Στη θεατρική σκηνή του gazarte η Ρίτα Αντωνοπούλου αναλαμβάνει να μετουσιώσει την ιδέα της ραδιοφωνικής παραγωγού Κωνσταντίνας Βαρσάμη για μια μουσικοθεατρική απεικόνιση του ψυχικού κόσμου μιας εκ των τραγικότερων ηρωίδων και παράλληλα διαχρονικών συμβόλων, της Μήδειας.

 

 

Πρόκειται για ένα μεικτό θέαμα, όχι μόνο γιατί περιλαμβάνει μουσική (18 τραγούδια) και θεατρικό μονόλογο (επτά δρώντα ερωτικά ποιήματα και έντεκα αποσπάσματα από τη «Μηδεια» του Ευριπίδη) [επιλεγμένα από τη Βαρσάμη], αλλά κυρίως γιατί  «η Μήδεια είναι βάρβαρη δύο φορές: από καταγωγή και από έρωτα» όπως  σημειώνει ο Γιώργος Χειμωνάς στην εμβληματική του μετάφραση. Συνεπώς ο ρόλος της Ρίτας Αντωνοπούλου και του σκηνοθέτη της παράστασης, Λευτέρη Γιοβανίδη, ξεπερνά το προφανές, την υποστήριξη ενός μουσικοθεατρικού θεάματος και συνδιαλέγεται με ένα επί σκηνής ψυχογράφημα, μια καταβύθιση στον κόσμο του ερωτικού πάθους -κυρίως- και του συναισθήματος της ξενιτιάς. 

 

Η Μήδεια – Αντωνοπούλου είναι μια άπατρις προδομένη γυναίκα που τραγουδά την τρέλα του έρωτά της και την προσφυγιά της λίγο πριν σχεδιάσει την έσχατη ερωτική της πράξη, κατά τον Χειμωνά: να σκοτώσει τα παιδιά της, όχι για να εκδικηθεί το σύζυγο και πατέρα τους, Ιάσονα, αλλά για να συναντηθεί μαζί του μέσω της βίας στον πόνο. Στο βύθισμα στο σκοτάδι της «Μήδειας», στο ερωτικότερο έργο που γράφτηκε ποτέ, πάντα κατά τον Χειμωνά, η παρουσία των τραγουδιών έρχεται να λειτουργήσει ως οργανικό μέρος της σκιώδους πορείας της ηρωίδας. Και η βρυσομάνα του ελληνικού -προπάντων- τραγουδιού είναι για ακόμα μια φορά ανεξάντλητη. Δεν θα αποκαλύψω τις επιλογές των τραγουδιών θεωρώντας  τα αναφαίρετο μέρος της παράστασης. Θα αναφέρω μόνο παραδειγματικά, χωρίς να κατονομάσω, την εξαιρετική επιλογή από τη Βαρσάμη του τραγουδιού με το οποίο συνδέεται η δολοφονία των παιδιών.

 
 
Σημαντική εδώ η συμβολή των τριών μουσικών της παράστασης, του Μανόλη Ανδρουλιδάκη στην κιθάρα-πιάνο (και τις ενορχηστρώσεις) του  Σταύρου Καβαλιεράτου στο κοντραμπάσο και του Τάσου Αθανασιά στο ακορντεόν. 
 

Σε αυτό, λοιπόν, το ρόλο της Μήδειας η Αντωνοπούλου εισέρχεται με δύο πλεονεκτήματα. Το πρώτο είναι η εγγενής φωτογένειά της, αυτή η λάμψη του προσώπου της μέσα στο βαθύ σκοτάδι –κυριολεκτικά και μεταφορικά- της παράστασης. «Πρέπει να έχει σκοτάδι ο έρωτας για να μη φαίνεται ότι ο Άλλος λείπει, πρέπει να έχει πολύ σκοτάδι ο βάρβαρος έρωτας της Μήδειας αφού ο Ιάσονας δεν ήταν ποτέ μαζί της» γράφει ο Χειμωνάς. Αυτή ακριβώς είναι η λάμψη της Μήδειας μέσα στο βαθύ σκοτάδι –εξαιρετικοί οι φωτισμοί  του Νίκου Σωτηρόπουλου προς αυτήν την κατεύθυνση- η οποία πηγαίνει προς την εξόδιο πράξη της με την καθαρότητα των σκέψεών της ακόμα και έμπλεη πάθους.

 

Έτσι ανηφορίζοντας στα σκαλιά προς την «αθανασία» μετά την  απονενοημένη και συνάμα συνειδητή πράξη της, το καθάριο πρόσωπο της Αντωνοπούλου γίνεται το μέσο έκφρασης της ψυχοσύνθεσης της ηρωίδας.  

 
 
 


Το δεύτερο πλεονέκτημά είναι το κράμα λυρισμού και επικού τόνου της φωνής της Αντωνοπούλου, ένα απολύτως απαραίτητο εργαλείο έκφρασης των συναισθημάτων της Μήδειας, η οποία επί σκηνής και έργου, βιώνει τα ανάμεικτα συναισθήματα του μεγάλου έρωτα και της μεγάλης οργής. Έτσι και η Αντωνοπούλου μέσα από τις ερμηνείες της στα τραγούδια της παράστασης γίνεται ο αγωγός του ερωτικού πένθους, λυγμική -και όχι δραματική- και ταυτοχρόνως δυναμικά εκδικητική.

Σωστά ο Γιοβανίδης δεν την τοποθέτησε ως ηθοποιό που υποδύεται έναν ρόλο. Εξ’ ου και το υπαινικτικό σκηνικό της παράστασης, οι ηχογραφημένες αναγνώσεις και η περιορισμένη θεατρική κινησιολογία. Γιατί δεν παίζει τη Μήδεια η Αντωνοπούλου. Την εκφράζει.