Δευτέρα βράδυ στο Ρυθμός Stage της Ηλιούπολης και δεν πέφτει καρφίτσα μέσα στην αίθουσα. Η πρώτη εντύπωση είναι αυτή. Ο κόσμος κάνει ουρά έξω και περιμένει υπομονετικά να πάρει την θέση του μέσα, αυτή την πολύ ζεστή νύχτα του Οκτώβρη, όπου τα τραπεζάκια (έξω) γεμίζουν πλατείες και οι μυρωδιές είναι ακόμα καλοκαιρινές. Μπράβο ο «Ρυθμός» (σκεφτόμαστε φωναχτά). Η «πιάτσα» δείχνει σαφή σημάδια αποκέντρωσης, γιατί εδώ που τα λέμε και το πρόγραμμα δεν είναι δα κι από κείνα που σχηματίζουν εύκολα ουρές…

 

Ποίηση. Ποίηση και μουσική. Η σκιαγράφηση της Κατερίνας Γώγου από την ηθοποιό Μυρτώ Αλικάκη (μέσα από μονολόγους και στίχους της) τραγούδι από τη Νανά Μπινοπούλου και τον Κώστα Χαριτάτο, φωτοτογραφίες και μικρά βίντεο από την ζωή της Γώγου, όλα μέρος του αφιερώματος «Στο μυαλό είναι ο Στόχος» που έστησε για τον Ρυθμό Stage o Γιώργος Κορδέλλας, και αποτελεί την σκηνική συνέχεια της πολυσυλλεκτικής έκδοσης που επιμελήθηκε ο ίδιος και ο Αγγελος Σφακιανάκης «Πάνω Κάτω η Πατησίων» το 2012 (εκδόσεις Οδός Πανός ).

 

Μικρή παρένθεση πριν συνεχίσω. Ουδέποτε είχα την παραμικρή σχέση με την ποίηση της Κατερίνας Γώγου. Και δεν αναφέρομαι βέβαια στην αναγνώριση του ποιητικού της έργου, ούτε θέλω να σχολιάσω την «επίσημη κριτική» (που την προσπερνούσε, θεωρώντας την μια συμπαθητική οργισμένη της Κυψέλης). Όχι. Μιλώ για κάτι εντελώς διαφορετικό. Εντελώς.


Όλη η πονεμένη επιθετικότητα και η άρνηση που βγάζουν οι στίχοι της, όλη αυτή η αίσθηση εγκλεισμού μέσα σε έναν εαυτό που τραυματίζεται καθημερινά χτυπώντας τις γροθιές του στον τοίχο μου έμοιαζε (κάποτε) σαν την χαρακτηριστική έκφραση μιας γενιάς που φλέρταρε διαρκώς με τα υπαρξιακά της αδιέξοδα, κάνοντας στιλ την καταστροφή της. Έτσι μου φαινόταν κάποτε. Μια δήθεν «απάντηση» στους δήθεν γιάπις των 80's. Γιατί όλα στην Ελλάδα, δήθεν ήταν (είναι). Όλα στο περίπου. Και τα μεν και τα δε.


Δεν είναι περίεργο όμως που δεν έβλεπα σωστά. Μέσα στην ψευτο- γκλαμουριά των 80s, η κραυγή της Γώγου - κραυγή που είχε σαν αφετηρία και συγκεκριμένη πολιτικά και κοινωνικά αιτήματα - ακουγόταν παράταιρη, σχεδόν γραφική. Τον πρώτο λόγο τότε είχε ευφορία των μεγάλων πάρτι, των ακριβών αυτοκινήτων, των εξοχικών. Α!Όλα κι όλα. Αν δεν μπορούσαν να το διασκεδάσουν κάποιοι, κακό του κεφαλιού τους. Και δικό τους το πρόβλημα- σαφώς. Αλλά πίσω έχει η αχλάδα την ουρά. Γιατί έχει ο καιρός γυρίσματα και απλοί, απλούστατοι στίχοι όπως «σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος» ή «Θα ρθει καιρός να αλλάξουν τα πράγματα, να το θυμάσαι Μαρία» έχουν σήμερα περισσότερο νόημα από ποτέ.


Το «Πάνω Κάτω η Πατησίων» φρόντισε το 2012 να μου το υπενθυμίσει καλά. ‘Ήταν, φαίνεται η ώρα της. Η ώρα μου. Κι εδώ θα σταθώ ξανά. Γιατί είναι πολύ σπάνιο, πραγματικά δύσκολο, να αποκτήσει ο εσώκλειστος και πολύ ιδιαίτερος χώρος μιας προσωπικής κατάθεσης, ένα νέο αυτόνομο (μουσικό) σύμπαν. Να δέσει τόσο φυσικά ο στίχος με την μουσική. Να αποκτήσουν νόημα οι σιωπές. Οι «σκιές» να βγαίνουν μέσα από ακόρντα, οι φωνές να «παίζουν» στο ίδιο έργο. Πονεμένο έργο. Δύσκολο. Αλλά ποιός λέει ότι τα "δυσκολίκια", δεν είναι τροφή για την μουσική; --->



---> Απ’ αυτήν την άποψη λοιπόν ήταν - σε μεγάλο βαθμό- εξασφαλισμένη η επιτυχία του αφιερώματος στον Ρυθμό. Γιατί η πρώτη ύλη (τραγούδι) ήταν δεδομένη. Και επί χρόνια δουλεμένη από τον Γιώργο Κορδέλλα. Έμενε τώρα να αποδειχθεί και στο live. Κι έτσι κι έγινε. Έντονα ηλεκτρικές οι ενορχηστρώσεις (ίσως κατά τι περισσότερο απ ότι σήκωνε το κλίμα) ωραίες ερμηνείες από τους συμμετέχοντες και… βάδισμα μέσα στο σκοτάδι. Γοητευτικό σκοτάδι, φουλ από έντονη γεύση ζωής. 


Η Νανά Μπινοπούλου και ο Κώστας Χαριτάτος αποδίδουν όλες τις φωνές του cd (και τα πάνε μια χαρά) ενώ η Μυρτώ Αλικάκη, που είναι το κεντρικό πρόσωπο του αφιερώματος, «μιλάει» με τα λόγια της ηρωίδας, βγάζοντας προς τα έξω έναν δεύτερο εαυτό, μια τρυφερή, οργισμένη και «ολοζώντανη» Γώγου.


Δεν υπήρχε (κατά την γνώμη μου) καλύτερο «κάστινγκ» απ αυτό που έκανε ο Καρδέλλας. Η συγκρατημένη επιθετικότητα στη φωνή της Αλικάκη, το ευθύ της βλέμμα, το νεύρο της, ακόμη και το μικροκαμωμένο σουλούπι της, καταφέρνουν και φέρνουν μπροστά στα μάτια σου την αύρα εκείνης της βαθιά θυμωμένης ζωής που σε κοιτάζει θαρραλέα στα μάτια και σε εκλιπαρεί να ξυπνήσεις. Ίχνος μελό δεν ανιχνεύεις πουθενά (ευτυχώς) ίχνος από εκείνη την αίσθηση που λέει ότι όλο αυτό αφορά μια περασμένη εποχή που έφυγε και πάει. Ίσως εκεί ακριβώς να είναι και η μεγαλύτερη δικαίωση της ποίησης της.


Μπορεί η Ιστορία να μην έχει λάβει ακόμα τις τελικές της αποφάσεις για το πιο ταμπέλα θα δώσει στην δουλειά της, το σίγουρο όμως είναι ότι καθώς ανάβουν τα φώτα και αδειάζει η αίθουσα του «Ρυθμού» ξέρεις καλά ότι κάτι σημαντικό έχει συμβεί εκεί μέσα. Κάτι που σε αφορά απόλυτα – εσένα και όλους τους άλλους. Γιατί, όπως είπαμε και πριν, έχει ο καιρός γυρίσματα...