Το Update Festival που πραγματοποιήθηκε στην διάρκεια του μήνα στην Στέγη Γραμμάτων Και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση επιφύλασσε λίγο πριν το κλείσιμο του, συγκεκριμένα την Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου, μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Τη γνωριμία με το έργο του Κύπριου μεν αλλά μεγαλωμένου στην Αγγλία όπου και σπούδασε μουσική και εγκατεστημένου εδώ και πολλά χρόνια στην Ολλανδία συνθέτη Γιάννη Κυριακίδη.

Ο σαρανταπεντάχρονος Κυριακίδης κινείται στον ευρύτατο χώρο της σύγχρονης μετά-κλασικής μουσικής (αυτό άλλωστε ήταν και το θέμα του Update Festival) χρησιμοποιώντας μια ποικιλία εκφραστικών μέσων και τεχνικών ενώ η δουλειά του διακατέχεται από μία μόνιμη αγωνία για το αν και τι μπορεί τελικά να επικοινωνήσει η μουσική και με ποιο τρόπο μπορεί αυτό να πραγματωθεί καλύτερα  και η επιλογή πέντε συνθέσεων από το σύνολο το έργο του έδωσε μιαν αρκετά καθαρή εικόνα όχι μόνο της τεχνοτροπίας του αλλά και των προαναφερθέντων προβληματισμών του.

Ιδανικοί εκτελεστές για αυτό οι Maze Ensemble, το ολλανδικό σύνολο του οποίου μέλος είναι και ο ίδιος ως χειριστής των ηλεκτρονικών ηχητικών πηγών και του υπολογιστή, δύο γυναίκες στο φλάουτο και το βιολί – με την πρώτη, την Anne La Berge, όχι μόνο να είναι η εξάρχουσα αλλά και, παράλληλα με τον Κυριακίδη, εκείνη που συνθέτει το τμήμα του ρεπερτορίου τους που έχει γραφτεί ειδικά για αυτούς – και τέσσερις άνδρες μουσικοί στο πιάνο και τα keyboards, την ηλεκτρική κιθάρα, το μπάσο κλαρινέτο και το κοντραμπάσο, όλοι/ες τους ολοφάνερα κλασικής παιδείας και υψηλής δεξιοτεχνίας αλλά και έχοντας ολοφάνερα μεγάλη τριβή με τις avant garde τάσεις μα και, σε ένα μεγάλο βαθμό τουλάχιστον, με τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό.

Αυτό ακριβώς που χρειάζεται δηλαδή η δεόντως και αρκούντως πειραματική μουσική του Κυριακίδη η οποία – παρά την απουσία των κρουστών – έχει μία δική της, χαρακτηριστική ρυθμική αίσθηση που διατηρεί σχεδόν μόνιμα την ένταση της, διακρίνεται για το διαρκές «παιχνίδι» με τις θέσεις των οργάνων μέσα στις ενορχηστρώσεις αλλά και με τα ίδια τους τα ηχοχρώματα και τέλος συμπληρώνεται σχεδόν πάντα και από μη μουσικά, συνήθως multimedia στοιχεία (βίντεο, συχνοτήτων από τον υπολογιστή ή και διαμόρφωση του ήχου των οργάνων από αυτόν και προηχογραφημένο υλικό).

Από εκεί και πέρα είναι σαφώς λίαν αξιέπαινη η εμμονή του Γιάννη Κυριακίδη να διευρύνει τόσο τα όρια της μουσικής του όσο και την εμπειρία της ακρόασης της και το πως γενικότερα την προσλαμβάνει ο δέκτης της. Το πόσο ενδιαφέρον όμως είναι κάθε φορά το αποτέλεσμα εξαρτάται τόσο από τον δέκτη (πόσο απαιτητικός ή μη αλλά και εξοικειωμένος με τις πειραματικές εκφάνσεις της μουσικής είναι) όσο και ακόμα περισσότερο, από το σε ποια στοιχεία επιλέγει ο συνθέτης να δώσει έμφαση και βάρος. Στην περίπτωση για παράδειγμα του «RE: Mad Masters», που άνοιξε το δεύτερο μέρος της συναυλίας (επί της ουσίας ενός ντουέτου της βιολίστριας με τον... εαυτό της το οποίο αποτελείτο από διαδοχικά σολιστικά μέρη σε διαφορετικά όργανα) μάλλον αφέθηκε να παρασυρθεί υπερβολικά από την γοητεία του κειμένου που είχε γράψει ο ίδιος και προβαλλόταν στην βιντεοοθόνη, μιας υπερβολικά μάλλον αλληγορικής ιστορίας με πολιτικά υποσημαινόμενα. Το ακρόαμα κατέληγε λίγο κουραστικό, ίσως ακόμα και κάπως φλύαρο και επαναλαμβανόμενο, κάτι που θα μπορούσε  να έχει αποφευχθεί αν η διάρκεια του ήταν μικρότερη.

Αντίθετα, στην περίπτωση του χαριτωμένου «Paramyth» (δικαίως μάλλον τιμημένου με το βραβείο καλύτερου νέου έργου στην Ολλανδία το 2010) όπου οι παραμορφωμένες από τον υπολογιστή παιδικές φωνές αποτελούν απλά ένα νήμα στον καμβά τον οποίο υφαίνουν γύρω τους το βιολί, το μπάσο κλαρινέτο και το πιάνο ή του σαγηνευτικά παιγνιώδους «Karaoke Etudes», που ήταν το φινάλε στο οποίο οι χιουμοριστικές και κάποτε ιδιαίτερα διασκεδαστικές οπτικές «οδηγίες» του βίντεο έδιναν το έναυσμα για τις διαδοχικές σολιστικές – και εν πολλοίς αυτοσχεδιαστικές – παρεμβάσεις όλων των εκτελεστών τα multimedia και η χρήση της τεχνολογίας λειτουργούσαν σαφέστατα υπέρ της μουσικής, προσθέτοντας της πρωτοτυπία αλλά και δυναμική και διανθίζοντας την με ακόμα περισσότερη εσωτερική ποικιλία.

Δύσκολο βέβαια να εξάγεις ολοκληρωμένο συμπέρασμα για έναν δημιουργό με μόνο πέντε αποσπάσματα από το έργο του αλλά, παρ’ όλες τις κάποιες επιμέρους ενστάσεις μου, είμαι ήδη πεπεισμένος ότι ο Γιάννης Κυριακίδης συνεχίζει επάξια την κεντροευρωπαϊκή πειραματική σχολή που καλά κρατεί ήδη από την δεκαετία του ’20. Τόσο η δομή όσο και το ύφος της δουλειάς του γράφουν μερικές από τις πιο λαμπρές σελίδες της νέας μουσικής του εικοστού πρώτου αιώνα και η οποία προβλέπεται τόσο συναρπαστική, όσο τουλάχιστον και οι κορυφαίες στιγμές εκείνης του εικοστού.