Αμφίβολο αν είχαν καλυφθεί περισσότερες από το ένα τέταρτο των θέσεων της μεγάλης σκηνής της στέγης εκείνο το βράδυ. Άδικο σίγουρα για ένα από τα καλύτερα όχι μόνον ευρωπαϊκά αλλά και διεθνή σύνολα αποκλειστικά σύγχρονης μουσικής, του ιδιώματος δηλαδή που διαδέχθηκε την κλασική και κινείται από τις πιο κοντά στο σήμερα παρυφές της και την πρωτοπορία της φτάνoντας μέχρι την anant garde και τον πειραματισμό.

Με βάση τους την Αυστρία, έδρα τους συγκεκριμένα είναι η Βιέννη, οι Klangforum Wien είναι ένα σύνολο με υπερτριακονταετή πλέον Ιστορία που, εκτός από όλα τα έγχορδα, πνευστά και κρουστά μιας συμφωνικής ορχήστρας, περιλαμβάνει επίσης πιάνο και άρπα αλλά και ακορντεόν και αποτελείται από είκοσι τέσσερις άριστους/ες σολίστ με καταγωγή από δέκα διαφορετικές χώρες, ανάμεσα στις οποίες και η Ελλάδα. Από αυτούς/ές ήρθαν στην Ελλάδα περίπου οι μισοί, έντεκα για την ακρίβεια γιατί ο δωδέκατος που έπαιζε ηλεκτρική κιθάρα δεν είναι μέλος τους αλλά συνεργαζόμενος. Ο δεύτερος λόγος που ήταν τόσο άδικο ήταν γιατί είχαν φροντίσει ώστε το πρόγραμμα τους να καλύπτει διαφορετικές τάσεις, ρεύματα και «σχολές», δίνοντας μιαν αρκετή πλήρη εικόνα του τι σημαίνει σύγχρονη μουσική προς το τέλος της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού αιώνα.

 

Ευτυχώς ο μόλις σαραντατριάχρονος Ολλανδός Bas Wiegers που διεύθυνε τρία από τα τέσσερα έργα  που παρουσιάστηκαν δικαιολόγησε και με το  παραπάνω την φήμη του ως ένας από τους καλύτερους νέους Ευρωπαίους μαέστρους γιατί ανταποκρίθηκε και με το παραπάνω στις υψηλές απαιτήσεις τους. Το εναρκτήριο  «Tratado dello inasible» (2013) του νεότερου των τεσσάρων συνθετών, του Ισπανού Alberto Posadas, ήταν μάλλον απογοητευτικό. Ενα ανέμπνευστο κατά τη γνώμη μου δείγμα της φασματικής (spectrum) μουσικής που βασίζεται στα (ηχο)χρώματα των οργάνων και το οποίο δεν ήταν παρά «δέσμες» συχνοτήτων από πνευστά, βιολοντσέλο και ακορντεόν δίχως αρχή, μέση και τέλος, τίποτα να τα συνδέει, άνευ προορισμού και φοβάμαι και νοήματος επίσης.

 

Τα πράγματα βελτιώθηκαν μεν αλλά...όχι αρκετά με το «Linea dell’orizzonte» (2012) του Αυστριακού Beat Furrer, αντίστοιχα μεγαλύτερου σε ηλικία εκ των τεσσάρων αλλά και ιδρυτή των Klangforum Wien. Διεύρυνε μεν την ηχητική παλέτα με βιολί, πιάνο και ηλεκτρική κιθάρα αλλά δεν κατάφερνε να ξεφύγει από τις δεσμεύσεις – ή αδυναμίες; - της φασματικής μουσικής με ακόμα και την κιθάρα να υποχρησιμοποιείται και μη κατορθώνοντας εντέλει να είναι παρά σίγουρα πιο ολοκληρωμένο, ως προς τις προθέσεις του και σαν αποτέλεσμα, από το προηγούμενο.

 

Ευτυχώς στο δεύτερο μέρος η κατάσταση διαφοροποιήθηκε δραστικά. Το «Howl» (2011) του Μιχάλη Λαπιδάκη  - του μόνου προφανώς από τους τέσσερις που παρευρέθηκε στη συναυλία - ήταν μια μικρή έκπληξη, έστω και αν δεν μπόρεσα να εντοπίσω τον «διάλογο» του με το  «Ουρλιαχτό» του Αλεν Γκίνσμπεργκ από το οποίο εμπνέεται (πριν από όλα δεν άκουσα την ηχογραφημένη φωνή του ποιητή να το απαγγέλλει, όπως αναφερόταν στο πρόγραμμα).

 

Το έργο του Ελληνα συνθέτη είναι λιτό, σύντομο, δυναμικό, κάποιες στιγμές ακόμα και κοφτό, με αρκετή δόση χιούμορ, περιεκτικό και ολοφάνερα εμπνευσμένο. Αυτοπεριορίζεται σε τρία μόλις όργανα που όμως τα αξιοποιεί στο έπακρο με το σαξόφωνο να έχει τον πρώτο λόγο και να κινείται σε κλασικά μάλλον jazz μονοπάτια, παραπέμποντας έτσι στην δεκαετία του ’50 που γράφτηκε το «Ουρλιαχτό», την κιθάρα να «σχολιάζει» με blues licks και το ακορντεόν να προσθέτει διακριτικές μάζες «θορύβου» οι οποίες συμβάλλουν κατά πολύ στην σύγχρονη ατμόσφαιρα του. Οφείλω όμως να σημειώσω και ότι αφενός στην θέση των τριών εκτελεστών θα μπορούσαν να είναι οποιοδήποτε άλλοι καλοί μουσικοί  και όχι τα μέλη ενός εξειδικευμένου συνόλου όπως οι Klangforum Wien και αφετέρου ότι δεν είμαι καθόλου σίγουρος για το αν το συγκεκριμένο έργο είναι αντιπροσωπευτικό του συνόλου εκείνου του δημιουργού.

 

Η κορύφωση όμως  ήρθε στο φινάλε με το «Ebe und anders» (2014) του Pierluigi Billone.

 

Ο Ιταλός συνθέτης μας αποζημίωσε όχι μόνο για το πρώτο μέρος αλλά και για την πολύ μεγάλη διάρκεια του έργου του η οποία υπό άλλες συνθήκες ίσως και να κρινόταν υπερβολική καθώς σχεδόν πλησίαζε το άθροισμα εκείνων των προηγούμενων τριών έργων! Ο προσεχτικός ακροατής όμως ήταν αδύνατο να μην προσέξει ήδη από την αρχή τις αρετές, τόσο σε επίπεδο σύλληψης όσο και στην δομή του, του «Ebe und anders» το οποίο, έχοντας στο επίκεντρο του την jazz, εξελίσσεται σε κάτι πολύ πιο σύνθετο και οργανωμένο από μια τυπική εφαρμογή των κανόνων της ή ακόμα και την ανατροπή τους. Αυτό ξεκινάει ήδη από την διάταξη πάνω στη σκηνή των – διόλου συμπτωματικά περισσότερων από όλα τα μέχρι τότε έργα – οργάνων που χρησιμοποιεί. Στο αριστερό άκρο της σκηνής ήταν το τρομπόνι και στο δεξί η τρομπέτα με τους εκτελεστές τους να έχουν από πίσω τους, καθένας τον «δικό του», αμφοτέρους εκείνους των κρουστών του Klangforum Wien. Στο κέντρο βρίσκονταν το πιάνο, η κιθάρα και το βιολοντσέλο.

 

Ήταν σαφής η εικόνα μιας «ζυγαριάς» με τα τρία κεντρικά όργανα να λειτουργούν εξισορροπητικά ανάμεσα σε εκείνα των άκρων τα οποία πρωταγωνιστούσαν. Η τρομπέτα και το τρομπόνι άλλοτε ακολουθούσαν ένα ιδιότυπο call and response, αρχετυπικό στοιχείο της jazz τεχνοτροπίας δηλαδή και άλλοτε συνδυάζονταν χωρίς αυτό να σημαίνει καθόλου απαραίτητα ταυτοφωνίες. Η σχέση των δύο «άκρων» όμως ήταν πολύ πιο περίπλοκη και ενδιαφέρουσα, άλλοτε εντελώς «συμμετρική» και άλλοτε αλληλοσυμπληρούμενη, κάποιες φορές θυμίζοντας καθρέφτη και άλλες....σκάκι, με μελετημένες κινήσεις που έρχονται για να αντιμετωπίσουν εκείνες της αντίθετης πλευράς.

 

 

Πέραν όμως από αυτό, το εγκεφαλικό επίπεδο του, το έργο του Billone διαθέτει αναρίθμητες σαγηνευτικές ενορχηστρωτικές και εκτελεστικές λεπτομέρειες, ειδικά από τους εκπληκτικούς σε αυτή την περίπτωση μουσικούς των κρουστών, που όχι μόνο το κάνουν, παρά την τόσο μεγάλη διάρκεια του, να μην είναι καθόλου βαρετό ή ακόμα και κουραστικό αλλά αντίθετα του επιτρέπουν συχνά να είναι αληθινά απολαυστικό!