Όταν πας να παρακολουθήσεις συναυλία του Γιώργου Νταλάρα, τις περισσότερες φορές, ξέρεις πως θα ακούσεις ψυχωμένες ερμηνείες, δουλεμένες ενορχηστρώσεις παιγμένες από καλούς και «δεμένους» μεταξύ τους μουσικούς και καθαρό ήχο. Πολλώ δε μάλλον όταν το συγκεκριμένο ρεπερτόριο υπάρχει στην κυτταρική μνήμη του κεντρικού ερμηνευτή. Κάτω από αυτό το πρίσμα λοιπόν η συναυλία της Πετρούπολης δεν αποτέλεσε εξαίρεση.

 

Τραγούδια ρεμπέτικα, σμυρναίικα, λαϊκά (με αυτά του Βασίλη Τσιτσάνη να καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος του προγράμματος και για φινάλε το «Μη μου θυμώνεις μάτια μου» του Σταύρου Κουγιουμτζή που ζητήθηκε επίμονα) ερμηνευμένα με κέφι, αλλά και λυρισμό όπου το έφερνε το τραγούδι, από τον Γιώργο Νταλάρα, την Ασπασία Στρατηγού και την Αθηνά Λαμπίρη, αλλά και τον Βασίλη Κορακάκη που ήταν ο ένας από τους τρεις μπουζουξήδες μαζί με τους Γιώργο Μάτσικα και Κώστα Γεδίκη. Την ορχήστρα αποτελούσαν επίσης ο Ανδρέας Κατσιγιάννης, ο Θανάσης Σοφράς, ο Χρήστος Ζέρβας, ο Ντάσο Κούρτι και ο Γιώργος Παπαχριστούδης που ήταν και ο μαέστρος. Φυσικά μέλος της ορχήστρας θα πρέπει να θεωρηθεί και ο ίδιος ο Νταλάρας καθώς στα περισσότερα τραγούδια έπαιξε κιθάρα, μπουζούκι ή μπαγλαμά. Αυτή τη φορά όμως δε θα ήθελα να σταθώ τόσο σε αυτά που τραγούδησε, αλλά σε αυτά που είπε απευθυνόμενος στο κοινό, ενδιάμεσα στα τραγούδια.

 

Μίλησε για τη σημασία του ρεμπέτικου τραγουδιού, όχι μόνο μουσικά αλλά και εθνολογικά. Παρατήρησε πως ενώ στην Ελλάδα, από αρκετούς, το ρεμπέτικο τραγούδι έχει ταυτιστεί με τη διασκέδαση, υπάρχει πολύς κόσμος από το εξωτερικό που έρχεται στη χώρα μας για να το ανακαλύψει, να το ερευνήσει και να το μελετήσει περισσότερο, παραλληλίζοντας τη σημασία του με τη σημαντικότητα του flamenco για τους Ισπανούς και διατυπώνοντας την ευχή-παράπονο για την ίδρυση – κάποτε- Ακαδημίας λαϊκού τραγουδιού στην Ελλάδα.

 

Στη συναυλία της Πετρούπολης ο Γιώργος Νταλάρας δεν παρέλειψε να αναφερθεί ακόμα τόσο στον αείμνηστο Μίνωα Βολανάκη, όσο και στον Γιάννη Βόγλη που πρωτοστάτησαν πριν από πολλά χρόνια στη διαμόρφωση του συγκεκριμένου χώρου, αλλά και στη σπουδαιότητα και την αναγκαιότητα της ύπαρξης αυτών των χωρών για τις διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

 

 

Άφησα για το τέλος αυτό που είπε με το «καλησπέρα» ο Γιώργος Νταλάρας. Μετονόμασε τη συγκεκριμένη παράσταση σε «βραδιά για τον Αντώνη», καθώς το πρωί της ίδιας μέρας είχε ανακοινωθεί ο θάνατος του Αντώνη Βαρδή. Προσπαθώντας να συγκρατήσει τη συγκίνησή του, αναφέρθηκε στην πολύχρονη γνωριμία και τη συνεργασία τους, αλλά και στη μουσική προσωπικότητα του Βαρδή, ο οποίος, όπως είπε, ενώ ήθελε να παίζει κιθάρα σαν τους Kinks, την ίδια στιγμή λάτρευε τον Καζαντζίδη, τον Καλδάρα και τον Τσιτσάνη, ενώ ήταν και μεγάλος θαυμαστής των τραγουδιών του Δήμου Μούτση.

 

Την ώρα που τα έλεγε αυτά μου ήρθε στο νου ένα ηχητικό στιγμιότυπο από τη ραδιοφωνική εκπομπή «Ζωντανές ηχογραφήσεις» που παρουσίαζε στο Δεύτερο Πρόγραμμα τη δεκαετία του 1980 η Σοφία Μιχαλίτση. Σε μία από αυτές τις εκπομπές ήταν καλεσμένος ο Αντώνης Βαρδής και, πέρα από τα δικά του τραγούδια, παίζοντας στην κιθάρα του, μετά από παρότρυνση της Σοφίας Μιχαλίτση, μόνο κουπλέ ή ρεφραίν από διάφορα τραγούδια όλων σχεδόν των εποχών, έδωσε μέσα σε 15 περίπου λεπτά το μουσικό του στίγμα.

 

Χωρίς να τραγουδήσει κάποια σύνθεση του Αντώνη Βαρδή, ο Γιώργος Νταλάρας σημείωσε πως με τέτοιες απώλειες «μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε το μπόι μας, να δούμε ποιοι είμαστε σ’ αυτό που μας περιβάλλει» και, κλείνοντας την εισαγωγή του, αφιέρωσε τη βραδιά «σ’ έναν καλό φίλο, σ’ έναν καλό άνθρωπο, σ’ έναν καλό μουσικό».