Δεν γνωρίζω ποιου ήταν αλλά θεώρησα εκ των προτέρων την ιδέα για την πρώτη ημέρα του 6ου Πανοράματος Τζαζ μιαν από τις ευφυέστερες και πιο πρωτότυπες, όχι μόνο στην Ιστορία του Πανοράματος αλλά και συνολικά του ελληνικού συναυλιακού γίγνεσθαι. Το να υπάρχουν σε μια συναυλία, ανεξαρτήτως ιδιώματος,  δύο πιάνα είναι σπάνιο, ακόμα και τα ανάλογα έργα κλασικής μουσικής παίζονται πολύ λιγότερο συχνά από άλλα. Και μόνο λοιπόν το ότι είδα τρία πιάνα με ουρά να καταλαμβάνουν όλο σχεδόν τον χώρο της σκηνής της μικρής αίθουσας της Στέγης, ήταν αρκετό για να μου φτιάξει την διάθεση και να με κάνει να περιμένω μια συναυλία διαφορετική από τις υπόλοιπες, ακόμα και για τον συνέχεια μεταβαλλόμενο από την φύση του χώρο της jazz. Και η συνέχεια με επιβεβαίωσε και με το παραπάνω!

 

Οι τρεις πιανίστες που έπαιξαν σε αυτά, αν και όλοι τους φυσικά ανήκοντας ψυχή τε και σώματι στην jazz, δεν θα μπορούσαν να είναι περισσότερο διαφορετικοί μεταξύ τους σε ύφος, αναφορές, ακόμα και καταβολές.  Αυτό όχι μόνο παράξενο δεν ήταν αλλά πιστεύω ότι ήταν και το κυριότερο στοιχείο για την επιτυχία του εγχειρήματος. Το ζητούμενο δεν ήταν να ακούσουμε τρεις «κόπιες» ενός εκτελεστή του ιδίου οργάνου αλλά να έχουμε τρεις μουσικούς με εντελώς διακριτή τεχνοτροπία αλλά και προσωπικότητα που κοινό τους στοιχείο να είναι ότι εκφραστικό μέσο απάντων είναι το πιάνο. Αυτό ακριβώς συνέβη με αποτέλεσμα καταρχήν να παρατηρήσουμε τις διαφορετικές μουσικές τους φυσιογνωμίες, τον τρόπο δηλαδή που καθένας προσεγγίζει καταρχήν το ιδίωμα της jazz και στη συνέχεια το πιάνο και, δεύτερο και πολύ σημαντικότερο, το πως οι προσεγγίσεις αυτές συνδυάστηκαν σε μιαν άλλη, την γοητευτική και κάποτε απρόβλεπτη ακόμα και για τους ίδιους συνισταμένη τους.

 

 

Οχι «διευθύνων» ίσως αλλά σίγουρα «οργανωτής» του μουσικού υλικού, πριν αλλά και κατά την διάρκεια της συναυλίας, ήταν αναμφίβολα ο Γιώργος Κοντραφούρης. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία εκ των τριών, καθηγητής στο τμήμα jazz της σχολής μουσικών σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου και, για εμένα, μακράν ο κορυφαίος από τους ουκ ολίγους πολύ καλούς πιανίστες που έχει αναδείξει η ελληνική jazz σκηνή. Ο «Φούρης» όμως, όπως τον ξέρουμε οι παροικούντες εν Ιερουσαλήμ, πέραν από εκπληκτικός εκτελεστής είναι και ένα ευρύτατο μουσικό πνεύμα, ήδη από τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την jazz. Δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη για αυτό από το Baby Trio του, το σχήμα που διατηρεί μόνιμα και αποτελείται από έναν κιθαρίστα, έναν ντράμερ και τον ίδιο να παίζει αποκλειστικά Hammond organ και καθόλου πιάνο.

 

 

Στο Baby Trio ο Κοντραφούρης  αξιοποιεί την σολιστική τεχνική του σε ένα άλλο, εντελώς διαφορετικό από κάθε πλευρά από το πιάνο, πληκτροφόρο όργανο με αποτέλεσμα μιαν ακόμα εκφραστική jazz οδό την οποία δεν θα είχε καν ανακαλύψει αν είχε μείνει σε αυτό που σπούδασε και παραμένει το βασικό του. Το κάνει μάλιστα τόσο επιτυχημένα και τόσο πολύ ώστε, όπως σχολίασε ο ίδιος με το χιούμορ που τον διακρίνει στην αρχή της συναυλίας, «ένας λόγος που βρίσκομαι σήμερα εδώ είναι σαν απάντηση σε όσους λένε ότι ο  Κοντραφούρης δεν παίζει πια πιάνο»!

 

Ο τριανταπεντάχρονος Φινλανδός (από μια χώρα δηλαδή στην οποία διόλου τυχαία συνέχισε τις αμιγώς πλέον jazz σπουδές του, μετά τις κλασικές στην Ελλάδα και δραστηριοποιείται ακόμα σε αρκετά μεγάλο βαθμό ο Γ. Κοντραφούρης) Aki Rissanen δεν είναι απλά μουσικός διαφορετικού ύφους αλλά «σχολής», προφανώς της λεγόμενης σκανδιναβικής. Αυτό σημαίνει ότι έχει αφήσει πολύ λιγότερο πίσω του τις κλασικές του σπουδές από όσο άλλοι τζαζίστες ανάλογης παιδείας αλλά αντίθετα ενυπάρχουν ακόμα στο παίξιμο του που είναι ακριβέστατο, με έμφαση στην λεπτομέρεια, ιδιαίτερα συγκροτημένο, ακόμα και συγκρατημένο κάποιες φορές. Το πολύ cool όμως αυτό ταμπεραμέντο του, τόσο σαν ανθρώπου όσο και ως εκτελεστή, δεν τον εμποδίζει φυσικά καθόλου από τα να είναι ένας άριστος jazz μουσικός.

 

Τέλος ο μόλις εικοσιπεντάχρονος Νίκος Αναδολής είναι πραγματικά....«άλλο μοντέλο», όπως χαρακτηριστικά τον αποκάλεσε ο Γ. Κοντραφούρης ο οποίος δεν τον λέει τώρα έτσι αλλά ήδη από τα δώδεκα του που παρακολουθεί την εξέλιξη του. Είναι ενδεικτικό ότι δεν σπούδασε απλά στο Berklee College της Βοστόνης, την δικαίως πιο φημισμένη διεθνώς jazz σχολή δηλαδή, όπως και αρκετοί άλλοι Ελληνες τζαζίστες αλλά και με πλήρη υποτροφία. Η αψεγάδιαστη αλλά και απαράμιλλη τεχνική του συνοδεύεται όμως και από μιαν ολότελα προσωπική αντίληψη του ιδιώματος. Οπως ακριβώς και ο Κοντραφούρης ο Αναδολής κατέχει πολύ καλά όλα τα διαδοχικά ρεύματα της jazz αλλά, αντίθετα με εκείνον, δεν σταματάει πριν την free αλλά μπαίνει αρκετά μέσα και στην δική της παράδοση.

 

Υπήρξε μια πολύ χαρακτηριστική στιγμή κατά την διάρκεια της συναυλίας όταν ο Αναδολής έπαιζε με το δεξί του χέρι στο κλαβιέ και με το αριστερό «μέσα» στο πιάνο, απευθείας στις χορδές δηλαδή. Το να συνδυάζεις ταυτόχρονα δύο τόσο διαφορετικές τεχνικές παιξίματος είναι ασύγκριτα πιο δύσκολο από όσο φαίνεται όταν το διαβάζεις ή ακόμα και το βλέπεις, Το «μουσικό σχόλιο», με χιούμορ αλλά και μια δόση θαυμασμού, του Κοντραφούρη για  κάτι που είναι εντελώς έξω από την εκτελεστική του κουλτούρα, ήταν να ανοίξει και αυτός για πρώτη φορά και για λίγο το καπάκι του πιάνου του και να κάνει μερικούς... θορύβους στο εσωτερικό του!

 

Όλα τα κομμάτια που ακούστηκαν πλην μιας μόνο διασκευής στο φινάλε ήταν συνθέσεις ενός εκ των τριών μουσικών. Έπαιξαν σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, από ένα κομμάτι μόνος του καθένας, σε τρία συνολικά ντουέτα και τα υπόλοιπα και οι τρεις μαζί. Όσο όμορφα ή και υπέροχα ακόμα να ήταν τα σόλο και τα ντουέτα όμως η συναυλία εκπλήρωσε απόλυτα τον σκοπό της και απέκτησε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, φτάνοντας μέχρι και να... απογειωθεί κάποιες στιγμές, στα τρίο. Σε αυτά ήταν που, ανεξάρτητα με το ποιος τα είχε συνθέσει και έπαιζε φυσικά την εισαγωγή τους, έμπαιναν σχεδόν αμέσως και οι άλλοι δύο  με τρόπο που ολοφάνερα ελάχιστα ή και καθόλου είχαν προετοιμάσει από πριν, αυτοσχεδιαστικό σε όλη του την ουσία και το μέγεθος δηλαδή. Και τότε, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, τρεις εξαίρετοι μουσικοί και ισάριθμες τόσο διαφορετικές μεταξύ τους τεχνοτροπίες, συνδυάζονταν σε μια τέταρτη που εντέλει ήταν διαφορετική και από τις τρεις τους, το άθροισμα τους το οποίο νομοτελειακά υπερέβαινε κατά πολύ τα ήδη εκπληκτικά μέρη του.

 

Όταν έξι τόσο επιδέξια και ταλαντούχα χέρια «χόρευαν» ταυτόχρονα πάνω στα ασπρόμαυρα πλήκτρα αυτού που για εμένα είναι το πιο πλήρες αλλά και με όμορφο ήχο όργανο το αποτέλεσμα ήταν από σαγηνευτικό ως και μαγευτικό. Και περισσότερο και από τα ικανοποιημένα πρόσωπα των θεατών αυτό φάνηκε στο όχι απλά ευχαριστημένο αλλά σχεδόν... ευτυχισμένο χαμόγελο του Γιώργου Κοντραφούρη στο τέλος.

 

Το χαμόγελο ενός ανθρώπου που βλέπει ότι στο μουσικό ιδίωμα το οποίο αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλο, του αφοσιώθηκε και εξακολουθεί να παραμένει και με το παραπάνω ενεργός και δημιουργικός σε αυτό, υπάρχουν νεότεροι και ισάξιοι συνεχιστές του έργου του. Πόσο μάλλον όταν ένας από αυτούς όχι μόνον είναι επίσης Έλληνας αλλά και, με την ευρύτερη έννοια της λέξης, θα μπορούσε πολύ ωραία να θεωρηθεί και «μαθητής» του.