Έχουν περάσει κοντά 25 χρόνια από εκείνο το σαββατιάτικο απόγευμα που, οδηγώντας, ακούω τον Μάνο Χατζιδάκι στο ραδιόφωνο του Antenna να εκθειάζει ένα νεαρό που πήγε και του συστήθηκε ως συνάδελφός του. Επρόκειτο για τον Φοίβο Δεληβοριά και η ιστορία αυτή βέβαια είναι λίγο-πολύ γνωστή. Λίγο καιρό μετά αγοράζω την «Παρέλαση», τον πρώτο προσωπικό του δίσκο που κυκλοφορεί από τον «Σείριο» του Χατζιδάκι το 1989. Μένω έκπληκτος από το μουσικό ύφος του νεαρού αλλά κυρίως από το λόγο του.

 Λόγος άμεσος, πολλές φορές βιωματικός, ζωντανός και ανεπιτήδευτος. Στη συνέχεια τον έχασα. Πέρασαν 6 χρόνια και, χαζεύοντας τις νέες κυκλοφορίες σε μεγάλο κατάστημα δίσκων της Αθήνας (μιλάμε για το 1995), πιάνω στα χέρια μου τον δίσκο «Η ζωή μόνο έτσι ειν’ ωραία» και διαβάζω το όνομα του καλλιτέχνη: Φοίβος Δεληβοριάς. Ο νους μου πήγε αμέσως στον «θρασύ» πιτσιρικά που στάθηκε ως ίσος προς ίσον απέναντι στον Μάνο Χατζιδάκι και για τον οποίο ήμουν εξαιρετικά περίεργος για τη συνέχειά του στο χώρο. Άλλος ένας λόγος άμεσης απόκτησης του βινυλίου εκείνου ήταν ότι, στον δίσκο που κρατούσα στα χέρια μου, διάβαζα και το όνομα του αγαπημένου Θανάση Βέγγου ως συμμετέχοντα σε ένα τραγούδι. Κι εδώ η εξέλιξη της ιστορίας είναι επίσης γνωστή και με το συγκεκριμένο δίσκο, αλλά και με τις επόμενες δουλειές του Δεληβοριά.

 

Φτάνουμε στη 2η μέρα του φετινού Οκτώβρη. Ο κόσμος γεμίζει τη μεγάλη αίθουσα του κινηματογράφου «Δαναός» στη λεωφόρο Κηφισίας για τη συναυλία του Φοίβου Δεληβοριά. Ξέρουμε ότι δε θα είναι σαν τις άλλες συναυλίες του, αλλά θα είναι μια βραδιά με έντονο κινηματογραφικό χρώμα. Τα φώτα σβήνουν και στην οθόνη προβάλλονται αποσπάσματα από ταινίες, κάτι που έγινε και κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, αλλά και στο τέλος της βραδιάς. Σε αυτά τα τρία χρονικά σημεία οι ασπρόμαυρες εικόνες από το “Manhattan” του Woody Allen και το “8 ½” του Federico Fellini μπλέκονταν με τις επίσης ασπρόμαυρες εικόνες από τον «Δράκο» του Νίκου Κούνδουρου, ενώ οι τίτλοι της αρχής από το “Midnight cowboy” του John Schlesinger με το “Everybody’s talkin’ ” του Nilsson παρέδιδαν σκυτάλη στους τίτλους του τέλους από τα «Χαμένα όνειρα» του Αλέκου Σακελλάριου με το αθάνατο ομότιτλο βαλς του Μάνου Χατζιδάκι.

 

Η βραδιά ξεκίνησε με την εισαγωγική σκηνή από το “Manhattan” του Woody Allen - υπό τη μελωδία του “Rhapsody in blue” του George Gershwin - να προβάλλεται στην οθόνη. Αμέσως μετά το μουσικό μοτίβο αλλάζει και στην οθόνη εμφανίζεται το λογότυπο Fivos Film, ευθεία παραπομπή στο σήμα της Finos Film. Στη σκηνή ανεβαίνει ο Φοίβος Δεληβοριάς με την κιθάρα του και ο Κωστής Χριστοδούλου που τον συνόδεψε στα πλήκτρα. Ήδη από το πρώτο τραγούδι το μουσικό – και όχι μόνο - στίγμα της βραδιάς δόθηκε. Μέσα από τους στίχους ο Δεληβοριάς λυπάται που δε ζούσε ή που λόγω ηλικίας δεν πήγε σε ιστορικά μέρη για τη μουσική και το θέατρο όπως τη Μάντρα του Αττίκ, το Θέατρο Τέχνης επί Κουν, το πατάρι του Λουμίδη, το «Μετροπόλιταν» και το «Παρκ» του 1962 για την «Οδό Ονείρων» και την «Όμορφη πόλη», το Άλσος Παγκρατίου της δεκαετίας του 1970 για το Ελεύθερο Θέατρο.



Ακόμα,  που δεν είδε στο θέατρο τον Λογοθετίδη ή τον Αργυρόπουλο (τους δύο μεγάλους «Βασίληδες» της κωμωδίας του ’50 σύμφωνα με τον Σακελλάριο), που δεν πέταξε γαρδένιες ή δεν έσπασε πιάτα στον Μπιθικώτση, τον Ζαμπέτα ή τη Μοσχολιού, αλλά και που δεν ήταν στο πάρτυ στη Βουλιαγμένη του Λουκιανού Κηλαηδόνη. Κι όλα αυτά σε μία υπόγεια, χωρίς ονόματα, σύγκριση με το σήμερα – σημαδιακός ο στίχος «το Αιγαίο μου είναι ανάξιο του Άξιον εστί».

 

Ίσως είμαι λίγο παραπάνω αναλυτικός, αλλά θέλω να δείξω και να υπογραμμίσω τη μουσική προσωπικότητα του Δεληβοριά που σαφώς περνά μέσα από τις αναφορές που κάνει στους στίχους του, μέσα από τις σκηνές που επέλεξε για την οθόνη αλλά και μέσα από τα τραγούδια που αποτέλεσαν το ρεπερτόριο της συναυλίας, πέρα από τα δικά του. Άλλωστε, όπως μας εξήγησε με συγκεκριμένα παραδείγματα ο ίδιος, πολλά από τα δικά του τραγούδια έχουν μια κινηματογραφική ροή στην ιστορία που αφηγούνται ή στις εικόνες που περιγράφουν. Και είναι πολλά αυτά : «Αυτή που περνάει», «Ένας σκύλος στο Κολωνάκι», «Εκείνη», «Η μπόσσα-νόβα του Ησαΐα» ακόμα και η «Υβρεοπομπή». Δίπλα σε αυτά, Χατζιδάκις από την «Αλίκη στο Ναυτικό» αλλά και Ξυδάκης από τη «Μανία», Ξαρχάκος από το «Ρεμπέτικο» αλλά και Ζαμπέτας από το «Να ζει κανείς ή να μη ζει». Ιδιαίτερες στιγμές στην όλη βραδιά ήταν όταν ο Κωστής Χριστοδούλου έπαιξε στο πιάνο και τραγούδησε κομμάτι από το “Gran Torino” του Clint Eastwwod και όταν η Σοφία Σαρρή από τους Night on Earth (συγκρότημα που έχει ασχοληθεί και με τη μουσική στον κινηματογράφο) μας χάρισε μια εξαιρετική ερμηνεία στο “Llorando” (το “Crying” του Roy Orbison). Η Σοφία Σαρρή τραγούδησε ακόμα το “Moon river” του Mancini, το “Mad world”, ενώ μαζί με τον Φοίβο Δεληβοριά μας πήγαν από το “Suicide is painless”  του “M.A.S.H.” στο “A hard day’s night” των Beatles και στο “Eye of the tiger” από το τρίτο“Rocky”.


Εδώ θα ήθελα λίγο να σταθώ. Αυτό το κομμάτι (“Eye of the tiger”) ήταν δεμένο με ένα τραγούδι από την ταινία «Καμικάζι αγάπη μου» του Γιάννη Δαλιανίδη από το 1983. Θα νόμιζε κάποιος ότι ο Δεληβοριάς το κάνει αυτό για να τα κοροϊδέψει. Δεν πιστεύω ότι συμβαίνει αυτό. Θεωρώ ότι ο Φοίβος Δεληβοριάς είναι ένας από τους πιο ισορροπημένους σύγχρονους καλλιτέχνες. Γιατί καταφέρνει στη μουσική του να συνταιριάξει το καλώς εννοούμενο «έντεχνο» με την καλώς εννοούμενη «ποπ». Γιατί είναι πάντα σημερινός στο λόγο του, μπολιάζοντάς τον παράλληλα με έντονη νοσταλγική διάθεση. Γιατί δεν έχει ενοχές για τις εφηβικές του ανησυχίες, τις οποίες ομολογεί στο κοινό. Το παιδί που έβλεπε τις μεγάλες ταινίες στον κινηματογράφο ή την τηλεόραση ήταν το ίδιο παιδί που νοίκιαζε άλλης αισθητικής βιντεοκασέττες.

 

Το παιδί αυτό όμως μεγαλώνοντας τα έχει όλα αυτά αφομοιώσει και ταξινομήσει μέσα του. Δεν είναι κολλημένος στο παρελθόν του, αλλά ούτε και απολογείται γι’ αυτό. Δεν το υπερασπίζεται σθεναρά, αλλά ούτε και το αποκηρύσσει σαν να μην υπήρξε. Έχει τοποθετήσει τα πράγματα στη σωστή τους βάση και τα ανακαλεί στις κατάλληλες περιστάσεις με χιούμορ, αυτοσαρκασμό αλλά και με προστασία γιατί είναι όλα κομμάτια του εαυτού του. Κι όταν έρχεται η ώρα να αναφερθεί στο χθες μέσα από το πρίσμα του σήμερα, το κάνει μ’ ένα σπάνιας ευαισθησίας τραγούδι, κατά την ταπεινή μου άποψη ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που έχει γράψει ποτέ και που εύχομαι σύντομα να κυκλοφορήσει. Είναι το τραγούδι με το οποίο έκλεισε η βραδιά. Ένα τραγούδι στο οποίο «κλείνει το μάτι» σε κάποια από τα ινδάλματα των 80’s στον κινηματογράφο (Sylvester Stallone, Ralph Macchio, Σταμάτη Γαρδέλη), αλλά και τον αθλητισμό:

 

«Ανεβαίνω στην ταράτσα που καίει, πετάω τη μπάλλα που κρατούσα στο διάστημα
και ο Γκάλης που μέσα μου κλαίει, «Φεύγω» λέει, «Φεύγω» λέει...» Ίσως ο ομορφότερος αποχαιρετισμός στη νιότη που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια.


Τελικά, για άλλη μια φορά, αποδείχτηκε πόσο μπροστά έβλεπε ο Μάνος Χατζιδάκις.