Κάποιες Δευτέρες στο «Gazarte» ονομάζονται Classic Mondays γιατί αυτές στον πολυχώρο του Κεραμεικού δίνονται συναυλίες κλασικής μουσικής, έστω και παρουσιασμένης λίγο «διαφορετικά». Δεν είμαι σίγουρος όμως κατά πόσον ήταν σωστό εκείνη του Δημήτρη Μαραμή να ενταχθεί σε αυτό τον κύκλο... Και αυτό γιατί μπορεί μεν ο συνθέτης να έχει μια σοβαρότατη και απολύτως στέρεη κλασική παιδεία αλλά αυτό που κάνει δεν είναι κλασική μουσική. Ο Δ. Μαραμής γράφει τραγούδια, προσοχή, δεν φέρνει την κλασική μουσική στα μέτρα της τραγουδοποιίας και ούτε καν τα τραγούδια του είναι «κλασικότροπα», απλά χρησιμοποιεί τις μεθόδους, ακόμα και τις δομές σε μερικές περιπτώσεις, της κλασικής μουσικής για να συνθέτει τραγούδια. Απλά μεν αλλά αυτό συνιστά μια ικανότητα που πολύ λίγοι διαθέτουν!

Η συγκεκριμένη συναυλία – αφιέρωμα στα δέκα χρόνια του έργου του ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για να το θυμηθεί κανείς αυτό ή ακόμα και να το δει και να το διαπιστώσει για πρώτη φορά. Τέσσερις ερμηνευτές και ερμηνεύτριες, λίγο – πολύ όλοι όσοι έχει συνεργαστεί μαζί τους δηλαδή και καθένας/ία διακριτός/ή και ξεχωριστός/ή, παρουσίασαν αυτές τις επιλογές από την δεκάχρονη διαδρομή του. Λυρικότατη η – ούτως ή άλλως με την ανάλογη παιδεία σοπράνο - Κορίνα Λεγάκη, με την χαρακτηριστική θεατρική δραματικότητα που πάντα την χαρακτηρίζει και εξίσου εντυπωσιακών φωνητικών επιδόσεων η Βικτωρία Ταγκούλη, με περισσότερες μνήμες από όλους από το λαϊκό, ακόμα και το δημοτικό μας τραγούδι ο δωρικός όπως πάντα στη χρήση των εκφραστικών του μέσων Ζαχαρίας Καρούνης και «αριστοκρατικός», ήδη με την υποκριτική στόφα ενός καλού τενόρου ο νεότατος ακόμα Θοδωρής Βουτσικάκης που έχει ήδη ωριμάσει αρκετά σε σχέση με τον τελευταίο δίσκο του συνθέτη, το θαυμάσιο εφετινό «Αισθηματική Ηλικία», στο οποίο ήταν ερμηνευτής.

 

 

Όλοι τους εκλεκτοί και εξαιρετικοί ως μονάδες και ακόμα περισσότερο σαν σύνολο. Λιτότατη μεν αλλά και πληρέστατη συνοδεία τους το πιάνο του συνθέτη και το βιολοντσέλο του άριστου Αλέξανδρου Μποτίνη ο οποίος ανέδειξε άψογα όχι μόνο τον μελωδικό αλλά και τον ταυτόχρονα ρυθμικό χαρακτήρα του οργάνου του. Αυτά τα στοιχειωδέστατα των μέσων, δύο όργανα και τέσσερις φωνές, ήταν αρκετά για να ξεδιπλώσουν επάνω στη σκηνή τον μαγικό μουσικό κόσμο του Δ. Μαραμή. Ενα κόσμο που σαφώς η κοιτίδα του βρίσκεται πίσω, στην κλασική μουσική και πιο συγκεκριμένα στον ύστερο ρομαντισμό αλλά σίγουρα άρχισε να μορφοποιείται με βάση τις μνήμες των Γάλλων ιμπρεσιονιστών και να επεκτείνεται απάνω στο έδαφος των συνεχιστών των τελευταίων.

 

Έναν κόσμο επίσης που προεκτείνεται σε περισσότερες από μία μουσικές «ηπείρους», πριν απ’ όλα εκείνης της jazz αλλά και του blues και άλλων ειδών, «ανακαλυφθέντων» πολύ πιο προσφατα από την κλασική μουσική. Έναν κόσμο πολύ τρυφερό που όμως (επιτέλους!) η ευαισθησία του δεν είναι «Χατζιδακι-κή». Ίσως γιατί μέσα της βρίσκεται ή μάλλον κρύβεται ένα...παιχνίδι αλλά με σύνεση και γνώση και καθόλου απερίσκεπτο... Ενα παιχνίδι όχι μόνο με τα ιδιώματα και τα στιλ αλλά ακόμα και τα ηχοχρώματα, ορατό ακόμα και στον τρόπο που χειρίζεται τα μικροδιαστήματα και κάνει υπαινικτικά «σχόλια» στο παίξιμο του στο πιάνο, βάζοντας την μεγάλη δεξιοτεχνία του στην υπηρεσία των συνθέσεων του και ποτέ το αντίθετο. Εναν κόσμο τέλος που μπορεί να διακατέχεται από την ίδια μελαγχολία η οποία διαπνέει και την πολύ καλή ποίηση (με θέμα την απώλεια και κυρίως του ερωτικού συναισθήματος στην συντριπτική πλειοψηφία της) την οποία μελοποιούν τα τραγούδια του αλλά με έναν στοχαστικό, ελεγειακό – και γι’ αυτό ίσως και απελευθερωτικό...-  και ποτέ με «κλαψιάρικο» και τελικά «φτηνά» συναισθηματικό τρόπο!

 

Και όμως, το θαυμάσιο πρώτο μέρος τελικά ήταν πολύ «μικρό» σε σχέση με το δεύτερο...Σε αυτό ο Δημήτρης Μαραμής παρουσίασε αποσπάσματα ενός έργου που τον απασχολεί εδώ και αρκετό καιρό και ακόμα το δουλεύει, ενός work in progress δηλαδή. Μελοποιήσεις μερών ή και ολόκληρου του επικού ποιήματος του Βιτσέντσου Κορνάρου «Ερωτόκριτος» έχουν υπάρξει πολλές και αρκετές από αυτές εξαιρετικές, έτσι δεν είναι; Θα τολμήσω όμως να πω ότι αυτή του Δ. Μαραμή είναι μοναδική! Γιατί αυτό που έχει κάνει στο «Ερωτόκριτος In Blue» έχει ανάλογο του μόνο σε εκείνο που έκανε ο George Gershwin στο εμβληματικό «Rhapsody In Blue» (στο οποίο και, διόλου συμπτωματικά, αποτίει φόρο τιμής ο τίτλος)! Οσο απίστευτο και αν φαίνεται δηλαδή έχει μελοποιήσει το κρητικό ποίημα του δεκάτου έκτου αιώνα δίχως ίχνος δημοτικής, λαϊκής ή οποιαδήποτε άλλης ελληνικής μουσικής αλλά μόνο με την τεχνοτροπία και το ύφος της jazz. Και όμως όχι απλά λειτουργεί αλλά και το αποτέλεσμα είναι υπέροχο!

 

Είναι φανερό λοιπόν ότι στο πρόσωπο του Δ. Μαραμή υπάρχει μια περίπτωση που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια και τα στεγανά της Ελλάδας, ένας άνθρωπος και συνθέτης ο οποίος εκκινώντας από τις σπουδές του στην Αγγλία – αλλά και δίχως ποτέ να λησμονήσει την καταγωγή του – είναι ένας αληθινός κοσμοπολίτης με την καλύτερη έννοια του όρου ή, ακόμα καλύτερα, ένας «διεθνιστής της μουσικής». Και ο λόγος για αυτό είναι πολύ απλός, έχουμε να κάνουμε με ένα εξαρχής πολύ μεγάλο ταλέντο το οποίο, χάρη στην μελέτη, τον κόπο και την προσπάθεια, έχει πλέον μετατραπεί, με τον «ήρεμο» και πάντα τόσο σεμνό τρόπο του, σε αληθινά εκρηκτικό! Ένα από εκείνα τα ταλέντα που δημιουργούν ένα μουσικό σύμπαν όχι βέβαια προσωποπαγές αλλά προσωπικότατο, στα όρια σχεδόν του πρωτογενούς. Και ένα από εκείνα τα ταλέντα που ελάχιστα υπάρχουν στη χώρα μας και τα έχει τόσο ανάγκη αλλά, αν κρίνω από τον αριθμό των θεατών στο «Gazarte», πολύ λίγοι δυστυχώς μπορούν όχι να τα εκτιμήσουν αλλά ακόμα και να τα αντιληφθούν... Η απώλεια όμως είναι φυσικά για τους πολλούς υπόλοιπους και όχι για δημιουργούς σαν τον Δ. Μαραμή.