Ένα βράδυ που η δύναμη του αέρα ήταν τόση ώστε να το κάνει ένα από τα πλέον παγωμένα ενός χειμώνα, από τους πιο κρύους των τελευταίων ετών, το Κύτταρο ήταν ένα από τα πιο ζεστά μέρη της Αθήνας!

Όχι φυσικά λόγω κλιματισμού και ούτε βέβαια εξαιτίας του Douglas Dare. Αν αναρωτιέστε, αυτός ήταν ο Άγγλος μουσικός που άνοιξε τη συναυλία, παίζοντας κάποια τραγούδια με το πιάνο του –μερικά από αυτά μαζί με μια κοπέλα στα keyboards ή τα ρουστά –συμπαθέστατα μεν αλλά τίποτα περισσότερο. Μελωδίες από συνηθισμένες μέχρι κοινότυπες και η φωνή του (στην οποία ολοφάνερα στηρίζονταν) δεν είχε κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα τα βοηθούσε να ξεχωρίσουν έστω και στο ελάχιστο.

 

Μοναδική αιτία για την τόσο ζεστή ατμόσφαιρα, την θαλπωρή που επικρατούσε στο Κύτταρο ήταν ένας άλλος Βρετανός (συγκεκριμένα γεννημένος μεν στην Ουαλία αλλά έχοντας μεγαλώσει στο Μπρίστολ) που σπούδασε Ιστορία, δούλεψε σε δισκογραφικές εταιρείες, στη συνέχεια έγινε DJ, άρχισε να κάνει remixes και δικές του electronica παραγωγές πριν πιάσει μια κιθάρα και αρχίσει να γράφει τραγούδια τα οποία φυσικά και ερμηνεύει. Με άλλα λόγια ο Fink, κατά κόσμον Fin Greenall, ένας σαραντατριάχρονος τυπάκος που τελικά είναι πολύ πιο κεφάτος και έχει πολύ περισσότερο χιούμορ από όσο φαίνεται μέσα από την μουσική του.

 

Αυτός και μόνον ήταν υπεύθυνος για μια από τις καλύτερες συναυλίες που παρακολούθησα τα τελευταία χρόνια, υποχρεώνοντάς με ταυτόχρονα να...μουτζώσω νοερά αρκετές φορές τον εαυτό μου που δεν άκουσα με την δέουσα προσοχή και κυρίως συγκέντρωση το τελευταίο του album Hard Believer, με αποτέλεσμα να καθυστερήσω να συνειδητοποιήσω ότι είναι ένα από τα καλύτερα της περυσινής χρονιάς!

 

 

Ήδη από εκείνο το επίμονα επαναλαμβανόμενο «come a long way» του εναρκτήριου Pilgrim, που δεν ξέρεις αν αναφέρεται στον εαυτό του, σε κάποιον άλλον ή σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, αλλά με κάποιο τρόπο είσαι σίγουρος ότι μιλάει για κάτι το οποίο όλοι επιθυμούμε αλλά όσο το πλησιάζουμε τόσο πιο μακρινό φαντάζει, ήταν φανερό όχι μόνο τι είναι αυτό που κάνει ο Fink αλλά και από που προέρχεται. Γράφει, ή μάλλον μετατρέπει σε τραγούδια αυτά που υπάρχουν μέσα στο μυαλό και ακόμα περισσότερο στην ψυχή του... Και γι’ αυτό ακριβώς τα τραγούδια του στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο από ακουστικές μπαλάντες αλλά γραμμένες και ιδίως παιγμένες με τέτοιο τρόπο που δεν μοιάζουν σχεδόν σε τίποτα με άλλες ανάλογες.

 

Τις ερμηνεύει με κλειστά στο μεγαλύτερο διάστημα τα μάτια του, χωμένος/χαμένος σε ένα απόλυτα προσωπικό του σύμπαν αλλά όχι αποκλεισμένος σε αυτό, ενώ εναλλάσσεται ανάμεσα στην ακουστική κυρίως και λιγότερο την ηλεκτρική κιθάρα. Και τις μοιράζεται με τους εξαιρετικούς μουσικούς του. Τρεις πλέον στις εμφανίσεις του καθώς στους μόνιμους, μπασίστα και ντράμερ, έχει προστεθεί και ένας κιθαρίστας (ο μόνος που έπαιζε συνέχεια ηλεκτρικό όργανο) κάτι περισσότερο από άψογος στον ρυθμικό ρόλο τον οποίο κατά κανόνα έχει, αλλά και επαρκέστατος στα πιο μελωδικά/σολιστικά του μέρη.

 

 

Όλοι τους, με πρώτο τον ίδιο, με θαυμαστή αυτοπειθαρχία έπαιζαν εξαιρετικά συγκρατημένα. Δε θα ήταν δυνατό άλλωστε κάτι διαφορετικό, αφού το ακουστικό στοιχείο κυριαρχούσε στις ενορχηστρώσεις. Είτε τότε όμως είτε τις λίγες φορές που τα πράγματα «ζωήρευαν» και ο ήχος γινόταν πιο ηλεκτρικός, το παρελθόν του Fink στην electronica έκανε πάντα αισθητή την παρουσία του. Κάθε όργανο λειτουργούσε πολύ περισσότερο από μια «φωνή» σαν ένας ήχος ή καλύτερα ένα φάσμα συχνοτήτων του οποίου ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο τμήμα προστίθετο ή αφαιρείτο με υποδειγματική ακρίβεια και με σοφή ισορροπία ως προς τα υπόλοιπα.

 

Οι εξαιρετικά μελετημένες «τεχνοκρατικές» αυτές παράμετροι και όλα τα υπόλοιπα δεν θα είχαν την παραμικρή σημασία αν δεν υπήρχε η ουσία, που δεν είναι άλλη από τα ίδια τα τραγούδια. «Λιτά και απέριττα», όπως είπε ο φίλος που παρακολουθούσαμε μαζί τη συναυλία, αλλά από τα οποία ταυτόχρονα δεν λείπει τίποτα. Τόσο εξαντλητικά δουλεμένες και άρτιες είναι οι μελωδίες τους. Μελωδίες που με τη σειρά τους ευτυχούν να ερμηνεύονται από μια φωνή που δεν είναι καθόλου σπουδαία, αλλά διαθέτει μια μοναδική προσωπικότητα.

 

Πριν περάσει πολλή ώρα όμως αντιλαμβάνεσαι ότι η φωνή αυτή είναι όχι απλά απολύτως αλλά η μόνη κατάλληλη για αυτά τα συγκεκριμένα τραγούδια για τον πολύ απλό λόγο ότι γράφτηκαν έχοντας εκείνη κατά νου και σαν βασικό άξονα τους. Είναι αυτός ο απλός μα και τόσο δύσκολος συνδυασμός που έκανε το κοινό να μην μπορεί να πάρει τα μάτια του από την σκηνή, ενώ ο Fink και η μπάντα του όχι μόνο δεν «έκαναν show» αλλά έπαιζαν σαν να ήταν στο μπαρ της γειτονιάς τους και μπροστά τους κάθονταν μερικοί φίλοι τους! Ένας συνδυασμός τον οποίο ελάχιστοι Έλληνες ομότεχνοι του, ακόμα και από τους πιο περίοπτους τραγουδοποιούς μας, διαθέτουν (ο Αλκίνοος Ιωαννίδης για παράδειγμα είναι ένας από αυτούς, για να γίνει πιο κατανοητό τι εννοώ).

 

Κάθε τι άλλο, για εμένα προσωπικά, εξηγείται από τον κεντρικό στίχο του ομότιτλου τραγουδιού του Hard Believer, ενός εκπληκτικής αφαιρετικότητας blues, δηλαδή εκείνο το «μπορώ να ακούσω την σιωπή». Είναι αυτή η «σιωπή» που κυριαρχεί εντός κάθε ανθρώπου, περίπου από το millennium και μετά και τείνει να γίνεται όλο και πιο αποπνικτικά εκκωφαντική. Μόνο που κάποιοι σαν τον Fink έχουν το χάρισμα και βρίσκουν τη δύναμη να την μετουσιώνουν σε...ήχο. Σε πανέμορφα τραγούδια όπως τα δικά του. Και εμείς οι υπόλοιποι δεν μπορούμε παρά να τους ευχαριστήσουμε για αυτό...