Οι συναυλίες που πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια του διήμερου αφιερώματος στην ανθρώπινη φωνή, του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και η συνολική διάρκεια τους προφανώς δεν επέτρεπαν να τις παρακολουθήσει κάποιος όλες. Ενστικτωδώς, μάλλον, επέλεξα τις δύο εναρκτήριες, και δεν το μετάνιωσα καθόλου.

 

Το ότι η Nefeli Walking Undercover, αυτό το μουσικό alter ego και ταυτόχρονα όνομα της μπάντας της Νεφέλης Λιούτα, είναι μια από τις πλέον ξεχωριστές δημιουργούς της νεότατης ακόμα γενιάς δεν περίμενα φυσικά αυτή την αφορμή για να το διαπιστώσω. Εκείνο όμως που επιβεβαίωσα είναι ότι όσο επενδύει κάθε φορά η Νεφέλη στην μουσική της άλλο τόσο εργάζεται συνειδητά και συστηματικά για να κάνει την φυσιολογική εξέλιξη της όσο το δυνατόν πληρέστερη.

 

 

Αν και το τρίτο κατά σειρά album της «Απλά Τραγούδια Για Την Αγάπη» είχε κυκλοφορήσει ψηφιακά ελάχιστες ημέρες πριν όπως είπε η ίδια προτίμησε σε αυτή την εμφάνιση της να παρουσιάσει τραγούδια από το πρώτο και το δεύτερο, τα «Τα Μολύβια - Κομάντος» του ’11 και «1041ΑΚ (Φάηντερς, κήπερς)» του ’15, αφήνοντας έξω ακόμα και το περυσινό «12» που ομολογουμένως όμως είναι μια πάρα πολύ προσωπική δουλειά της και για αυτό, φύσει και θέσει, απευθύνεται σε πολύ λίγους/ες.


Ακόμα και έτσι όμως δεν μπορούσα να μην σκεφτώ την πρώτη εμφάνιση της που είχα παρακολουθήσει, δύο χρόνια πριν και όταν ακόμα διέθετε μόνο το υλικό του ντεμπούτου της και η σύγκριση ήταν περισσότερο από καταλυτική, Στο όχι τόσο μεγάλο αυτό διάστημα η μουσική της και ιδιαίτερα η ζωντανή εκτέλεση της έχει ωριμάσει πάρα πολύ και αυτό που τότε ήταν σε μεγάλο βαθμό ένα σκίτσο με αχνές γραμμές έχει πλέον μετατραπεί σε αδρή τοπιογραφία. Με την ίδια λίγο – πολύ εξαμελή μπάντα (ηλεκτρική – που την παίζει πάντα ο αδελφός της Ρωμανός – και ακουστική κιθάρα, κλαρινέτο, κοντραμπάσο και ντραμς συν η Δανάη Μπερή στα φωνητικά) να συνοδεύει την φωνή, το πιάνο και το βιολί της είναι πλέον απολύτως σαφής και φανερή τόσο η φύση των τραγουδιών της όσο και η μέθοδος με την οποία τα δομεί.

 


Η μουσική της Νεφέλης Λιούτα εκκινεί μεν από την δημοτική μας αλλά αυτό διακρίνεται ελάχιστα γιατί πάραυτα οι αρχικές της ιδέες συνδυάζονται με συνθετικά και ενορχηστρωτικά στοιχεία της κλασικής που την κατέχει πολύ καλά, της διεθνούς και ιδιαίτερα της αγγλοσαξονικής folk αλλά και με την ανεπιτήδευτη ομορφιά της σχεδόν παιδικής αθωότητας της ποπ αγγλικών και πάλι ανεξάρτητων δισκογραφικών εταιρειών όπως η Cherry Red και, ακόμα περισσότερο, η Sarah. Πρόκειται δηλαδή ουσιαστικά για μιαν αποφασιστικά...νεωτερική εκδοχή της παράδοσης! Τα ακουστικά στην συντριπτική τους πλειοψηφία όργανα της προσδίδουν την πολύ ιδιαίτερη και χαριτωμένη ατμοσφαιρικότητα της και το μόνο πραγματικά που έχει – και θα ήταν θετικό – να κάνει στο μέλλον είναι να αφήσει τις ενορχηστρώσεις της να κινηθούν και να «αναπνεύσουν» πιο ελεύθερα και αντίστοιχα στους εξαίρετους μουσικούς της περισσότερο χώρο για «πρωτοβουλίες» στο παίξιμο τους.


Στον πυρήνα των τραγουδιών της βρίσκεται βέβαια αυτό ακριβώς που αποτελούσε το θέμα και το αντικείμενο του διήμερου αφιερώματος του Μέγαρου, η φωνή της και ο τρόπος που την χρησιμοποιεί. Η Νεφέλη δεν έχει αυτό που λέμε «μεγάλη» φωνή, όσα (και μόνο λίγα δεν είναι!) καταφέρνει με αυτήν οφείλονται στο πόσο σκληρά δουλεύει επάνω της και στο ότι τελειοποιεί όλο και περισσότερο την τεχνική της. Οπως προανέφερα αφετηρία της – και αυτό ισχύει περισσότερο από οτιδήποτε ΄άλλο για το πως χρησιμοποιεί την φωνή της – είναι η παραδοσιακή μουσική μας και, πιο συγκεκριμένα, αυτή της Ηπείρου.

 

 

Αυτό σημαίνει πρώτιστα εκείνους τους πολύ χαρακτηριστικούς ισοκράτες – που κάποιες φορές παραπέμπουν άμεσα στο βυζαντινό μέλος – αλλά φυσικά και την πολυφωνία, πεντατονική συνήθως.


Για αυτό και όσο καθοριστικός είναι για το τελικό αποτέλεσμα ο ρόλος της φωνής της ίδιας της Νεφέλης άλλη τόσο είναι και εκείνος της φωνής της Δανάης Μπερή αλλά και των δύο κιθαριστών και στο πως συνδυάζονται μαζί της. Εν κατακλείδι μπορεί η κιθάρα να είναι το πλέον διαδεδομένο όργανο, το πιάνο το πιο πλήρες - και για εμένα ο «βασιλεύς» τους! – και το βιολί (που διόλου τυχαία είναι αυτό το οποίο έχει σπουδάσει και διδάσκει πλέον η Νεφέλη) αυτό που θεωρείται το πιο κοντινό στην ανθρώπινη φωνή αλλά η τελευταία αναμφίβολα είναι το πιο εκφραστικό! Και η Νεφέλη Λιούτα είναι μια από εκείνους/ες που το αποδεικνύουν περίτρανα.

 

 


Περνώντας στην επόμενη συναυλία πρέπει να πω ότι μπορεί μεν οι αδελφές Ελένη και Σουζάνα Βουγιουκλή να είναι γνωστές ως δίδυμο αφού πάντα (στις δικές τους ζωντανές εμφανίσεις και δίσκους αλλά και στις συμμετοχές τους σε δουλειές άλλων) τραγουδούν μαζί αλλά αυτό δεν σημαίνει καθόλου και ότι ταυτίζονται, αντίθετα κάθε μία έχει την απολύτως διακριτή μουσική της φυσιογνωμία.

 

Πιο εγκεφαλική και εξωστρεφής τόσο ως προσωπικότητα όσο και επάνω στη σκηνή η Σουζάνα, γεγονός που φαίνεται και από τις προτιμήσεις της στο ρεπερτόριο που μάλλον βρίσκονται πολύ περισσότερο στο διεθνές παρά στο ελληνικό αλλά και στον τρόπο ερμηνείας της, ακόμα και σε όσα από τα όχι πολλά δικά τους τραγούδια έχει γράψει μόνη της. Σαφώς πολύ πιο εσωστρεφής η Ελένη και για αυτό όχι μόνο πολύ πιο κοντά στο εν γένει ελληνικό ρεπερτόριο αλλά και στον παραδοσιακό στο έπακρο, δωρικό και εσωτερικό τρόπο ερμηνείας του ο οποίος άλλωστε ταιριάζει πολύ και με το σχεδόν «μύχιο» και φορτισμένο από συναίσθημα δικό της ύφος.


Με μόνο κοντραμπάσο και ντραμς όχι απλά να τις συνοδεύουν αλλά να τους δίνουν μια στέρεα βάση αν και όχι συνέχεια, άλλοτε με το πιάνο της μιας ή της άλλης, μερικές φορές με την κιθάρα της Σουζάνας και άλλες εντελώς acapella οι αδελφές Βουγιουκλή ξεκινούν και αυτές, όπως η Νεφέλη Λιούτα, από την μουσική παράδοση μας αλλά την αξιοποιούν με πολύ διαφορετικό τρόπο. Στην δική τους περίπτωση το σημείο εκκίνησης είναι η Μακεδονία από την οποία κατάγονται για να ταξιδέψουν στις περισσότερες περιοχές της χώρας μας και μετά να βγουν εκτός αυτής φτάνοντας στην Κάτω Ιταλία, την Πορτογαλία αλλά και σε άλλες χώρες της λεκάνης της Μεσογείου και δεν φοβούνται ακόμα και να διασχίσουν τον Ατλαντικό για να συναντήσουν τα «καταραμένα» blues της Diamanda Galas πριν επιστρέψουν στην Ελλάδα και στα νεότερα μουσικά της ιδιώματα.


Είτε όμως πρόκειται για ένα μοιρολόι, ένα κεφάτο τραγούδι στην ιδιότυπη μεικτή γλωσσική διάλεκτο της Κάτω Ιταλίας ή ένα σπαρακτικό ρεμπέτικο το ερμηνεύουν με έναν τρόπο που δεν το κάνει κανείς/καμία άλλος/η καθιστώντας το δικό τους σχεδόν σαν να το εκτελούν για πρώτη φορά. Η Ελένη και η Σουζάνα Βουγιουκλή πολύ σπάνια κάνουν το τυπικό «ντουέτο», εκτός από ταυτοφωνίες κάθε μία είναι σε θέση να συνοδεύσει απλά, να υπογραμμίσει, να «σχολιάσει» ή ακόμα και να κοντράρει με την φωνή της εκείνη της άλλης όταν αυτό χρειάζεται.


Είναι όμως όταν οι φωνές τους όχι απλά συνδυάζονται αλλά κυριολεκτικά ενώνονται σε μία η οποία δεν έχει διπλάσιες αλλά... πολλαπλάσιες ικανότητες από οποιαδήποτε άλλη τότε που αποδεικνύουν με την σειρά τους κάτι άλλο. Ότι όταν υπάρχουν τόσες πολλές, απεριόριστες σχεδόν δυνατότητες το πιο εκφραστικό όργανο, η ανθρώπινη φωνή, καθίσταται επιπλέον και το πιο συναρπαστικό και θαυμαστό!