Από τα αρκετά υψηλοτάτου επιπέδου ορχηστρικά σύνολα που διαθέτει πλέον η χώρα μας το Ergon Ensemble είναι αυτό που έχει αφοσιωθεί με συνέπεια στις πιο σύγχρονες, κάποτε και πρωτοποριακές ή ακόμα και πειραματικές, τάσεις της λόγιας ορχηστρικής μουσικής. Στη συναυλία αυτή, αντίθετα με προηγούμενες του, παρουσίασε ένα και μόνον έργο. Πρόκειται για το αρκετά μεγάλο σε διάρκεια – λίγο περισσότερο από μιαν ώρα – «In Vain» του Αυστριακού Γκέοργκ Φρήντριχ Χάας που, εξ όσων γνωρίζω, παίχτηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

 

Ο εξηντατριάχρονος συνθέτης είναι από τους σημαντικότερους και πιο επιφανείς Ευρωπαίους εκπροσώπους της φασματικής μουσικής. Έγραψε το «In Vain» το 1999 με αφορμή την άνοδο στις εκλογές που έγιναν τότε στην Αυστρία του ακροδεξιού κόμματος, εκφράζοντας έτσι τον αποτροπιασμό αλλά και τους προβληματισμούς που του προκάλεσε αυτό το γεγονός. Οπως υποδηλώνει και το όνομα της η φασματική μουσική βασίζεται, πολύ περισσότερο από την όποια αρμονική ή μελωδική εξέλιξη, στο ηχητικό φάσμα που προσπαθεί να αποδώσει το χρωματικό, με άλλα λόγια το φάσμα που προκύπτει από την ανάλυση του φωτός. Για να αποδώσει δε τις αναρίθμητες αποχρώσεις του λειτουργεί με βάση τις μικροτονικές και όχι τις συγκερασμένες κλίμακες.

 

 

Ακόμα περισσότερο ίσως όμως ισχύει αυτό για το συγκεκριμένο έργο που πηγή έμπνευσης του ήταν ένα καθόλου ευχάριστο πολιτικό μα και κοινωνικό γεγονός. Βλέποντας τον φασισμό να σηκώνει και πάλι το φρικαλέο κεφάλι του στην χώρα του (στην οποία, ας μην το ξεχνάμε, γεννήθηκε ο Χίτλερ) ο Χάας συνέθεσε ένα έργο που έχει ως επίκεντρο του το φως – στην κυριολεκτική και όλες τις μεταφορικές του έννοιες - και την ανάγκη του ανθρώπου για αυτό. Ο Χάας δεν υιοθετεί την τυπική, ψυχρή ή και «μαθηματική» ακόμα αν προτιμάτε λογική που χαρακτηρίζει την συντριπτική πλειοψηφία της σύγχρονης μουσικής πρωτοπορίας. Αντίθετα τον ενδιαφέρει πολύ περισσότερο και προσπαθεί να εκφράσει τον ψυχισμό και τα συναισθήματα του και, διαμέσου αυτών, συνολικά του ανθρώπου της εποχής μας.

 

Προφανώς λοιπόν δεν θα μπορούσε να μην συμβαίνει αυτό σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό σε ένα έργο του που γεννήθηκε σαν αντίδραση σε μια πολύ έντονα δυσάρεστη ψυχολογική και συναισθηματική φόρτιση. «In Vain» σημαίνει τόσο την ματαιοδοξία – πέστε την και μισαλλοδοξία - του φασισμού όσο και την αίσθηση ματαιότητας που προκαλεί πολλές φορές στον έλλογο άνθρωπο και δημοκρατικό πολίτη ο συνεχής αγώνας εναντίον του, η προσπάθεια του να τον αντιμετωπίσει που δυστυχώς δεν φαίνεται να αποδίδει όσο θα έπρεπε και αναπόφευκτα υποδαυλίζει την απογοήτευση, ακόμα και την παραίτηση για ορισμένους.

 

Ο Χάας απέδωσε αυτή την διαπάλη που μαίνεται πια στο εσωτερικό των περισσοτέρων δυτικών κοινωνιών, αυτή την σύγχρονη εκδοχή της προαιώνιας και ατέρμονης μάχης του εσώτερου καλού του ανθρώπου με το πιο απόλυτο ίσως κακό, σαν μια νοητή πορεία από το φως προς το σκοτάδι και από εκεί ξανά προς το φως. Την πορεία αυτή «απεικόνισε» με μιαν ενορχήστρωση  στην οποία τα πνευστά υπερτερούν αριθμητικά και κυριαρχούν επί των εγχόρδων και η οποία επίσης περιλαμβάνει πιάνο, άρπα, ακορντεόν και δύο εκτελεστές κρουστών.

 

Μορφικά το «In Vain» κινείται σε δύο επίπεδα, το πιο αργό που συμβολίζει το σκοτάδι και χαρακτηρίζεται από τις πιο χαμηλές συχνότητες όλων των οργάνων, ακόμα και των πνευστών και σύντομα περάσματα από το πιάνο και την άρπα που εντείνουν την ήδη «βαριά» ατμόσφαιρα και το πιο γρήγορο όπου τα πνευστά παίζουν πολύ γρήγορα σχήματα στις υψηλότερες περιοχές τους με τα έγχορδα να τα συνοδεύουν με συνεχή, φαινομενικά τυχαία αλλά στην πράξη πολύ προσεχτικά σχεδιασμένα, glissandi τα οποία καλύπτουν όλη την έκταση τους και τα κρουστά να κάνουν πολύ πιο αισθητή την παρουσία τους. Επί της ουσίας πρόκειται για μιαν έκρηξη ηχοχρωμάτων που προκαλεί στις αισθήσεις αλλά και στο μυαλό μιαν ανάλογη έκρηξη φωτός.

 

Έτσι, παρότι εκκινεί ως περιγραφή για κάτι πάρα πολύ άσχημο, το «in Vain» καταλήγει εξαιρετικά όμορφο αφήνοντας παράδοξα στον ακροατή μιαν αίσθηση ευφορίας, ίσως ακόμα και ...ευεξίας.

 

Υπό την άριστη διεύθυνση  του πολύ «διαβασμένου» αλλά και ακριβή Kasper De Roo η εκτέλεση του Ergon Ensemble θα μπορούσε πολύ απλά να χαρακτηριστεί τέλεια, κάνοντας κάθε άλλο σχόλιο περιττό. Μοναδική μου ένσταση ο φωτισμός, είτε ακολουθούσε επακριβώς τις οδηγίες του ίδιου του Χάας είτε είχε σχεδιαστεί ειδικά για την συγκεκριμένη παράσταση. Αντί δηλαδή να αφήνει την μουσική να μιλήσει η ίδια με όλη την δύναμη και τα χαρίσματα της προσπαθούσε να υπογραμμίσει, αν  όχι να υπερτονίσει, τα νοήματα που εκείνη ήθελε να μεταφέρει, φτάνοντας σε υπερβολές οι οποίες είτε κούραζαν, είτε ενοχλούσαν είτε έκαναν αμφότερα αυτά ταυτόχρονα.

 

Αυτό συνέβαινε τόσο  στην άκρατη και πολύχρωμη, συχνά και στροβοσκοπική... φωτοχυσία του «φωτεινού» μέρους όσο και στον πιο χαμηλών μεν τόνων αλλά σε αφύσικες, κάποτε και καθαρά τεχνητές αποχρώσεις, φωτισμό του «σκοτεινού» που ταλαιπωρούσε άσκοπα και... μάταια τα μάτια. Πλην αυτού όμως οι όχι και πάρα πολλοί/ές που την παρακολουθήσαμε απολαύσαμε μιαν εξαίρετη συναυλία ενός υπέροχου έργου.