Η παράσταση αυτή ήταν μια ισχυρότατη και ταυτόχρονα λαμπρή απόδειξη ότι ιδιώματα αλλά και ένα συγκεκριμένο είδος ακροαμάτων και θεαμάτων που δεν έχουμε συνηθίσει και πολλοί ίσως να θεωρούν και μη κατάλληλα για την Ελλάδα μπορούν πολύ ωραία να πραγματοποιηθούν και να υπάρχουν στη χώρα μας αρκεί φυσικά να έχει επενδυθεί σε αυτά μεράκι, ο αναγκαίος κόπος και πάνω από όλα σκληρή και συστηματική δουλειά.

Μια παραγωγή με αξιοπρεπέστατο, κάποιες φορές ακόμα και εντυπωσιακό επίπεδο η οποία – παρά τον φυσικά πολύ πιο περιορισμένο συγκριτικά προϋπολογισμό της – είχε να ζηλέψει ελάχιστα, σχεδόν τίποτα, από ανάλογες του εξωτερικού δείχνοντας έτσι στην πράξη ότι δεν λείπουν από την Ελλάδα οι γνώσεις και βέβαια οι άνθρωποι που μπορούν να «παίξουν το παιχνίδι» με διεθνείς  και όχι με τους μίζερους εγχώριους όρους.

 

Ο Θεόδωρος Στάθης ομολογουμένως δεν πρωτοτυπεί συνθετικά αλλά έχει αφομοιώσει κάτι περισσότερο και από καλά ολόκληρη την ρομαντική και σε ένα βαθμό την μετα-ρομαντική κλασική παράδοση. Στην περίπτωση της συγκεκριμένης όπερας το αποτέλεσμα ήταν συνολικά πολύ όμορφο και κάποιες στιγμές αληθινά εξαιρετικό. Πιστεύω μάλιστα ότι θα κέρδιζε πολύ αν υπήρχαν και κρουστά για να τονίζουν τα πιο έντονα μουσικά και πλέον φορτισμένα συναισθηματικά σημεία του έργου, κάτι που ο δημιουργός και ενορχηστρωτής ίσως να πρέπει να λάβει υπόψη του για μελλοντικό ανέβασμα της όπερας. Όπως και αν έχει πάντως η μουσική είναι το κυριότερο ατού της «Άλκηστις» και άμεσα ή έμμεσα η αιτία και για τα υπόλοιπα θετικά της στοιχεία.

 

Και αυτά είναι πολλά, με πρώτο βέβαια την σκηνοθεσία (και κινησιολογία) της Έρσης Πήττα στην οποία φαίνεται από το πρώτο ήδη λεπτό το ταλέντο αλλά και η πολύχρονη πείρα της, εντός μα και εκτός Ελλάδας. Με ξεκάθαρη, ολοκληρωμένη άποψη και πλήρη κατανόηση πρώτιστα της μουσικής και στη συνέχεια του περιεχομένου αλλά και των νοημάτων του λιμπρέτου η Ε. Πήττα καθοδήγησε όλους τους συντελεστές ώστε το σύνολο να φτάνει στα όρια του άψογου.

 

 

Πιθανόν όμως να μην είχε καταφέρει κάτι τέτοιο αν και το εκτελεστικό μέρος της μουσικής δεν ήταν ισάξιο. Ευτυχώς όμως η ορχήστρα Academica έδειξε για άλλη μια φορά το πολύ υψηλό επίπεδο της καθώς εμφανίστηκε πολύ καλά προβαρισμένη, με σωστή αίσθηση των δυναμικών του έργου και την δέουσα προσοχή στις λεπτομέρειες του. Αυτό φυσικά οφείλεται στον μεγιστο βαθμό στον Ραφαήλ Πυλαρινό ο οποίος την είχε προετοιμάσει αρτιότατα και την διηύθυνε ιδανικά, δίχως εύκολους εντυπωσιασμούς και ηχητικά «πυροτεχνήματα» αλλά μεθοδικά και με ουσία.    

 

Με την δική  του διδασκαλία στο μουσικό σκέλος και της Ε. Πήττα στο υποκριτικό οι ερμηνευτές εμφανίστηκαν μελετημένοι και επαρκέστατοι στους ρόλους τους. Και αν ο Σταύρος Σαλαμπασόπουλος ήταν – κυρίως φωνητικά -  ένας ίσως λίγο υπερβολικός Ηρακλής ο Ζαφείρης Κουτελιέρης με αίσθηση του μουσικού και σκηνικού μέτρου αλλά και με αυτοπεποίθηση έδωσε έναν ισορροπημένο και πιστό ως προς το λιμπρέτο Αδμητο ξεχωρίζοντας αισθητά από ένα πολύ καλό ensemble. Αν και – χωρίς να θέλω να μειώσω ούτε στο ελάχιστο τους και τις μονωδούς – όπως ακριβώς είχε ειπωθεί και στη συνέντευξη Τύπου πριν μερικές ημέρες ο αληθινός πρωταγωνιστής της «Άλκηστις» είναι ο χορός και κατά τη γνώμη μου αυτός επίσης που έκλεψε την παράσταση, αν και ολιγομελής (πέντε αρχικά και στη συνέχεια έξι μονωδοί) η χορωδία ήταν θαυμάσια, τόσο ώστε σε μερικές περιπτώσεις να δίνει την αίσθηση ότι αποτελείτο από πολλούς/ές περισσότερους/ες!

 

 

 

Οι χορογραφίες των Paul Blackman και Christine Guzelis (με την «αόρατη» ίσως αλλά σίγουρα αισθητή «υψηλή επίβλεψη» της κατ’ αρχήν χορογράφου Ε. Πήττα) χωρίς να καινοτομούν επικοινωνούσαν τόσο με την μουσική όσο και με το πνεύμα του έργου και «έδεναν» απόλυτα με το κλίμα των διαδραματιζόμενων στη σκηνή, ειδικά στα ορχηστρικά μέρη. Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα  την άκρως νεωτερική άποψη της Τίτης Κυριακίδου – Σακκή για τα κουστούμια, ιδιαίτερα τα ανδρικά αλλά το τμήμα των σκηνικών της που προβαλλόταν στην βιντεοοθόνη ίσως να έδειχνε περισσότερο «τεχνητό» από όσο θα έπρεπε.

 

Εντέλει όμως η μοναδική πραγματική επιφύλαξη μου η οποία όμως είναι γενικότερη και όχι μόνο για την συγκεκριμένη περίπτωση είναι για το κατά πόσον η πλουσιότατη ελληνική γλώσσα που προσφέρεται τόσο πολύ για τραγούδια είναι κατάλληλη και για το ιδίωμα της όπερας. Οφείλω να πω ότι τείνω προς την αρνητική απάντηση και αυτό αφορά και στην περίπτωση της «Άλκηστις», ειδικά προς το φινάλε όπου το λιμπρέτο παρουσίαζε κάποια προβλήματα, ειδικά αν έφερνε κανείς στο νου το τόσο σύνθετο και διεισδυτικό κείμενο του Ευριπίδη από το οποίο προέρχεται. Ένα παραπάνω μάλιστα όταν γνωρίζω πολύ καλά την κομβική σημασία που δίνει ο συνθέτης και συγγραφέας του στο γεγονός ότι πηγή έμπνευσης του είναι μια αρχαία τραγωδία...

 

Θα επαναλάβω όμως ότι αυτή είναι μια γενικότερη θέση μου ως προς τις όπερες με λιμπρέτο γραμμένο στη γλώσσα μας και η οποία ουδόλως αφαιρεί από την αξία της «Άλκηστις». Η τρίτη οπερετική συνθετική απόπειρα του Θεόδωρου Στάθη κρίνεται σχεδόν απολύτως επιτυχημένη και αναμφίβολα επιβεβαιώνει το γεγονός ότι μπορούμε και στην Ελλάδα να δημιουργήσουμε και να παράγουμε οπερετικά έργα υψηλοτάτων προδιαγραφών. Δεν έχω λοιπόν παρά να ευχηθώ η σχεδόν πλήρης αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» να σημαίνει ότι η παράσταση απέφερε τόσα έσοδα ώστε να είναι αρκετά για να επιτρέψουν στον Θ. Στάθη να πραγματοποιήσει το όνειρο του, την δημιουργία του ταμείου υποτροφιών για Έλληνες συνθέτες που θα θελήσουν όχι να μιμηθούν αλλά να συνεχίσουν και να εξελίξουν το όραμα του!