδική αθωότητα, ανάμεικτη όμως με το ακαθόριστα δυσοίωνο πολλών παραμυθιών, της μουσικής του την έχω συναντήσει και άλλες φορές. Κυρίως σε γυναίκες δημιουργούς, στην πρώιμη Kate Bush, την Καναδή Loreena McKennitt, την Ιρλανδή Enya. Όλες τους όχι μόνο διαφέρουν πολύ μεταξύ τους αλλά και προέρχονται από πολύ διαφορετικά σημεία του κόσμου που όμως σε όλα, όχι συμπτωματικά, ανιχνεύουμε την παρουσία των Κελτών και των παραδόσεων τους, της αρχαίας φυλής που διαχωρίστηκε από τον υπόλοιπο ινδοευρωπαϊκό κορμό και συνδέει έτσι τους πληθυσμούς της βορειότερης περιοχής της Ευρώπης με την γενέθλια Ανατολή. Έστω και αν αυτό δεν ισχύει φυσικά για την Ισλανδή Bjork σε κάποιες δουλειές της οποίας βρίσκουμε επίσης αυτά τα στοιχεία.

 

 

Σκέφτομαι όμως επίσης ότι αυτή η «διαμορφωμένη», αν όχι ηθελημένα παραμορφωμένη – και σε αντίθεση με την ξεκάθαρη, για παράδειγμα του Woody Guthrie – ηχητική και όχι μόνον εικόνα της Αμερικής του Dustbowl που απέδωσε με τα μυστηριακά του ηχοχρώματα ο Harry Partch ξεπροβάλλει επίσης μέσα από την μουσική των πιο «φωτισμένων» της Americana,  πριν από όλους των σπουδαίων Lambchop. Και καταλήγω ότι οι πραγματικά σημαντικοί, παρά την «εκκεντρικότητα» του έργου τους, μουσικοί όπως αναμφίβολα ήταν εκείνος μπορεί ίσως να μην δημιουργούν «σχολές» αλλά σίγουρα η υποθήκη τους δεν πηγαίνει ποτέ χαμένη!