Το πόσο ακομπλεξάριστος είναι στις καλλιτεχνικές του επιλογές το έχει αποδείξει εδώ και χρόνια. Το πώς ξέρει να τις υποστηρίζει δημόσια με θάρρος και γνώση, επίσης. Το πώς θέλει να ταιριάζει ετερόκλητα ακούσματα στα προγράμματά του είναι κάτι που πλέον το περιμένεις. Πολύ περισσότερο όταν η τελευταία παράσταση του Φοίβου Δεληβοριά «Ο διπλοπαντρεμένος», που παρουσιάζει μαζί με τους Γιαν Βαν στο «Hotel Ερμού» θέλει να είναι ένα κυριακάτικο λαϊκοδημοτικό γλέντι. Είναι όμως;


Οι Γιαν Βαν είναι μια μπάντα με ενδιαφέρουσες ιδέες και καλούς μουσικούς, κάποιοι εκ των οποίων έχουν διανύσει αρκετά μουσικά χιλιόμετρα. Οφείλω να επισημάνω ιδιαίτερα τις επιδόσεις του Jan Van de Engel (Γιάννη Αγγελόπουλου) στη τζαζ και του συναρπαστικού Κωστή Χριστοδούλου στα πλήκτρα (συνήθης ύποπτος στις παραστάσεις του Φοίβου Δεληβοριά, τα τελευταία χρόνια). Μερικά κομμάτια και διασκευές τους με παρέπεμψαν σε soundtracks που επιμελήθηκε ο Quentin Tarantino, αλλά και σε οργανικά κομμάτια των Alan Parsons Project.

Προσπαθούν να «μπλέξουν» διαφορετικά μουσικά είδη μεταξύ τους και μαζί μ’ αυτά θέλησαν να έχουν στον ήχο τους από κλαρίνο και παραδοσιακά κρουστά μέχρι φαρφίσα και ηλεκτρικές κιθάρες. Νομίζω ότι εκεί όμως κρύβεται και ο κίνδυνος. Κάποιες στιγμές είχα την αίσθηση ότι προσπαθούσαν να τα χωρέσουν όλα μαζί στο ίδιο τραγούδι με αποτέλεσμα να «μπουκώνει» και να μετατρέπεται περισσότερο σε άσκηση δεξιοτεχνίας παρά σε αισθητική απόλαυση. Επίσης, θεωρώ εντελώς άτυχη επιλογή την έναρξη του προγράμματος με τη ρυθμική διασκευή της μουσικής του Βαγγέλη Παπαθανασίου για τo “Blade runner” σε συνδυασμό με το κλαρίνο, κάτι που ο Βασίλης Σαλέας – με ακουστικό τρόπο - έχει κάνει στη δισκογραφία εδώ και 21 χρόνια.


Ο Φοίβος Δεληβοριάς μου είναι αρκετά οικείος. Τον έχω δει αρκετές φορές. Επικοινωνιακός, πολυπράγμων, γενναιόδωρος, ευέλικτος. Το πρόγραμμα αποτελείτο κυρίως από δικά του τραγούδια με τη ματιά των Γιαν Βαν. Η σύμπλευσή του μαζί τους τον βοήθησε να μας ξανασυστήσει πολλά τραγούδια του παρουσιάζοντάς τα αλλιώτικα, κάτι που έτσι κι αλλιώς του αρέσει να κάνει.


Καλεσμένη την πρώτη Κυριακή η Άννα Βίσση. Από τις ωραιότερες στιγμές του απογεύματος. Μετά από ένα συγκινητικό και ταιριαστό ντουέτο με τον Φοίβο Δεληβοριά στον δικό του «Καθρέφτη» τραγουδούν μαζί το «Πρέπει» του Άκη Πάνου και τις δικές της επιτυχίες «Ένα σου λέω» (Νίκου Καρβέλα) και «Μέτρα» (Νίκου Καρβέλα) και μόνη της με τους Γιαν Βαν τα «Σεντόνια» (εξαιρετική διασκευή στο τραγούδι των Νίκου Καρβέλα-Ναταλίας Γερμανού) και «Δώδεκα» (Νίκου Καρβέλα-Φίλιππου Νικολάου). Μια ερμηνεύτρια γήινη, σίγουρη και κατασταλαγμένη. Άσχετα από το αν μου αρέσουν ή όχι πολλές από τις επιλογές της.

 

 

Όμως το λαϊκοδημοτικό γλέντι πού ήταν; Σαφώς και δεν περίμενα παραδοσιακούς χορούς και λικνίσματα πάνω στα τραπέζια. Περίμενα όμως περισσότερη εξωστρέφεια. Και δεν εννοώ μόνο την εξωστρέφεια στις κεφάτες ερμηνείες, στον έντονο ήχο, στα δυνατά παιξίματα, στην αδιάκοπη εναλλαγή των φωτισμών. Εννοώ πρωτίστως στο ρεπερτόριο. Με τον εμβόλιμο ήχο του κλαρίνου, της φαρφίσας ή των κρουστών και με κάποιες σκόρπιες επιλογές όπως το «Σώσε με» του Νίκου Καρβέλα, το «Πρέπει» του Άκη Πάνου ή τη «Γυφτοπούλα στο χαμάμ» του Γιώργου Μπάτη που τραγούδησε ο Φοίβος Δεληβοριάς με τη συνοδεία του Παναγιώτη Τσεβά στο ακορντεόν (ο οποίος συνόδευσε την εμφάνιση της Άννας Βίσση), δε χαρακτηρίζεται ένα πρόγραμμα ως «λαϊκοδημοτικό».

 

Ίσως ακόμα να μην «πήγαινε» με τον συγκεκριμένο – πολύ συμπαθητικό - χώρο αυτό που ήθελε να παρουσιάσει ο Φοίβος Δεληβοριάς. Και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το πρόγραμμα που οραματίζεται ο κάθε καλλιτέχνης και με τις τεχνικές δυνατότητες ή τις ανέσεις που προσφέρει η αίθουσα που επιλέγει, αλλά και με το κοινό που συχνάζει εκεί. Αυτό άλλωστε ισχύει και για άλλες μορφές ψυχαγωγίας ή διασκέδασης εκτός μουσικής και τις αντίστοιχες αίθουσες. Και σ’ όλα τα παραπάνω ας προσμετρηθεί η ιστορία του κάθε χώρου. Το διάβαζα μάλιστα πρόσφατα σ’ ένα κείμενο του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη που μνημόνευε κάτι αντίστοιχο που έγραφε στις κριτικές της η «Άλκης Θρύλος» (Ελένη Ουράνη) τις περασμένες δεκαετίες : «...κι οι αίθουσες έχουν τα φαντάσματά τους» (εδώ).


Θέλω να σταθώ όμως και σε κάτι που θεωρώ ιδιαίτερης σημασίας. Πριν την έναρξη και στο διάλειμμα προβάλλονται σκηνές από ταινίες του πολύ παλιού ελληνικού κινηματογράφου (π.χ. «Αστέρω» του 1929, «Οι περιπέτειες του Βιλάρ» του 1924 κ.α.) με εικόνες από την Αθήνα και την ελληνική ύπαιθρο μιας άλλης εποχής. Δεν ξέρω πόσοι έκαναν τον κόπο να αφήσουν για λίγο την παρέα τους και να ρίξουν μια ματιά σε αυτές τις εικόνες. Μου επιβεβαίωσε όμως για άλλη μια φορά την αντίληψη και την αισθητική προσέγγιση του Φοίβου Δεληβοριά σε πράγματα που πολλοί θα θεωρούσαν ασήμαντες λεπτομέρειες.

Συμπερασματικά, την πρώτη μέρα που την παρακολούθησα, ήταν μια δουλεμένη παράσταση με ψαγμένες ενορχηστρώσεις και ευφρόσυνες στιγμές, σε διαφορετική όμως μουσική κατεύθυνση από αυτό για το οποίο με είχε προϊδεάσει. Ενδεχομένως τις επόμενες βδομάδες που οι καλεσμένοι θα έχουν μεγαλύτερη μουσική συγγένεια με αυτό που έχει στο μυαλό του ο Φοίβος Δεληβοριάς τα κυριακάτικα μεσημέρια να πάρουν άλλη μορφή και ο «Διπλοπαντρεμένος» - σύμφωνα με τον στίχο του ομότιτλου τραγουδιού του – «να σελώσει το άλογο, να ζωθεί το σπαθί και να γυρίσει πάλι στο σπίτι του». Το μουσικό του σπίτι.