Απ’ όλα όσα έχουν ειπωθεί για τους Χαΐνηδες, το πιο σημαντικό είναι πως πρόκειται για μία κολεκτίβα που με όχημα το μουσικό λόγο, ορθώνει (με συνέπεια) και πολιτικό λόγο. Με την έννοια της στάσης που οφείλει να τηρεί ένας συνειδητοποιημένος πολίτης, δηλαδή άνθρωπος, για τα γεγονότα.

 

Στο γύρισμα της εποχής, στο «έμπα» του φθινοπώρου η παρέα που από το 1990 λειτουργεί «κόντρα στον καιρό» μιας μουσικής σκηνής που αποθεώνει τα σουξέ και τις «φιοριτούρες», μας θύμισε ξανά πως τα «μάτια» του νου και της ψυχής οφείλουν να μένουν ανοιχτά, παρά τις κραυγές του «τηλεφόβου».

 

Η φράση, που «άνοιγε» το Δελτίο Τύπου για τη συναυλία της «Τεχνόπολης» θύμιζε πως… «Ο όρος «μέσος άνθρωπος» είναι μια φτηνή κι επικίνδυνη επινόηση της βιομηχανίας της διασκέδασης» και επί τόπου εξηγήθηκε ο Αποστολάκης: «Μη δεχτείτε ποτέ να σας αποκαλέσουν κοινό. Ο καθένας άνθρωπος είναι ξεχωριστός», λίγο πριν πέσουν οι πρώτες νότες που ντύνουν τα εξής λόγια…

 

«Είχα μια αγάπη μια φορά που’ μοιαζε λίγο
στη θλίψη μόνο με τη φτωχογειτονιά
εκεί που η σκέψη ακροπατεί σαν το φονιά
για να τη δει απ’ τη γωνιά
πώς να ξεφύγω…»

 

Είναι γεγονός… Οι Χαΐνηδες έχουν προτείνει και επικοινωνήσει το δικό τους τρόπο αφήγησης, που δικαιώνεται με τα χρόνια, σταθερά, αν κρίνουμε τόσο από την ανταπόδοση ενός κοινού που διευρύνεται (και χαίρεται η ψυχή του, αλλά κυρίως η σκέψη του με τέτοια τραγούδια…), αλλά και τη διαχρονικότητα του ίδιου του λόγου τους. Δεν το ‘χεις και απλό να στηρίζεσαι στον ήχο της δημοτικής μουσικής (να, εδώ, και πάλι η παρουσία του «δήμου», δηλαδή του απλού πολίτη…), στον αφηγηματικό στίχο που φέρει πάνω του μακρινές μνήμες από την εποχή των τροβαδούρων, των ποιητών, αλλά και των λαλητάδων και που με αιχμή σου περιγράφουν σε έμμετρο λόγο τα θαύματα του ντουνιά, που ενώ μοιάζουν παραμυθένια, αίφνης συνειδητοποιείς τον «σκληρό» ρεαλισμό τους.

 

 

Στη δύναμη και το θάρρος του λόγου, λοιπόν, στηρίζονται… ελόγου τους οι Χαΐνηδες και είναι αξιέπαινοι –και- γι’ αυτό, διότι αυτή είναι όντως μια αρετή από τη μακραίωνη παράδοση αυτού του τόπου, η οποία αλληλεπίδρασε –φυσικά- με πλήθος άλλων λόγων ολούθε από τη λεκάνη της Μεσογείου.

 

Και ήρθε το «Το Συρτό του Ανέμου»…
«Ένα τραγούδι έχει φυλάξει παλιό κιτάπι
που λέει για μάχες, θεούς κι αστέρια, καημό κι αγάπη.
Ένα τραγούδι για να ξεχάσεις και για να θυμηθείς
για όσα είδες κι έχεις ποθήσει κι όσα ποτέ δε δεις…»

 

…για να απλώσει ακόμη ένα ντόπιο, Βαλκάνιο, χαρακτηριστικό. Το ρυθμό του κυκλωτικού, ενεργειακά λυτρωτικού χορού. Στροβιλισμός και δίνη, παράλληλα. Σου φαίνονται άκαιρα όλα αυτά; Φευ!

 

Η ίδια, η σκληρή καθημερινότητα μας υπενθυμίζει κραυγαλέα την επικαιρότητά τους. Και ο Δημήτρης Αποστολάκης, ως πολιτικό ον, αναφέρθηκε και σε αυτή ακριβώς την εναλλακτική. Του να μιλήσουμε για την αφήγηση της ζωής μας (όχι της ουτοπικής, μα της «εδώ και τώρα») με τρόπο που διαφέρει από τη στυγνή αντίληψη των αριθμών. Να πάρουμε ως παράδειγμα την Ιστοριογραφία που ξετυλίγει το νήμα με εργαλεία την πολιτιστική δράση μιας κοινωνίας και των ανθρώπων της.

 

Περίπου ό,τι πρότεινε και ο KarlPolányi (Ούγγρος ιστορικός, κοινωνιολόγος, πολιτικός οικονομολόγος και κοινωνικός φιλόσοφος) για έναν πολιτιστικό λόγο απέναντι στο παράδοξο, αλλά «επείγον» της οικονομίας. Μία εναλλακτική πρόταση που εστιάζει στο πως η οικονομία «εφαρμόζει» στην κοινωνία και τον πολιτισμό, με μία ανθρωπολογική αισθητική και προσέγγιση και όχι με αυτή της… «κοινωνίας των αγορών».

 

Βρε, λες;

 

Υ.Γ. Οι Χαΐνηδες πρόσφεραν ακόμη μία μουσική γιορτή στην «Τεχνόπολη». Ήταν μια αφορμή να χορέψει, να τραγουδήσει και να αισθανθεί κανείς. Κυρίως να σκεφτεί. Ο κόσμος συνέρευσε μαζικά, ίσως όχι όσο στην περυσινή αντίστοιχη συναυλία, αλλά οι προσδοκίες δικαιώθηκαν. Ειδικά, στα «μεγάλα» τραγούδια των Χαΐνηδων («Εφτά ποτάμια», «Χαΐνης», «Τίγρη», «Καπηλειό», «Συνταγές Μαγειρικής»…). Αυτό που έλειπε ήταν ίσως μια αναφορά στο πρόσφατο δίσκο τους, «Πέρα από τα σύνορα». Ο ήχος ήταν καλός, σε μερικά σημεία, ωστόσο, τα μπάσα όργανα «έκρυβαν» τα νυκτά (εις βάρος του μελωδικού αποτελέσματος). Τέλος, είναι πολύ θετική εξέλιξη το ότι μουσικά παίρνει χώρο ο εξαιρετικός Κλέωνας Αντωνίου (ηλεκτρική κιθάρα), ενώ η Μαρία Κώτη και ο Κώστας Αβυσσινός αποτελούν τη «βάση» του προγράμματος, με τον Δημήτρη Αποστολάκη να αναλαμβάνει τον εξωστρεφή αφηγητή και τις λυρικές «εκρήξεις».