Βγαίνοντας απ την συναυλία της Ανδριάνας Μπάμπαλη στο «Δαναό» (διοργάνωση MusicPaper.gr) σκεφτόμουν ότι υπάρχουν  δυο Ελλάδες που τρέχουνε παράλληλα. Η μία είναι αυτή που σε κάνει να θες να μπεις κάτω απ το ντους να ξεπλυθείς,  να βγάλεις όλη την λίγδα της μέρας (γιατί αν δεν, τα πάντα σου μυρίζουν) ενώ η άλλη  είναι η… άλλη, που (δυστυχώς) για να την βρεις πρέπει λιγάκι να κουνηθείς, να ψάξεις στα σάιτ, να έρθεις σε επαφή, να μπεις στο αυτοκίνητο, στα λεωφορεία, να μπεις στο κόπο γενικότερα…

Ο «Δαναός» δεν είναι κρυμμένος σε κανένα στενάκι της Αθήνας, αλλά είναι κινηματογράφος. Τελείωσε. Χαμηλώνουν τα φώτα, βουλιάζεις στο κάθισμα και… φεύγεις. Με το τραγούδι είναι δυνατόν να γίνει αυτό;

Εξαρτάται. Γιατί και το τραγούδι «έργο» είναι και μάλιστα έργο δύσκολο, όπου οι «πρωταγωνιστές»  είναι γυμνοί από σκηνικά και σκηνοθεσίες και ακριβώς γι αυτό, πρέπει  να πατάνε γερά στα πόδια τους.
 
Η Ανδριάνα έχει πάνω από 10 χρόνια στο τραγούδι και ο,τι έχει πετύχει το χει πετύχει σιγά σιγά χωρίς ποτέ να κάνει το μεγάλο «μπουμ»- όπως πιθανόν κατάφεραν οι νεώτερες της στο χώρο,  Ζουγανέλη και Μποφίλιου.
Την θυμάμαι στα πρώτα πρώτα της βήματα,  ένα έξυπνο μουτράκι με ωραίο βλέμμα και ιδιαίτερη χροιά στη φωνή, ένα κορίτσι της εποχής της, τα μαλλιά κουρεμένα γουλί απ την μια και μπλε απ την άλλη (λέμε τώρα), τα μαλλιά κοντά, τα μαλλιά μακριά- κάθε νέα φωτογράφηση και έκπληξη και- δε λέω- όλο το conceptμελετημένο-  την εποχή που η λέξη concept πήγαινε και ερχόταν στην δισκογραφία, (αλλά τις περισσότερες φορές εξαντλείτο στα φρου φρου των δημοσίων σχέσεων και τις προτάσεις του στιλίστα)
 
 
 
Και ουδείς έχει αντίρρηση για την χρησιμότητα και των δύο, αρκεί να μπορεί να τους δικαιολογήσει (και να σε πείσει)  το ίδιο το αποτέλεσμα. Τουτέστιν η δουλειά. Και ο άνθρωπος πίσω απ αυτήν. Η Ανδριάνα έχω την εντύπωση ότι κατάφερε να ξεφύγει από την ταμπέλα που βόλευε να της κολλήσει  η  δισκογραφία τότε, όταν ανακάλυψε την υπέροχη ρετρό «φλέβα» που έχει μέσα της, έναν εντελώς δικό της συναισθηματισμό, που ενώ συγκινεί στέκεται στην κόψη κι απλά υπονοεί. Δεν λιγώνει.

Αν το ποπ σημαίνει κάτι ελαφρύ κι έξω καρδιά, λίγο τρελούτσικο, λίγο παιδικό κλπ κλπ τότε δεν μιλάμε για την Ανδριάνα.  Ποπ ναι, αλλά με μια φίνα  εκφραστικότητα, όπου το «ανάλαφρο» δεν σημαίνει ελαφρύ, τουναντίον της επιτρέπει να κινείται με φυσικότητα και σιγουριά  από τον Πορτοκάλογλου μέχρι τους Pink Martini και από τη Λένα Πλάτωνος στον Κώστα Λειβαδά, τον Μινωα Μάτσα, τον Χατζιδάκι του παλιού ελληνικού κινηματογράφου («Εκεί ψηλά στον Υμηττό»), τη Μελίνα Τανάγρη (Βυζάκια Εξω ), τη «Σερενάτα» (της Αρλέτας).
Και βέβαια σε μια συναυλία δεν κάθεσαι να ψειρίσεις τα πράγματα (πόσο μάλλον όταν δεν είσαι του επαγγέλματος) απλώς εισπράττεις την ατμόσφαιρα που βγαίνει μέσα από ένα σύνολο πραγμάτων –φωνή, κίνηση, εκφράσεις, στίχο, ήχο κλπ. Και σ' αυτό μας κέρδισε 100% η Ανδριάνα. 
 
 
Και, αν και ο χώρος ήταν δύσκολος, και το «έργο» φτιαγμένο  από απλά υλικά (ακορντεόν και πλήκτρα) είχες την αίσθηση ότι όλα ήταν μελετημένα έτσι ώστε να βρίσκεσαι σε μια ενιαία παράσταση, τόσο ανεπιτήδευτα ανάλαφρη και γλυκιά όσο μια βόλτα στις γειτονιές του παλιού Φίνου.
 
Ο Παναγιώτης Τσεβάς και το ακορντεόν του, ο καλύτερος… συνομιλητής της τραγουδίστριας (και ωραία φωνή) και ο ενορχηστρωτής και πιανίστας Άκης Κατσουπάκης, το διακριτικό τρίτο πρόσωπο πάνω στον οποίο στηρίχθηκε αυτός ο μαλακός –σχεδόν φυσικός- ήχος. 
Τελικά δεν ειναι κι άσχημη ιδέα ο Δαναός. Και ειναι σίγουρο, δεν είμαι η μόνη που πέρασα τόσο καλά!