Οι παιδικές παραγωγές/αναθέσεις του Ελληνικού Σχεδίου του Δημήτρη Παπαδημητρίου εξαρχής (δηλαδή το έργο του ιδρυτή και προέδρου του Ε. Σ. «Μύθοι Του Αισώπου») ξεχώριζαν όχι μόνο για την ποιότητα τους αλλά και για το ότι αντιμετωπίζουν τους μικρούς θεατές με τον μόνο σωστό και κατάλληλο για την σημερινή εποχή τρόπο, δηλαδή όχι πατερναλιστικά αλλά με τον σεβασμό που αρμόζει σε μέλλοντες ενήλικες.

 

Η πλέον πρόσφατη όμως αναμφίβολα ήταν η πιο φιλόδοξη αλλά και ολοκληρωμένη, ανεβαίνοντας τουλάχιστον τρία επίπεδα σε σxέση με τις προηγούμενες και αντίστοιχα ανεβάζοντας τον πήχυ για τους υπευθύνους του Ελληνικού Σχεδίου (πιθανόν και για άλλους που βρίσκονται σε ευγενή και όχι κακοπροαίρετη άμιλλα μαζί του) ίσως ακόμα περισσότερο. Και αυτό παρά την πολύ απλή αρχική ιδέα, το να εμπνευστεί δηλαδή από ελληνικούς και μη μύθους μια ομάδα συνθετών/έτιδων (όλοι και όλες διακριθέντες/είσες στους Αγώνες Δημιουργίας Ελληνικού Τραγουδιού που διοργάνωσε για πέντε συνεχείς χρονιές το Ελληνικό Σχέδιο) ώστε να δημιουργήσουν σημερινά τραγούδια για παιδιά.

 

 

Η πρώτη και σημαντικότερη διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά υπήρχε ένα πολύ ενδιαφέρον concept, «μια ιστορία με σκιές και ήχους». Το concept αυτό ανέλαβε να δημιουργήσει ο ποιητής Γιώργος Κοροπούλης ο οποίος επινόησε έναν άλλο μύθο εντός του οποίου εντάχθηκαν εκείνοι τους οποίους διηγούνταν τα τραγούδια. Τον μύθο αυτό τον αφηγείτο (σε έξι μέρη, πρόλογο, τέσσερα ιντερμέδια και επίλογο) ένας σύγχρονος «παραμυθάς». Αυτό που με εντυπωσίασε ιδιαίτερα είναι ότι ο Γ. Κοροπούλης είχε γράψει αυτή την αφήγηση όχι μόνο σε έμμετρο – και όχι πεζό, όπως θα ήταν αναμενόμενο – λόγο αλλά και ότι η μετρική και γενικότερα η τεχνική των στίχων του παρέπεμπε στο δημοτικό τραγούδι και, ακόμα περισσότερο, στην αρχαιοελληνική ποίηση φτάνοντας μέχρι και τα ομηρικά έπη! Τον «παραμυθά» ενσάρκωσε ο Μανώλης Μαυροματάκης, εξαίρετος ηθοποιός και τακτικός πλέον συνεργάτης στις παιδικές παραγωγές του Ελληνικού Σχεδίου, τόσο ιδανικά ώστε πολύ δύσκολα μπορούσες να φανταστείς καταλληλότερο για τον ρόλο.

 

 

Το concept αυτό υποστήριζε με πολύ ευφυή, αν και λιτό στην πραγματικότητα, τρόπο το σκηνικό του Ηλία Καρελλά ο οποίος είχε και την συνολική σκηνοθετική επιμέλεια της παράστασης. Ο Ηλίας Καρελλάς είναι δημιουργός του θεάτρου σκιών της νεότερης γενεάς και της ακόμα νεότερης αντίληψης. Δίπλα στην παραδοσιακή τεχνική του μέσου του χρησιμοποιεί και πολύ πιο σύγχρονες όπως όμως και την τεχνολογία, πριν από όλα το βίντεο αλλά και την δημιουργική αξιοποίηση του φωτισμού τον οποίο επίσης είχε σχεδιάσει στον μεγαλύτερο βαθμό του ο ίδιος. Θεωρώ μιαν από τις ευρηματικότερες στιγμές, όχι μόνον παιδικής αλλά και παράστασης για ενηλίκους που παρακολούθησα τε τελευταία  χρόνια, την είσοδο της ορχήστρας στη σκηνή με τους μουσικούς που φάνηκαν αρχικά ως ίσκιοι στο video wall πριν προχωρήσουν για να πάρουν τις θέσεις τους!

 

Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν εντάχθηκαν τα τραγούδια οκτώ δημιουργών, των Άγγελου Αγγέλου, Κωνσταντίνου Ευαγγελίδη, Χρυσόστομου Καραντωνίου, Νεφέλης Λιούτα, Ηλία Μαυροσκούφη, Νίκου Παπαδογιώργου, Χρυσοβαλάντη Σωτηρίου και Φένιας Χρήστου. Τρεις από αυτούς, οι Ν. Λιούτα, Η. Μαυροσκούφης και Φ. Χρήστου, έγραψαν οι ίδιοι τους στίχους των τραγουδιών τους και τα ερμήνευσαν. Επίσης βοήθησαν ερμηνευτικά τους άλλους πέντε ομοτέχνους τους που συνεργάστηκαν με άλλους για τους στίχους των τραγουδιών τους. Τα υπόλοιπα τραγούδια των τελευταίων ερμήνευσαν οι Ηλίας Ζης, Σπυριδούλα Μπάκα, η υψίφωνος Ευδοκία Μωυσίδου, ο ηθοποιός Φοίβος Ριμένας και ο εκ των μουσικών της ορχήστρας Αλέξανδρος Καψοκαβάδης. Τους συνόδευσε ένα πλήρες και ποικίλο ως προς τη σύνθεση του δεκαμελές ορχηστρικό σχήμα (πιάνο, κιθάρα, keyboards, ακορντεόν, κλαρινέτο/μπαντούρι/φλογέρες/νέι, λάφτα/μαντολίνο/ούτι/σάζι, βιολί, βιολοντσέλο, κοντραμπάσο και κρουστά)  θαυμάσιων σολίστ υπό την,  έστω και άτυπη, διεύθυνση του βιρτουόζου πιανίστα Αχιλλέα Γουάστορ.

 

 

Όλα τα τραγούδια που ακούστηκαν ήταν από ευπρεπέστατου επιπέδου και άνω, πολλά μάλιστα από αυτά έφεραν ισχυρή την προσωπικότητα της γραφής του δημιουργού τους και είχαν ουκ ολίγες αρετές. Ερμηνευτικά για εμένα την παράσταση έκλεψε το «Η Νόνα Η Γοργόνα» του Κωνσταντίνου Ευαγγελίδη σε στίχους Καλλιόπης Ευαγγελίδου στο οποίο η Ευδοκία Μωυσίδου – στη μία και μοναδική συμμετοχή της -  χρησιμοποίησε με τέτοιο  έλεγχο αλλά και με τόσο έξυπνο τρόπο την οπερετική φωνή της ώστε το αποτέλεσμα ήταν ένα καταπληκτικό σύγχρονο λαϊκό τραγούδι για παιδιά που όμως υπερέβαινε και πάρα πολλά, «επωνύμων» και μη δημιουργών του ιδιώματο,ς για ενήλικες!

 

Αν όμως θελήσουμε να προχωρήσουμε κάτω από την επιφάνεια κάνοντας μιαν εποικοδομητική κριτική τα πράγματα φαίνονται λίγο διαφορετικά. Στα περισσότερα από τα μισά τραγούδια ήταν περισσότερο ή λιγότερο φανερή μια «αμηχανία», κυρίως ως προς την σχέση και ισορροπία μουσικής και στίχου. Έμφαση στο γεγονός αυτό προσέδιδε και το ότι τα παραδοσιακά/ανατολίτικα όργανα στην πλειοψηφία των περιπτώσεων υποχρησιμοποιήθηκαν ως απλά ποικίλματα σαφώς κλασικιζόντων ενορχηστρώσεων ή και δεν χρησιμοποιήθηκαν καθόλου. Αντίθετα ελάχιστες φορές πρωταγωνίστησαν, ακόμα και όταν η φύση ή και η δομή ακόμα των συνθέσεων τα καθιστούσαν ως και απαραίτητα.

 

 

Οχι συμπτωματικά επίσης εκείνα που κατάφερναν να υπερβούν ακόμα και εντελώς τις παραπάνω αδυναμίες ήταν τα τραγούδια των Ν. Λιούτα, Η. Μαυροσκούφη και Φ. Χρήστου, ακριβώς δηλαδή των τριών δημιουργών που μπορούμε να πούμε ότι αντιμετώπισαν το υλικό τους ως τραγουδοποιοί/ερμηνευτές(/ες). Ειδικά το «Ένα Νανούρισμα Για Τον Γιούλβερ Το Λυκανθρωπάκι» της Νεφέλης Λιούτα θεωρώ ότι ήταν η κορυφαία στιγμή της παράστασης, συνεπέστατο ως προς τις προθέσεις του και απολύτως ολοκληρωμένο, άρα και επιτυχημένο στο έπακρο σαν αποτέλεσμα. Ένα υπόδειγμα παιδικού τραγουδιού του σήμερα με άψογη ισορροπία μουσικής, στίχων αλλά και ερμηνείας, με συνεχή μικροτονικά ανεβοκατεβάσματα στις υψηλότερες περιοχές της φωνής που έφερναν στο νου το κελτικό στοιχείο που χαρακτηρίζει, για παράδειγμα, την Loreena McKennitt και την Enya, παραπέμποντας έτσι, συνειδητά ή μη, στην σκοτική καταγωγή του συγκεκριμένου μύθου.

 

 

Διόλου συμπτωματικά η Νεφέλη Λιούτα είναι εκείνη που έχει περισσότερη πείρα από όλους τους συμμετέχοντες όχι μόνο από τραγούδια αλλά γενικότερα από μουσική για παιδιά σε διάφορες μορφές της ενώ διδάσκει βιολί σε παιδιά πολύ μικρών ηλικιών. Γνωρίζει λοιπόν πολύ καλά, ίσως και εξ ενστίκτου, ότι η καλύτερη παιδική μουσική πρέπει να διαθέτει το μαγευτικό εκείνο στοιχείο που χαρακτηρίζει τις «Γυμνοπαιδειές» του Ερικ Σατί. Μιας σειράς δηλαδή απλούστατων συνθέσεων ή και σπουδών ακόμα που γράφτηκαν ως υλικό μελέτης παιδιών τα οποία σπουδάζουν μουσική αλλά η σοβαρότητα που τις αντιμετώπισε ο Σατί και η πηγαία ομορφιά τους τις καταξίωσε σχεδόν αμέσως ως μια από τις καλύτερες στιγμές του πιανιστικού ρεπερτορίου της σύγχρονης μουσικής.

 

 

Αυτός είναι και ο μοναδικός τρόπος για να ασχοληθεί κανείς σοβαρά και κυρίως με διάρκεια με την μουσική για παιδιά, το να γράφει για αυτά όπως ακριβώς θα έγραφε για ενηλίκους που απλά έχουν λιγότερες προσλαμβάνουσες από την μουσική μα και οτιδήποτε άλλο.  Αν και όμως αυτό δεν συνέβη όσο θα ήθελα στην παράσταση η φροντίδα, η προσοχή αλλά και το μεράκι που είχαν επενδυθεί σε κάθε παράμετρο της δημιούργησαν ένα τόσο άρτιο συνολικό αποτέλεσμα που δεν έκανε μόνο να φύγουν ενθουσιασμένα τα παιδιά αλλά και με ένα ευχαριστημένο χαμόγελο τους γονείς και όποιους άλλους ενηλίκους συνοδούς τους!