Η δεύτερη και σημαντικότερη φάση του κύκλου "Μετασχηματισμοί" του Ελληνικού Σχεδίου, που πραγματοποιείται στην Στέγη, ξεκίνησε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που είχε αρχίσει και η πρώτη. Ο ποιητής αλλά και άριστος μεταφραστής Διονύσης Καψάλης μετέφρασε στα ελληνικά το ποιητικό κείμενο που ενέπνευσε έναν κύκλο τραγουδιών για φωνή και πιάνο (lied) ενός σπουδαίου συνθέτη της κλασικής μουσικής.

 

Ο νεότερος του Σούμπερτ, Γερμανός Ρόμπερτ Σούμαν κατέληξε αρκετά μεταγενέστερος του, λόγω του πολύ πρόωρου θανάτου του πρώτου, αν και ούτε ο ίδιος μακροημέρευσε. Ήταν πολύ διαφορετική δημιουργική προσωπικότητα από τον Σούμπερτ, πολύ πιο σοβαρός, ίσως και ακαδημαϊκός στην προσέγγιση του στην μουσική του και τελειομανής και για αυτό πολύ λιγότερο παραγωγικός από τον Σούμπερτ. Πέραν όμως από το ότι σίγουρα δεν διέθετε το πληθωρικό ταλέντο εκείνου μια άλλη καθοριστική αιτία για αυτό ήταν η κληρονομική ψυχασθένεια από την οποία υπέφερε σε όλη του την ζωή και όταν εκδηλώθηκε τον έκανε να σταματήσει σταδιακά να συνθέτει και στη συνέχεια τον οδήγησε σε μιαν απόπειρα αυτοκτονίας και εντέλει στον εγκλεισμό του σε ψυχιατρείο όπου και πέθανε σε ηλικία μόλις σαράντα έξι ετών. Αναμενόμενη όμως κατάληξη ενός, για διαφορετικούς λόγους, εξίσου «καταραμένου» με τον Σούμπερτ δημιουργού, κάτι  που καθιστά αμφοτέρους ακόμα πιο αυθεντικούς εκπροσώπους του ρομαντισμού.

 

Προέκταση της αρμονικής και κυρίως της μελωδικής γλώσσας των αμιγώς πιανιστικών του έργων είναι και τα lied του και ένας από τους κύκλους τους είναι και «Ο Ερωτας Του Ποιητή», τίτλος που εμφανίστηκε ξαφνικά και από το πουθενά για την μελοποίηση του ορισμένων από των ποιημάτων της συλλογής «Λυρικό Ιντερμέδιο» του Χάινριχ Χάινε.

 

Εδώ έχουμε μιαν ακόμα πιο χαρακτηριστική περίπτωση «εκλεκτικής συγγένειας» καθώς ο προαναφερθείς Μίλερ είχε ουκ ολίγον επηρεάσει τον κατά πολύ ανώτερο του Χάινε ο οποίος με την σειρά του άσκησε καθοριστική επίδραση στον αρκετά μεταγενέστερο κορυφαίο εκπρόσωπο – κατά την γνώμη πολύ ειδικότερων από εμένα αλλά και την προσωπική μου – της γερμανικής λυρικής ποίησης, τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Δεν εξαντλείται όμως φυσικά σε αυτό η αξία του Χάινε - που ποιήματα του είχαν επίσης μελοποιηθεί από τον Σούμπερτ - αν και ομολογουμένως το «Λυρικό Ιντερμέδιο» δεν ανήκει στις λαμπρότερες στιγμές του. Οπως δηλώνειι και ο τίτλος πρόκειται για ιντερμέδια, δηλαδή επί της ουσίας σπαράγματα ποιημάτων τα οποία αφηγούνται, με εξίσου αποσπασματικό τρόπο, την ιστορία ενός επίσης ματαιωμένου έρωτα που οδηγεί στον όλεθρο.

 

Ο Σούμαν μελοποίησε είκοσι από αυτά τα ποιήματα αν και στην τελική εκδοχή του «Ο Ερωτας Του Ποιητή» περιλαμβάνονταν μόνο δέκα έξι τραγούδια. Η προσέγγιση του, παράδοξα για εκείνον, έχει πολλά στοιχεία από την λαϊκή μουσική της εποχής, όσον αφορά βέβαια στις μελωδίες της φωνής γιατί στα μέρη του πιάνου ξαναβρίσκουμε την αυστηρή, κάποτε ακόμα και δωρική και με τρομερά μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες γραφή του Σούμαν. Είναι ένας όμορφος κύκλος lied που όμως σίγουρα υπολείπεται εκείνου του Σούμπερτ και αυτό δεν οφείλεται μόνο στο ότι το μουσικό μέγεθος  του Σούμαν ήταν σαφώς μικρότερο από το δικό του αλλά και ότι εργάστηκε πάνω σε ένα (ανεξάρτητα από το ότι, όπως προανέφερα, αντικειμενικά ο Χάινε ήταν πολύ καλύτερος του Μίλερ) κείμενο με πολύ λιγότερη αξία αλλά και δύναμη από ό,τι εκείνου.

 

Για μια σειρά από λόγους οι υπεύθυνοι του Ελληνικού Σχεδίου αποφάσισαν στη Στέγη να παρουσιαστεί η ολοκληρωμένη εκδοχή του έργου με τα είκοσι τραγούδια. Οπως όχι μόνο πέρυσι αλλά και σε κάθε άλλη μετάφραση του η εργασία του Διονύση Καψάλη ήταν άψογη, όχι απλά αποδίδοντας στα ελληνικά το κείμενο αλλά και εντάσσοντας το στην δομή μα ακόμα και τον τρόπο με τον οποίο εκφράζει τα νοήματα η γλώσσα μας. Οπως επίσης και πέρυσι ο βαρύτονος Γιώργος Κανάρης που ζει μόνιμα και εργάζεται στην Γερμανία ήταν κάτι περισσότερο και από υποδειγματικός, η ερμηνεία του ήταν ταυτόχρονα στιβαρή και λυρική και έμπλεη εκφραστικότητας.

 

Το βαρύ πρόγραμμα στην Γερμανία του Γ. Κανάρη κατέστησε αναγκαίο να τον συνοδεύσει ένας πιανίστας με τον οποίο συνεργάζεται εκεί αυτό τον καιρό και δεν μπορώ να μην του κάνω μιαν ιδιαίτερη μνεία. Ο Peter Bortfeld είναι αυτό που λέμε ολοκληρωμένη μουσική προσωπικότητα, όχι μόνον εκτελεστής αλλά και διευθυντής ορχήστρας και χορωδίας και επίσης συνθέτης ενώ έχει και πολύ πλούσιο διδακτικό έργο. Πάνω από όλα όμως είναι ένας σολίστ του πιάνου με όλη την έννοια και βαρύτητα του όρου για τον οποίο μάλιστα το lied είναι ένα πολύ σημαντικό τμήμα του ρεπερτορίου που ειδικεύεται. Οχι μόνον ήταν ιδανικός στα πιο «υπαινικτικά» μέρη του Σούμαν αλλά και εκπληκτικός στο δεύτερο μέρος της συναυλίας. Όταν δηλαδή παίχτηκαν για άλλη μια φορά τα μισά, δώδεκα συγκεκριμένα, τραγούδια του «Χειμωνιάτικο Ταξίδι» στα οποία ανέδειξε πλήρως το πιο λυρικό μα και πυκνό ύφος του Σούμπερτ ωθώντας έτσι και τον Γ. Κανάρη να τα αποδώσει ακόμα καλύτερα από πέρυσι, όταν τον είχε συνοδεύσει ο Θανάσης Αποστολόπουλος (χωρίς αυτό φυσικά εννοείται να αποτελεί οποιαδήποτε μομφή για την αξία του Ελληνα μουσικού, πρόκειται απλά για θέμα προσέγγισης που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχει πάρα πολύ να κάνει και με την γερμανική καταγωγή του Bortfeld).

 

Το ενδιαφέρον πάντως για εμένα εντοπίζεται στο τρίτο και τελευταίο μέρος των εφετινών Μετασχηματισμών. Όταν σε ένα μήνα περίπου και με βάση πάντα το μεταφρασμένο από το Διονύση Καψάλη κείμενο τέσσερις συνθέτες (καθώς στους συνηθισμένους και σταθερούς πια Δημήτρη Παπαδημητρίου, Τάσο Ρωσόπουλο και Νίκο Ξυδάκη αυτή τη φορά θα προστεθεί και ο, διακριθείς στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού του Ελληνικού Σχεδίου, Κώστας Μάκρας) θα μελοποιήσουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο ένα όχι μόνο διαφορετικό αλλά και μικρότερης γλωσσικής και νοηματικής αξίας πρωτογενές στιχουργικό υλικό από αυτό του «Χειμωνιάτικο Ταξίδι».