Μπορεί μια καλή από κάθε πλευρά  συναυλία να είναι ταυτόχρονα από αρκετά ως και πολύ σε κάποιες στιγμές αδιάφορη, ακόμα και βαρετή; Δεν μπορώ να ξέρω πως ήταν η πρώτη εμφάνιση του Sivert Høyem στο Ηρώδειο την Πέμπτη. Η δεύτερη όμως που προστέθηκε μετά το τόσο γρήγορο sold out κατάφερε παράδοξα να συνδυάσει αυτούς τους δύο τόσο αντιφατικούς χαρακτηρισμούς.

 

Υπήρχαν μια σειρά από συγκεκριμένους παράγοντες που έκαναν αυτή τη συναυλία τόσο κουραστική κάποιες φορές.

 

Ο πρώτος και κυριότερος ήταν η επιλογή των τραγουδιών, το set list. Σε αντίθεση για παράδειγμα με την εμφάνιση του στο «Πειραιώς Academy» την άνοιξη,  στα πλαίσια της μικρής περιοδείας που είχε κάνει στην Ελλάδα όταν μόλις είχε κυκλοφορήσει το «Lioness» και στην οποία ο Høyem και η μπάντα του έπαιξαν με πολύ κέφι κυρίως τραγούδια από αυτό, το τότε νέο τους υλικό δηλαδή. Αυτή τη φορά σε πολύ μεγάλο βαθμό έπαιξε ένα «best of» της μέχρι τώρα προσωπικής διαδρομής του, από τα πέντε (έξι αν συμπεριλάβουμε και το «Exiles» που κυκλοφόρησε ως Sivert Høyem & The Volunteers το ’06) albums του και, λιγότερο, μαζί με τους Madrugada. «Best of» κατά τον ίδιο και υπό μια πολύ συγκεκριμένη οπτική βέβαια, γιατί δεν ακούστηκε ας πούμε το «Long Slow Distance», το ομότιτλο τραγούδι του δίσκου του ’11, που αντικειμενικά είναι ένα από τα καλύτερά του;

 

 

Από τυπικής πλευράς η συναυλία δεν ήταν απλά καλή, αλλά άψογη! Τέλειος ήχος, εξαιρετικό παίξιμο από όλους τους μουσικούς και φυσικά το υψηλό επίπεδο ερμηνείας στο οποίο μας έχει συνηθίσει ο Høyem. Μόνο που, σε αντίθεση με όλες τις άλλες φορές που τον έχω δει, η μπάντα του έπαιζε σαν να φοβόταν μήπως... σκίσει τα καλσόν! Και ο ίδιος, αν και με την αυτοπεποίθηση και την άνεση που πάντα τον χαρακτηρίζει στη σκηνή, αυτά που έλεγε ανάμεσα στα τραγούδια και ορισμένες κινήσεις του κάποιες φορές έδειχναν σαν να ήταν υποχρεωμένος κατά κάποιο τρόπο να τα πει και να τα κάνει. Σε μια – δυο περιπτώσεις μάλιστα κατέφυγε σε ανούσιους και περιττούς θεατρινισμούς που δεν τον έχω ξαναδεί να κάνει, όπως όταν γονάτισε στη σκηνή δίκην...  Bruce Springsteen στα νιάτα του.

 

Η τραγουδίστρια (θα με συγχωρέσετε για το ότι δεν συγκράτησα το νορβηγικό όνομα της που άκουσα για πρώτη φορά) η οποία συμμετείχε σε δυο – τρία  κομμάτια και ο Sivert μας σύστησε με τόσο ενθουσιασμό αποδείχθηκε επαρκής μεν αλλά και εντελώς απρόσωπη δε.

 

 

Δεν πήγα καθόλου προδιατεθειμένος να «θάψω» τον Høyem.

 

Τον γνωρίζω προσωπικά, τον συμπαθώ πολύ σαν άνθρωπο και τον θεωρώ έναν από τους καλύτερους rock μουσικούς και τραγουδοποιούς της γενιάς του, σε ευρωπαϊκό επίπεδο εννοείται και όχι μόνο για τη Νορβηγία ή έστω ολόκληρη την Σκανδιναβία. Μετά τη συναυλία όμως σκεφτόμουν ότι ένα περιστατικό του οποίου συμπτωματικό  ήμουν μάρτυρας την Παρασκευή το απόγευμα θα έπρεπε να με είχε κάπως προετοιμάσει για το πως θα ήταν.

 

Περνώντας δηλαδή έξω από ένα από τα μετρημένα στα δάκτυλα πλέον αποκλειστικά δισκοπωλεία του κέντρου της Αθήνας αντί για τα τρία – τέσσερα το πολύ άτομα που συνήθως είναι μέσα είδα μια ουρά που ξεκινούσε από το πατάρι και έφτανε σχεδόν στο πεζοδρόμιο, αγόρια και κορίτσια δέκα οκτώ με είκοσι πέντε ετών. Ειλικρινά δεν χρειάστηκε καν να κοιτάξω στο πατάρι για να καταλάβω ότι ήταν εκεί ο Sivert Høyem και υπέγραφε CD του. Ακριβώς όπως συνέβαινε σε αλήστου μνήμης, αν και όχι τόσο μακρινές, εποχές με τους ημετέρους Βανδή και Ρουβά!

 

Ήταν και αυτό μέρος της πολύ προσεχτικά οργανωμένης κίνησης που αποτελούσε αυτή η  επίσκεψη του Høyem στην Αθήνα, της οποίας η προετοιμασία είχε αρχίσει τέσσερα ολόκληρα χρόνια πριν. Μιας κίνησης που όχι μόνον τελούσε υπό την αιγίδα της νορβηγικής πρεσβείας αλλά η τελευταία είχε πολύ ενεργό συμμετοχή σε αυτήν, με τον πρέσβη κυριολεκτικά να παραλαμβάνει τον Høyem από το αεροδρόμιο. Μιας κίνησης που αντικειμενικός σκοπός της ήταν αυτό που, για όσους δεν το γνώριζαν, ανακοίνωσε ο  ίδιος από την σκηνή κάτω από θύελλα χειροκροτημάτων, την ηχογράφηση ενός live CD και την μαγνητοσκόπηση των δύο τελικά συναυλιών για ένα αντίστοιχο DVD.

 

Μετά από έξι δίσκους έχει φτάσει πια η στιγμή  να το κάνει και αυτό, μέχρι τώρα υπήρχε μόνον ένα live album των Madrugada. Και ποιος καλύτερος χώρος για να πραγματοποιηθεί από το Ωδείο Ηρώδου Αττικού, αυτό το «πανέμορφο, ιστορικό μέρος» όπως είπε ο ίδιος, κάτω από την Ακρόπολη με όλη την συμβολική σημασία που έχει αυτό και στην καρδιά της πρωτεύουσας της μόνης άλλη χώρας όπου είναι τόσο δημοφιλής όσο και στην δική του; Το επίσημο νορβηγικό κράτος, όπως όλα τα αληθινά και όχι γιαλαντζί πολιτισμένα, δεν μπορούσε παρά να παρέμβει διαμέσου της πρεσβείας του σε αυτό το γεγονός φροντίζοντας παράλληλα ένα από τα καλύτερα εξαγώγιμα προϊόντα του.

 

 

Υπό αυτές τις συνθήκες δεν είναι καθόλου παράξενο ότι τα τραγούδια ερμηνεύτηκαν και παίχτηκαν καλά, αλλά και τόσο «άχρωμα».

 

Μοναδικές εξαιρέσεις το «Honey Bee» των Madrugada, τόσο πλούσιο συναισθηματικά ώστε είναι αδύνατο να το αποδυναμώσει πέραν ενός σημείου και το «Sleepwalking Man», το αληθινά υπέροχο πρώτο single του «Lioness». Το δεύτερο ήταν και το μόνο ίσως στο οποίο το κουαρτέτο εγχόρδων είχε μιαν ουσιαστική συμμετοχή γιατί, κατά τα άλλα, στο μεγαλύτερο μέρος της συναυλίας περιοριζόταν να  παίζει ισοκράτες που απλά «γέμιζαν» τον ήχο και αν έλειπαν ουδείς θα το πρόσεχε. Ούτε έχει τόση σημασία ότι το ακρόαμα αλλά και το θέαμα αποδείχθηκαν πολύ «λίγα» για το Ηρώδειο, με αποτέλεσμα η μπάντα αλλά και ο Sivert σχεδόν να «χαθούν» πάνω στη σκηνή του. Η τεχνική τελειότητα και η τόσο εξελιγμένη πλέον τεχνολογία θα επιτρέψουν τα πάντα να ακούγονται στο CD και να φαίνονται στο DVD ιδανικά, έτσι όπως πρέπει και έχει συνηθίσει το νορβηγικό και όχι μόνο κοινό.

 

Οι χίπστερ, λοιπόν, που κατά συντριπτική πλειοψηφία κάθονταν στις κερκίδες του Ηρωδείου εκείνο το βράδυ και παραληρούσαν σε κάθε σύντομη εισαγωγή με σόλο πιάνο λες και έβλεπαν μπροστά τους τον... Μπετόβεν να γράφει ένα έργο του, σίγουρα έφυγαν πολύ ικανοποιημένοι. Είδα όμως και αρκετούς άλλους αληθινούς και συνειδητούς μουσικόφιλους να κουνούν με περίσκεψη, προβληματισμένοι και ίσως και με κάποια αποδοκιμασία τα κεφάλια τους...