Δεν είναι η πρώτη φορά που οι Stomp έρχονται στην Ελλάδα. Από την παρθενική τους εμφάνιση στη χώρα μας τυγχάνουν θερμότατης υποδοχής από το ελληνικό κοινό είτε εμφανίζονται σε εξωτερικούς χώρους (Λυκαβηττός) είτε «στριμώχνονται» σε θέατρα και συναυλιακούς χώρους όπως στη περίπτωση του Βadminton ή του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης. Την Τρίτη 24/9 έδωσαν την πρώτη τους παράσταση για το αθηναϊκό κοινό από το οποίο για άλλη μια φορά εισέπραξαν όπως φάνηκε ένα έξαλλο χειροκρότημα και συνεχείς επιδοκιμασίες για το πραγματικά (για άλλη μια φορά) εκπληκτικό θέαμα που προσέφεραν.

Η ιδιότυπη καλλιτεχνική κολεκτίβα των Βρεττανών Luke Cresswell και Steve McNicholas δημιουργήθηκε το 1991 στο Μπράιτον με ανοιχτή πρόσκληση σε όποιον καλλιτεχνικά είχε τη διάθεση να υποστηρίξει στο μέτρο των δυνατοτήτων του τη σύνθεση χορού, μουσικής και δραματουργικής προσέγγισης μιας παράστασης που με κέντρο το χορό έσπαγε τα καθιερωμένα πλαίσια μιας τυπικής παρουσίασης ενός δρώμενου και άνοιγε σε μια απόδοση με πολλαπλές προσεγγίσεις, ποικίλες εμπνεύσεις και μηνύματα που άγγιζαν τις ευαίσθητες χορδές των θεατών ως το μεδούλι.

 

Στην παράσταση των Stomp (σημαίνει χτυπάω το πόδι με δύναμη) όλα εν δυνάμει τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης γίνονται στα χέρια τους μουσικά όργανα: βαρέλια, σκουπόξυλα, κουβάδες, λάστιχα, τενεκεδάκια, κουτάκια μπύρας αλλά και νεροχύτες, εφημερίδες, σπιρτόκουτα, αναπτήρες... Ο θεατής ανακαλύπτει με έκπληξη ότι αντικείμενα που η χρήση τους είναι μηχανιστικά λειτουργική γίνονται (και όσο λειτουργούν αλλά και όταν περάσουν εν αχρηστία) κρουστά με τη δική τους φωνή που από ενοχλητική μετατρέπεται σε μελωδική.

 

Ο συνδυασμός δε πολλών οικιακών αντικειμένων στα χέρια και τα πόδια των Stomp αποκαλύπτει στο τέλος μια μοναδική συμφωνία και βαθμιαία νοιώθεις ότι αυτά τα ευτελή αντικείμενα αποκτούν αυτόνομη προσωπικότητα με λόγο, ρυθμό και αέναη χρησιμότητα. Οι Stomp πάνω στη σκηνή φλερτάρουν με τους Γιαπωνέζους «Kodo» αλλά και τους Αφρικάνους «Burrundi Drummers» και σ’ ένα σκηνικό δρόμου χρησιμοποιούν πρωτίστως το σώμα τους (πόδια, χέρια, στόμα) σε απίθανους συνδυασμούς μεταφέροντας τον ακροατή – θεατή πολύ πίσω, τότε που οι πρώτοι πρόγονοί μας δοκίμαζαν παρόμοιες καλλιτεχνικές εκφράσεις (πολλές από τις οποίες επιζούν ατόφιες στις όποιες αφρικάνικες φυλές υπάρχουν ακόμη) με μέσα που και τότε δανείζονταν από την καθημερινότητά τους.

 

Ενώ σε υπαίθριους συναυλιακούς χώρους η δράση μοιράζεται ισότιμα τόσο στη κεντρική σκηνή όσο και στις υπερυψωμένες κατασκευές, σε κλειστούς η παράσταση διαδραματίζεται περισσότερο στο «δρόμο» ώστε ο καθήμενος θεατής να έχει περισσότερο «κοντά» του τους συντελεστές οι οποίοι γι’ αυτό το λόγο ενσωματώνουν (άλλοτε με διάθεση κατευναστική και άλλοτε για να καταδείξουν άλλο ένα είδος κρουστού θεατρικού δρώμενου) στοιχεία κωμικού θεάτρου, παντομίμας, βωβού κινηματογράφου με αποτέλεσμα οι θεατές να αποφορτίζονται (πολλές φορές καλούμενοι να συμμετέχουν και οι ίδιοι) και να προετοιμάζονται για τα επόμενα απόλυτα συγχρονισμένα χορευτικά νούμερα!

 

Στη φετινή τους πρεμιέρα στην Αθήνα οι Stomp παρουσίασαν με αρκετό κέφι μια ολοκληρωμένη παράσταση που η καλλιτεχνική της αρτιότητα είναι μια για πάντα αδιαμφισβήτητη! Πολλοί επώνυμοι της καλλιτεχνικής, δημοσιογραφικής και πολιτικής σκηνής έδωσαν το παρών σ’ ένα κατάμεστο θέατρο μ’ ένα κοινό εξόχως θερμό και ενθουσιώδες! Να ικετέψουμε όμως τους φίλους που θα ήθελαν να το παρακολουθήσουν ότι αν και το θέαμα μοιάζει να είναι εξωστρεφές εντούτοις απαιτεί την αυτοσυγκέντρωση του θεατή για να μπορέσει να «χορέψει» τη σκέψη του και τη καρδιά του σε μια συμβολική ένωση με την ανοιχτή σε ιδέες, εφευρετικότητα και κέφι ομάδα των Stomp.

 

Ίσως λοιπόν το θέαμα να είναι μην είναι κατάλληλο για παιδιά κάτω των 8-10 ετών με την έννοια της διανοητικής απορροφητικότητας που απαιτεί (σε κλειστό χώρο) μια τέτοια μοναδική εμπειρία! Μακάρι κάποιος και από τους Έλληνες θεατές αποδεχτεί το ανοιχτό κάλεσμα σε οντισιόν που η ομάδα διατηρεί όλα αυτά τα χρόνια και σε επόμενες παραστάσεις στη χώρα μας τον υποδεχτούμε με ένα ακόμη κίνητρο!