«Σου χρωστώ κάποια τραγούδια / και ήρθε η ώρα να στα παίξω...»

Από τα χρέη που δεν αποτιμώνται στα χρηματιστήρια ή στους «οίκους αξιολόγησης», από τα χρέη που δεν πολώνουν, δε χωρίζουν ανθρώπους, αλλά ενώνουν ψυχές, από τα χρέη που, όταν προέρχονται από τρεις από τις σημαντικότερες φωνές του ελληνικού τραγουδιού, προτιμάς να μην αποπληρώνονται αλλά να επανατοκίζονται.

Ο Γιώργος Νταλάρας, η Ελένη Βιτάλη, η Γλυκερία, μαζί με την πολυμελή ορχήστρα τους, ξεκίνησαν τις εμφανίσεις τους στην «Ιερά Οδό» σε ένα πρόγραμμα που, στην πρεμιέρα του που παρακολούθησα, κράτησε σχεδόν τέσσερις ώρες. Κι αυτές φυσικά είναι λίγες για να χωρέσουν τις σημαντικές στιγμές από τη δισκογραφία του καθενός, πολλώ δε μάλλον και των τριών μαζί. Χωρίς να υπολογίζουμε τραγούδια που δεν είχαν ξαναπεί και ήθελαν να μοιραστούν μαζί μας.

Η δομή του προγράμματος δε διαφέρει πολύ από άλλα προγράμματα «συνύπαρξης», παρ’ όλο που αθροιστικά δε συνυπάρχουν πολλή ώρα και οι τρεις μαζί στη σκηνή. Ξεκινούν με το τραγούδι του Νίκου Αντύπα και του Γεράσιμου Ευαγγελάτου «Σου χρωστώ κάποια τραγούδια» (απ’ όπου δανείστηκα τους παραπάνω στίχους) και συνεχίζουν με λίγα τραγούδια ακόμα στα οποία η μία φωνή τραγουδά και οι άλλες δύο συνοδεύουν στο ρεφραίν. Ακολουθούν ατομικά προγράμματα του καθενός εις διπλούν. Δηλαδή, αντί να έχουμε τρία εκτεταμένα προσωπικά προγράμματα, έχουμε έξι μικρότερα. Ανάμεσά τους υπάρχουν φυσικά διάσπαρτα ντουέτα. Στο τελευταίο μέρος – και χωρίς να μεσολαβήσει διάλειμμα - εμφανίζονται και οι τρεις μαζί με τραγούδια ρεμπέτικα, λαϊκά, παραδοσιακά, έντεχνα. Μια μεγάλη σειρά τραγουδιών που, καθώς είπε ο Γιώργος Νταλάρας, ενδέχεται να αλλάζει κάθε βράδυ. Λογικό και αναμενόμενο αφού το επιτρέπει η μεγάλη γκάμα τραγουδιών του καθενός και η ευέλικτη ορχήστρα.

Θα χαρακτήριζα το πρόγραμμα αρκετά εξωστρεφές με έμφαση στο λαϊκό ρεπερτόριο και των τριών καλλιτεχνών, χωρίς να λείπουν όμως και άλλα είδη στις ατομικές τους εμφανίσεις. Κλασσικά τραγούδια από τη δισκογραφία τους, αλλά και κάποιες μουσικές εκπλήξεις. Ξεχωριστές για μένα στιγμές οι ερμηνείες του Γιώργου Νταλάρα στο σχετικά πρόσφατο τραγούδι «Κάτι Ελλάδες» του Νίκου Μερτζάνου και του Νίκου Μωραΐτη, της Ελένης Βιτάλη στο «Μακριά μου να φύγεις» των Πάνου Γαβαλά, Τάσου Κουλούρη και Κώστα Βίρβου, της Γλυκερίας στα «Σμυρναίικα τραγούδια» του Παντελή Θαλασσινού και του Ηλία Κατσούλη και, από τα ντουέτα, οι συναντήσεις Βιτάλη-Γλυκερίας στο παραδοσιακό «Με γέλασαν μια χαραυγή» και Νταλάρα-Βιτάλη στη «Μικρή πατρίδα» του Γιώργου Ανδρέου και του Παρασκευά Καρασούλου.

Ιδιαίτερη αναφορά θα ήθελα να κάνω στη δουλειά του Νίκου Σούλη, ο οποίος σε ένα video wall που υπάρχει πάνω από την ορχήστρα, πίσω από τους τραγουδιστές, «ντύνει» τις ερμηνείες με εικόνες καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος. Σκίτσα, κολλάζ και φωτογραφίες με ανθρώπους και γειτονιές, παλιά κτίρια και συνθήματα από τοίχους... Συγκινητική στιγμή, στο τέλος του προγράμματος, όταν συνυπάρχουν και οι τρεις επί σκηνής ενώ από πάνω προβάλλεται παλιά κοινή τους φωτογραφία που μετρά ήδη 35 χρόνια.

Πηγαίνοντας προς την έξοδο άκουγα γύρω μου πολυποίκιλες απόψεις: άλλος έφευγε ενθουσιασμένος, άλλος τους ήθελε περισσότερη ώρα μαζί στη σκηνή, άλλος έλεγε ότι θα ξαναπάει σύντομα, άλλος ότι άκουσε αγαπημένα μεν αλλά χιλιοειπωμένα τραγούδια και ήθελε περισσότερο ψάξιμο στο «αδικημένο» ρεπερτόριο και των τριών, άλλος ότι πέρασε τόσο καλά που δεν κατάλαβε πότε πέρασαν οι τέσσερις ώρες, άλλος ότι ήθελε μεγαλύτερο μέρος με δημοτικά τραγούδια κλπ. Είναι φυσικά θεμιτό να υπάρχουν πολλές και διαφορετικές γνώμες, αλλά είναι και αδύνατον να καλυφθούν όλα τα γούστα.

Ωστόσο αυτό είναι κάτι που με έχει απασχολήσει αρκετά το τελευταίο διάστημα. Το ακούω και το βλέπω σε μουσικά θεάματα, κινηματογραφικές ταινίες, θεατρικές παραστάσεις... Υπάρχουν περιπτώσεις που άλλο περιμένουμε και άλλο βλέπουμε. Το ζήτημα νομίζω είναι πρωτίστως η διατύπωση άποψης πάνω σε αυτό που παρακολουθήσαμε και όχι πάνω σε αυτό που περιμέναμε να δούμε αφού, έτσι κι αλλιώς, δεν το είδαμε. Το «γιατί δεν το είδαμε» φυσικά και πρέπει να μας απασχολήσει, είτε φταίγαμε εμείς ως θεατές, είτε έφταιγε το θέαμα και οι συντελεστές του. Κυρίως όμως ας το ξεχωρίσουμε από αυτό που στην πραγματικότητα παρουσιάστηκε. Πολλές φορές οι διαφορετικές προσδοκίες αδικούν το τελικό θέαμα, καθώς το συγκρίνουν με κάτι ιδεατό.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πέρα από την όποια αποθεωτική ή μέτρια, καλή ή σκληρή κριτική, νομίζω ότι πρέπει να τονιστεί το γεγονός της συνάντησης τριών ακμαίων και ιστορικών φωνών του ελληνικού τραγουδιού. Κάτι που, ως κοινό, ζητάμε διακαώς, αλλά δύσκολα επιτυγχάνεται. Φυσικά δεν είναι μόνο οι φωνές. Είναι και η ορχήστρα, ο ήχος, ο χώρος. Και πάνω απ’ όλα τα τραγούδια.

Ακούγοντάς τα, αναλογίστηκα τελικά πόσα από τα τραγούδια που παίχτηκαν το βράδυ εκείνο μπορεί να συναντήσει ο καθένας μας στην καθημερινότητά του, χωρίς να τα επιλέξει ο ίδιος μέσα από την προσωπική του δισκοθήκη ή το διαδίκτυο. Πόσες φορές ανατρέχουμε σε τραγούδια που θεωρούνται δεδομένα. Αλλά και πόσες φορές αυτά τα τραγούδια έρχονται στο προσκήνιο και από πόσα μέσα. Πόσα δηλαδή από αυτά μπορεί να ακούσει κανείς στο ραδιόφωνο ή να δει σε τηλεοπτικές εκπομπές. Και φυσικά δεν εννοώ να ακούσει τις ατέλειωτες πειραγμένες ηλεκτρονικά διασκευές τους (χωρίς να τις απορρίπτω συλλήβδην), ούτε να τα δει σε εκπομπές που καλούν τραγουδιστές (λέμε τώρα...) του «σκυλοδημοτικού» τραγουδιού προφασιζόμενες ότι στηρίζουν το παραδοσιακό τραγούδι.

Τραγούδια που κατά καιρούς έχουν κακοποιηθεί, εδώ τουλάχιστον ακούγονται με την αλήθεια, τη γνησιότητα και την ιστορία που κουβαλούν. Ίσως γι’ αυτό (δική μου ερμηνεία πάντα) ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος να γράφει αυτούς τους στίχους στη συνέχεια του ρεφραίν που παραθέτω στην αρχή:

«...στα προσφέρω σαν καινούργια / κι ας τα έχεις μάθει απ’ έξω»