Αυτό το αρθράκι θα μπορούσε να τελειώσει σε μια φράση. Μια και μοναδική. “Ο Σωκράτης Μάλαμας στο “Άνοδος Stage” - και τα υπόλοιπα να είναι απολύτως αναμενόμενα: Ο πολύς κόσμος στην πλατεία, η «γαλαρία» στα μετόπισθεν, η κωδικοποιημένη συνεννόηση μεταξύ πλατείας και σκηνής (Μάλαμας: «δηλαδή θέλετε να το μακρύνουμε το πράγμα;”. Κοινό, εν χορώ: «Ρε Σωκράτη τι λες τώρα/ που θα παίζεις ως τις 4 η ώρα») και βέβαια το αίσθημα ότι αυτό που συμβαίνει μέσα εκεί είναι κάτι σαν déjà vu, με την διαφορά ότι τα πρόσωπα που είναι γύρω σου, έφτασαν να έχουν την ηλικία των παιδιών σου. Κι αυτό δεν έχει καμία υπερβολή. Μα καμία. Ακόμη και το πάλκο συνηγορεί φέτος σ’ αυτό το περίεργο παιχνίδι με το χρόνο: Η μία εκ των δυο νεαρών τραγουδιστριών που συνοδεύουν τον Μάλαμα είναι η κόρη του, Λυδία. ‘Όσο και να θες να το δεις ψυχρά το θέμα, δεν …(αλλά αυτό αφορά τον ψυχολόγο μας δεν είναι της παρούσης).

 Να τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Μάλαμας είναι εδώ με όλο το team που τον συνόδευε και στην καλοκαιρινή του περιοδεία (η Λαμπρινή Καρακώστα, η Λυδία Μάλαμα και ο Φώτης Σιώτας στο τραγούδι) και το μόνο που ίσως αλλάζει αυτή την φορά είναι ο χώρος. Το «Anodos Stage» ήταν μια «ευγενής» πίστα (είχε φιλοξενήσει από Μαζωνάκη μέχρι Κότσιρα) που λόγω συνθηκών –ναι ναι το «πάρτι» που ξέραμε βαίνει προς εξαφάνιση- έσπευσε να δώσει το χέρι στον… οχτρό, («έντεχνο») κάνοντας έναρξη με το πιο σίγουρο «χαρτί» του χώρου. Αυτό που έχει στείλει δεκάδες εμπειρογνώμονες της ταπεινής μας σόου μπιζ να σχίσουν το δικό τους.

Δεν είναι τυχαίο που ξεκινάω με τον χώρο. Το Anodos είναι μια ευρύχωρη αίθουσα, καλοφτιαγμένη, αλλά (θα περίμενε κανείς) «κουρδισμένη» στα κλισέ του λάιφ στάιλ πίστας. Δεν ξέρω αν είναι μόνο δική μου εντύπωση, αλλά αν δεν σταθείς σε κάποιες ορατές ελλείψεις (π.χ το γκαρσόνι δεν φαινόταν να έχει συνειδητοποιήσει ότι είναι απαραίτητο να θυμάται την μάρκα κρασιού που διαθέτει το κατάστημα) η ατμόσφαιρα σε γενικές γραμμές ήταν θερμότατη, οι άνθρωποι ευγενικοί και παρά την ένταση που έχει μια πρεμιέρα δεν έφτανε στα ρουθούνια σου το άγχος της «ξεπέτας» που σε μετατρέπει αυτομάτως από πελάτη σε λογαριασμό. Άσε που, όπου κι αν καθίσεις –πλατεία η εξώστη- λόγω της αμφιθεατρικής τοποθέτησης των θέσεων, έχεις καλή ορατότητα στη σκηνή.

Ίσως να συνέβαλε και αυτό στον γρήγορο συντονισμό των «οπαδών» και δεν χάθηκε πολύτιμος χρόνος… Όλα στη θέση τους. Όπως πάντα. Με την ίδια ένταση, με το ίδιο κέφι, λες και δεν πέρασε μέρα από κείνες τις περασμένες εποχές του «Μετρό» (αρχές του 2000 πρέπει να ήταν) όπου εγώ η ίδια έγραφα ότι το «δισκογραφικό μάρκετινγκ σηκώνει τα χέρια ψηλά» και για τον Μάλαμα ότι είναι ένας καλλιτέχνης που «δεν τον ενδιαφέρει να σκηνοθετήσει την παραμικρή του κίνηση, που είναι απολύτως ο εαυτός του και ίσως να είναι αυτό τελικά το «μυστικό» της διάρκειας αλλά και της άρρηκτης σχέσης που έχει με τον κόσμο του».

Μπορεί να ακούγεται αστείο, αλλά το ίδιο κείμενο θα μπορούσα να το μεταφέρω αυτούσιο στο σήμερα. Δεκατρία χρόνια μετά και ο,τι έζησα τις προάλλες είχε τον ίδιο ηλεκτρισμό με το τότε (μην πω και μεγαλύτερο). Τα τραγούδια «άχρονα» και αυτά, αν δεν έχεις παρακολουθήσει Μάλαμα από κοντά, νομίζεις ότι έχουν γραφτεί στην διάρκεια της τελευταίας πενταετίας. Με την ίδια μελαγχολική / ποιητική στόφα που είχαν από τον πρώτο του δίσκο και με μια φολκ ροκ διάθεση που όμως περνάει και μέσα από την δημοτική και έντεχνη παράδοση, σου αφήνουν πάντα την επίγευση ενός καλά κρυμμένου γρίφου που με έναν μαγικό τρόπο «σκάει» εντός σου, ακουμπώντας τα πιο ευαίσθητα κέντρα σου.

Αν είσαι άσχετος όμως αλίμονο σου. Θέλει εγγύτητα και χρόνο το τραγούδι του Μάλαμα. Βλέπεις τους γύρω σου να τραγουδάνε το «Δυο τρεις κουβέντες» λόγου χάριν που έχει γραφτεί το 1993 – μ’ αυτό ξεκίνησε το πρόγραμμα στις 11 μ.μ και με την ίδια άνεση να παρακολουθούν όλη του την πορεία και δεν ξέρεις από πού και πώς ξεπηδούν τόσα πολλά …ριζωμένα τραγούδια. Από το «Μια βόλτα στα βαθιά» (1995) και το «Για την Ελλάδα» μέχρι το «Μυστικό Αμόνι» του Νίκου Μαστοράκη που έγινε μέσα στο 2013. Από τον πολιτικό «Θίασο» του 2005 («εποχές για λεφτά»!) μέχρι το εξαιρετικό «Μισή Πίστη» του 1995 από κείνη την παλιά συνεργασία του με τον Οδυσσέα Ιωάννου όταν ακόμη δεν ξέραμε τη συνέχεια …

Κάπου εκεί ανάμεσα, χωρίς πολλές εισαγωγές, κι ένα νέο τραγούδι που όμως έμοιαζε γνωστό μια και είναι απολύτως ενταγμένο στο ύφος του. Οι ενορχηστρώσεις δεν διαφέρουν πολύ από τα καλοκαιρινά του live, γιατί το σχήμα παραμένει σταθερό (Νίκος Μαγνήσαλης τύμπανα, Γιάννης Παπατριανταφύλλου κοντραμπάσο, Νίκος Παραουλάκης νέυ/κιθάρα, Φώτης Σιώτας βιολί/βιόλα και Κυριάκος Ταπάκης λαούτο/μπουζούκι) ενώ η μόνιμη, τον τελευταίο καιρό, συνοδοιπόρος του στο τραγούδι, Λαμπρινή Καρακώστα, φαίνεται να πατάει καλά στο ρεπερτόριο του, έχοντας μάλιστα και μια φυσική ομοιότητα σε χροιά με την Μελίνα Κανά. Η νεαρότερη της παρέας, Λυδία Μάλαμα, ιδιαίτερα συγκρατημένη, σχεδόν ντροπαλή όταν έβγαινε στη σκηνή, ανταπεξήλθε μια χαρά σ’ αυτό το πρώτο βάπτισμα (και είναι και κούκλα!)

 

Μάλαμας σε συνεχή πορεία. Σαν ένας δρόμος που δεν λοξοκοίταξε ποτέ ίσως γιατί είχε αποφασίσει από την αρχή ότι δεν τον αφορά καθόλου το άγχος της αλλαγής - όταν αυτή επιβάλλεται με σκοπό να μην χαθεί το εμπορικό «παιχνίδι». Μπορεί να σου αρέσει, μπορεί όχι, αλλά αυτός είναι. Και όσοι πιστοί προσέλθετε…

Και απ’ ότι φαίνεται οι πιστοί είναι σταθερά εκεί και με σταθερά «άγριες διαθέσεις» ( φωνάζουν τις «παραγγελιές» τους, του τραγουδάνε κλπ), ενώ η θερμοκρασία όσο διαρκεί το πρόγραμμα βαίνει αυξητική, για να προσγειωθεί στο δεύτερο μέρος σε ένα μίνι πρόγραμμα με Χαρούλα Αλεξίου η οποία, από το πρώτο τραπέζι πίστα βρίσκεται πάνω στη σκηνή. (Στις πρεμιέρες συμβαίνουν αυτά και είναι πάρα πάρα πολύ ωραία!) Τι άλλο να πει κανείς; Oτι η γαλαρία φώναζε από την αρχή «Ρε Σωκράτη τι λες τώρα/ που θα παίζεις ως τις 4 η ώρα;” και ότι το ρολόι έδειχνε 4 παρά δέκα και τελειωμό δεν είχαμε;

Παραπονεμένος πάντως δεν έμεινε κανείς. Γιατί ακούστηκαν τα πάντα, από τα «Μεταξωτά» και το «Τσιγάρο Ατέλειωτο» μέχρι τον «Διάφανο» και το «Κάτω απ το Μαξιλάρι» του Θανάση Παπακωνσταντίνου, η «Πριγκηπέσα» (ασφαλώς !), τα «Ξωτικά»,το «Τραγούδι του Μεθυσμένου» και άλλα πολλά. Η πρόχειρη σφυγμομέτρηση πάντως της βραδιάς ανέδειξε δημοφιλέστερο στίχο της τρέχουσας Μαλαμικής εποχής το «όσες κι αν χτίζουν φυλακές / κι αν ο κλοιός στενεύει ο νους μου είναι αερικό που όλο δραπετεύει» - ναι στο «Αερικό» έγινε χαλασμός κυρίου- ενώ στις ψηλότερες θέσεις των σταθερών του επιτυχιών φαίνεται να παραμένει κι εκείνο το παλιό «δεν θέλω να πικραίνεσαι τις Κυριακές τα βράδια…».

Φινάλε, δικό μου, όχι του Μάλαμα (εγώ τον άφησα να τραγουδάει στις 4 το πρωί, οπότε δεν ξέρω…). Είναι πιο πολλές οι πιθανότητες να δούμε την Ελλάδα να βγαίνει από την κρίση, παρά να αλλάξει η… υπόθεση Μάλαμας. Μυστήρια πράγματα ε; Αλλά πιο μυστήριο είναι η σκέψη που τριγυρνάει τόση ώρα στο κεφάλι μου, που λέει ότι «για να παραμείνει κανείς ίδιος, πρέπει να μπορεί να αλλάζει διαρκώς». Ας το σκεφτούμε λιγάκι- ‘έτσι κι αλλιώς χρόνος υπάρχει. Δεν αποκλείεται να θέτουν τα ίδια φιλοσοφικά ερωτήματα και τα εγγόνια μας!