Οι εμφανίσεις της έτσι κι αλλιώς είναι λίγες με κορυφαία μέχρι τώρα αυτή του περασμένου καλοκαιριού στο κατάμεστο Ηρώδειο. Με αυτό ως δεδομένο και με το ότι το όνομά της είναι από τα πολυσυζητημένα της νέας γενιάς θα περίμενε κανείς να μπει σε ένα ασφυκτικά γεμάτο Fuzz. Παρόλα αυτά 300-400 άτομα χωρούσαν ακόμα άνετα, αν σκεφτείς και ότι είχε μπει μια μεγάλη επέκταση στη σκηνή.

Η Μόνικα έχει ένα στυλ που ή σου αρέσει ή όχι. Από τη μία είναι σα να βλέπεις μία φτασμένη σταρ και από την άλλη ένα πρωτοεμφανιζόμενο κορίτσι. Για κάποιους το θέμα «Μόνικα» είναι αποτέλεσμα ασκήσεων επί χάρτου, για άλλους ο προσωπικός αυθόρμητός της κόσμος που ανεβαίνει μαζί της στη σκηνή. Ό,τι και να είναι από τα δύο έχει καταφέρει να συγκεντρώσει κόσμο που την ακολουθεί και δύσκολα βρίσκεις σε άλλους αγγλόφωνους καλλιτέχνες.

 

Από το 2011 που έπαιξε για πρώτη φορά σε αυτόν τον χώρο αυτά που έχουν αλλάξει είναι μάλλον περισσότερα από αυτά που έχουν μείνει ίδια. Έχει περισσότερα δικά της κομμάτια (με αρκετά δάνεια ξένων κομματιών), νοιώθει εμφανώς πιο άνετη στη σκηνή, το πρόγραμμά της είναι πιο σφιχτό, η μπάντα πιο γκρουβάτη, ελληνικό κομμάτι δεν ακούσαμε ούτε ένα (αν θυμάμαι καλά πρέπει να είχε πει το «Αυτή η νύχτα μένει» και το «Τυχερό μου αστέρι» τότε) και η αυτοπεποίθησή της είναι μεγαλύτερη. Πράγμα λογικό αν σκεφτεί κανείς την πορεία και την ηλικία της.

 

Η Μόνικα έχει κάτι που λείπει γενικά από τους Έλληνες καλλιτέχνες, ειδικά τους νεότερους. Έχει παραγωγό και μία ομάδα ανθρώπων που δουλεύουν για εκείνη γνωρίζοντας ποια είναι και τι θέλει να κάνει. Αυτό είναι μία καλλιτεχνική πολυτέλεια μεν, πολύ χρήσιμη δε.

 


οι φωτογραφίες είναι από το Offical Facebook Page της Μόνικας

 

ΤΑ +

Σίγουρα κάτι που σχολιάζεις φεύγοντας είναι τα – για ακόμη μία φορά – ωραία φώτα (η χαρά του ματιού και του φωτογράφου)

Η ροή των κομματιών ήταν σφιχτή και ωραία δομημένη

Η μπάντα που σταθερά στα live της είναι καλή. (για τα ονόματα των μουσικών βέβαια δεν ενημερωθήκαμε ποτέ...)

Το οικονομικό εισιτήριο

Δεν είχε διάλειμμα

 

ΤΑ -

Θα μπορούσε να παίξει λιγάκι ακόμα, όχι πολύ, ένα τεταρτάκι… (Η διάρκεια της συναυλίας είναι περίπου 1:45’)

Λίγο αμήχανο το ανκόρ που φεύγεις από τη σκηνή, δεν χειροκροτεί και πολύς κόσμος - παρότι περιμένει… και ξαναβγαίνεις. Ίσως επειδή η βραδιά ήταν βροχερή, ίσως επειδή πολλοί είχαν το νου τους στο κινητό και στο έτερον ήμισυ (το δικό τους  ή κάποιου άλλου), το κοινό γενικά δεν ήταν τόσο θερμό όσο άλλες φορές…

 

Ο όγκος που είχε η μπάντα από πίσω της έκανε τη φωνή της να φαίνεται αρκετά περιορισμένη σε σχέση με τα πιο ήσυχα κομμάτια και κάποιες φορές μέσα στο live τα πνευστά ναι μεν έπαιζαν αλλά δεν ακουγόταν…