Σατιρικό, σκωπτικό, χιουμοριστικό, αστείο, κωμικό τραγούδι. Όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί για τραγούδια με ανάλογη διάθεση στους στίχους, που συνυπήρξαν μέσα στα διάφορα είδη του ελληνικού τραγουδιού (δημοτικό, ελαφρό, ρεμπέτικο, λαϊκό, έντεχνο, ποπ), αλλά και που απέκτησαν σχεδόν αποκλειστικούς εκφραστές σε μεγάλους δίσκους στη μεταπολίτευση. Αρκετοί και διαφορετικοί μουσικά - ανάλογα και με την εποχή πάντα - οι άνθρωποι που το υπηρέτησαν. Ένας από τους χαρακτηριστικότερους ο Θέμης Ανδρεάδης.


Δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός με τον Θέμη Ανδρεάδη. Όχι λόγω παλιάς φιλίας (μόλις πέρυσι τον γνώρισα), αλλά γιατί με τους καλλιτέχνες αυτής της γενιάς νιώθω μεγαλύτερη οικειότητα, αφού με τα τραγούδια τους μεγάλωσα. Άλλωστε πώς να είσαι αυστηρός μ’ έναν άνθρωπο που ο ίδιος εξάντλησε την αυστηρότητά του απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό επιλέγοντας την αποχή από την προσωπική δισκογραφία για 26 χρόνια;

 

Είναι γεγονός ότι όταν, πριν από 30 χρόνια, ο Θέμης Ανδρεάδης αποφάσισε να διαφοροποιηθεί από το ρεπερτόριο με το οποίο τον είχε ταυτίσει ο κόσμος δέκα χρόνια πιο πριν, ήταν ίσως αργά. Στη συνείδηση του κοινού είχε περάσει περισσότερο ως διασκεδαστής παρά ως ερμηνευτής. Χωρίς να είναι άμοιρος ευθυνών και ο ίδιος. Όταν λοιπόν το 1983 κυκλοφορεί ο δίσκος «Σαν ξαφνικό ταξίδι», στον υπέρτιτλο διαβάζουμε: «Η μονοτονία της επανάληψης δημιουργεί αδιέξοδο. Σ’ αυτό το αδιέξοδο σταμπάρισα μιαν έξοδο». Δυστυχώς, λίγα χρόνια μετά, αυτή η έξοδος ήταν η αυτοαπομόνωση που κράτησε μέχρι την περασμένη χρονιά.

Πιστεύω ότι στο «Σαν ξαφνικό ταξίδι» ο Θέμης Ανδρεάδης ήθελε να επανασυνδεθεί με τις μουσικές του ρίζες που δεν είχαν βρει πρόσφορο έδαφος για να καρποφορήσουν στη δεκαετία του 1970. Κι ας είχε συμμετάσχει σε δίσκους με τραγούδια του Γιάννη Μαρκόπουλου και του Χριστόδουλου Χάλαρη, του Μίμη Πλέσσα και του Γιώργου Χατζηνάσιου. Κι ας είχε τραγουδήσει σε επανεκτέλεση από Παναγιώτη Τούντα μέχρι Διονύση Σαββόπουλο. Κι ας υπήρχαν μέσα στους χιουμοριστικούς του δίσκους τραγούδια που «τρομάζεις» σήμερα με την επικαιρότητά τους («Καλέ κυρά-Μαρία»).


Μπορεί λοιπόν αυτή την επανασύνδεση που δεν κατάφερε τότε, να την καταφέρνει τώρα με το δίσκο του «Το σώμα ξέρει» σε μουσική δική του και στίχους του Γιάννη Ευθυμιάδη. Τραγούδια προσωπικά αλλά όχι αποκομμένα από το τι συμβαίνει γύρω μας. Με τραγούδια από αυτό το άλμπουμ ξεκίνησε την εμφάνισή του ο Θέμης Ανδρεάδης με την παρέα του στον πάνω χώρο του «Γυάλινου μουσικού θεάτρου» στη λεωφόρο Συγγρού.   

Στο πρώτο μέρος, εκτός από τα νέα του τραγούδια, ακούστηκαν και κάποια, αντίστοιχου ύφους, παλιότερα τραγούδια, όπως το «Τραγούδι για καφενεία» σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, αλλά και το «Όχι δεν πρέπει» του Γιάννη Μαρκόπουλου και του Γιώργου Χρονά. Εδώ μαζί του η Άσπα Θεοφίλου που συνέχισε μόνη της με jazzy διάθεση σε ελληνικό και ξένο ρεπερτόριο. Ακολούθησαν οι “Etsi de”, «καλλιτεχνικά παιδιά» του Θέμη Ανδρεάδη και γνήσιοι απόγονοι του μουσικο-χιουμοριστικού ρεύματος των δεκαετιών ’70 και ’80. Και βέβαια πλαισιωμένοι όλοι τους από την ορχήστρα που αποτελούσαν ο Βασίλης Χατζηνικολάου (πιάνο) που είχε την επιμέλεια της ορχήστρας και τραγούδησε ανάμεσα στα δύο μέρη του προγράμματος, ο Νίκος Καπηλίδης (ντραμς), ο Νίκος Ρούλος (μπάσσο), ο Κωστής Βαζούρας (σαξόφωνο-άλτο-κλαρίνο-φλάουτο και... μιμήσεις) και ο Χρήστος Βιδινιώτης (μπουζούκι-μαντολίνο-τζουρά).


Στο τέλος του πρώτου μέρους και σε όλο δεύτερο μέρος τα δεδομένα άλλαξαν. Ο Θέμης Ανδρεάδης αναβίωσε τα σατιρικά του τραγούδια άλλοτε μόνος του, άλλοτε σε κωμικά ντουέτα με την Άσπα Θεοφίλου ή σε ξεκαρδιστικά τραγουδιστικά τρίο με τους Etsi de. «Είμαι πολύ ωραίος», «Λούλα», «Το ρομαντικό γεύμα», «Ο καραγκιόζης», «Η πεθερά», «Καλέ κυρά-Μαρία», «Όταν τύχει να γκρεμίσουνε τα τείχη», αλλά και συνθέσεις του Γιάννη Μαρκόπουλου («Ο Ταρζάν», «Του άντρα του πολλά βαρύ») και του Μίμη Πλέσσα («Ο φωτογράφος» από το «Πανόραμα» του Κώστα Βίρβου). Ακόμα Άκης Πάνου, Γιώργος Ζαμπέτας, αλλά και Μάνος Χατζιδάκις.

 

Ένα πρόγραμμα που απευθύνεται πρωτίστως στους γνώστες της πορείας του Θέμη Ανδρεάδη στη μουσική. Όμως και αυτοί που τον ήξεραν περισσότερο από τα χιουμοριστικά του τραγούδια, θα γνώρισαν και μια άλλη του όψη. Η μόνη παρατήρηση που έχω είναι ότι θα ήθελα περισσότερο «γεφυρωμένες» την εσωστρέφεια του πρώτου μέρους με την εξωστρέφεια του δεύτερου. Αναγνωρίζω ότι η καλλιτεχνική ακροβασία είναι επικίνδυνη. Δε μιλάμε για ένα συνηθισμένο πρόγραμμα με γνωστά ακουστικά τραγούδια στο πρώτο μέρος και χορευτικά λαϊκά στο δεύτερο.

Οι ισορροπίες πολλές φορές τηρούνται δύσκολα. Πρέπει να τα έχεις βρει με τον εαυτό σου για να μην πέσεις. Και ο Θέμης Ανδρεάδης φαίνεται να τα έχει βρει με τον εαυτό του και με το παρελθόν του. Νόμιζα ότι το είχε αποκηρύξει λόγω της μακρόχρονης απουσίας του από τα μουσικά πράγματα, αλλά μάλλον έκανα λάθος. Όταν κάποιος θέλει να αλλάξει σελίδα δε σημαίνει απαραίτητα ότι σκίζει τις προηγούμενες.