Το ταξίδι στα τραγούδια του Απόστολου Καλδάρα ξεκίνησε στις αρχές του Σεπτέμβρη του 2012 στη Νάουσα της Ημαθίας. Ο Γιώργος Νταλάρας και η Ελένη Τσαλιγοπούλου σε μία μόνο συναυλία (καθώς η δεύτερη διακόπηκε λίγο μετά το ξεκίνημά της λόγω ξαφνικής φθινοπωριάτικης νεροποντής) παρουσίασαν στο πρώτο μέρος τραγούδια από δύο σημαντικούς κύκλους τραγουδιών του συνθέτη («Μικρά Ασία» του 1972 σε στίχους Πυθαγόρα και «Βυζαντινός εσπερινός» του 1973 σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου) και παλιότερα λαϊκά τραγούδια του στο δεύτερο μέρος.

Ήταν άλλωστε και τα 90 χρόνια από το μαύρο Σεπτέμβρη του 1922 για τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας και τα 40 χρόνια από την έκδοση του δίσκου «Μικρά Ασία» (που είχε με τη σειρά του εκδοθεί στα 50 χρόνια από την επέτειο του ξεριζωμού). Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου και του χειμώνα, ο Γιώργος Νταλάρας ασχολήθηκε με την έκδοση και τη ζωντανή παρουσίαση του νέου του δίσκου που προέκυψε από τη συνεργασία του με τον Νίκο Αντύπα.

 


Φτάνουμε λοιπόν στην άνοιξη του 2013. Το αφιέρωμα στον Απόστολο Καλδάρα επανέρχεται στο προσκήνιο. Αυτή τη φορά μαζί με τον Γιώργο Νταλάρα συνοδοιπόρος είναι η Γλυκερία. Και οι δυο τους τυχεροί από την παρουσία του Απόστολου Καλδάρα στα πρώτα τους βήματα. Ο χώρος που φιλοξενεί τις παραστάσεις είναι το θέατρο του «Ελληνικού Κόσμου». Ακολουθεί η καλοκαιρινή περιοδεία που ξεκινά στα τέλη Ιουνίου, περνά από αρκετές πόλεις της Ελλάδας και ολοκληρώνεται στο θέατρο Βράχων στις 14 Σεπτεμβρίου 2013, περίπου ένα χρόνο μετά από την πρώτη συναυλία στη Νάουσα και ανήμερα της επετείου της «αναχώρησης» του Στέλιου Καζαντζίδη που σφράγισε με τη φωνή του πολλές συνθέσεις του Απόστολου Καλδάρα.

 

 

Προσωπικά, τις φορές που έτυχε να παρακολουθήσω το συγκεκριμένο αφιέρωμα (στη Νάουσα, στον «Ελληνικό Κόσμο» και στο φινάλε της καλοκαιρινής περιοδείας) αυτό που μου έκανε περισσότερο εντύπωση ήταν η συμμετοχή, αλλά και η προσήλωση του κοινού. Η συμμετοχή θα μου πείτε είναι λίγο-πολύ δεδομένη, όταν μιλάμε για συναυλίες λαϊκών αγαπημένων τραγουδιών. Συμφωνώ. Η προσήλωση όμως, κυρίως σε συναυλίες σε ανοιχτό χώρο, δεν είναι πάντοτε εξασφαλισμένη. Και περισσότερο όταν πρόκειται για ένα ρεπερτόριο που προέρχεται από δύο κύκλους τραγουδιών που δεν ακούγονται συχνά, σχεδόν στην ολότητά τους, παρόλο που κινούνται σε λαϊκούς μουσικούς δρόμους, γεγονός που τους κάνει ενδεχομένως πιο εύληπτους.

Ας μην ξεχνάμε ακόμα ότι, πέρα από την αποδοχή που γνώρισε – και όχι από την αρχή – η «Μικρά Ασία», ο «Βυζαντινός εσπερινός» μάλλον παρέμεινε εμπορικά, άδικα για την αξία του, στη σκιά της. Οι πιθανολογούμενες αιτίες ξεφεύγουν από το αντικείμενο αυτού του σημειώματος.



Εδώ βέβαια, τίθεται και το ζήτημα του «κύκλου τραγουδιών»: ένας συνθέτης, ένας στιχουργός, ένας ή περισσότεροι τραγουδιστές. Ένας τρόπος γραφής που έδωσε σπουδαία μουσικά έργα μέχρι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, όταν πια οι προσωπικοί δίσκοι των τραγουδιστών μάλλον πήραν το «επάνω χέρι» στη δισκογραφία. Είναι φυσικό από κάθε δίσκο να ξεχωρίζουν αμέσως κάποια τραγούδια. Ο κατακερματισμός όμως ενός έργου σε εμπορικές συλλογές και η αποσπασματικότητα του τρόπου διάδοσης των τραγουδιών, από το ραδιόφωνο μέχρι το διαδίκτυο, μπορεί μεν να συνεισφέρουν στο να κάνουν γνωστά πολλά ξεχασμένα τραγούδια, τα έχουν όμως αποκόψει από το ενιαίο ύφος στο οποίο εντάσσονταν ως μέρη ενός κύκλου. Γι’ αυτό πιστεύω ότι είναι σημαντική η κατά καιρούς παρουσίαση ολόκληρων των έργων.

 

 

Ας γυρίσουμε όμως στις συναυλίες. Ο κόσμος από την αρχή ακούει προσεκτικά, χειροκροτά έντονα, συμμετέχει, δείχνει ότι είναι το κοινό που ψάχνει και ψάχνεται στις επιλογές του. Πολλοί παράγοντες συμβάλλουν σ’ αυτό. Πάνω απ’ όλα όμως είναι το υλικό και η παρουσίασή του. Είναι η ποικιλία των λαϊκών δρόμων στις μελωδίες του Καλδάρα, είναι η ιστορικότητα και η, ανατριχιαστικά επίκαιρη πολλές φορές, επικαιρότητα των στίχων του Πυθαγόρα και του Παπαδόπουλου στο πρώτο μέρος, η αυθεντικότητα της γραφής της Παπαγιαννοπούλου και των άλλων στιχουργών στο δεύτερο μέρος. Είναι οι προσωπικότητες των συντελεστών.

 

Ο Νταλάρας, ερμηνευτής και μουσικός μαζί σε αγαστή σύμπνοια, τραγουδά, παίζει και ενορχηστρώνει συγχρόνως μέχρι την τελευταία βραδιά. Η Γλυκερία σε γνώριμα ερμηνευτικά μονοπάτια, κάνει τόσο δικά της τα τραγούδια που λες και γράφτηκαν για τη φωνή της. Η ορχήστρα, παρά τη διαφορετική σύνθεσή της κατά τη διάρκεια της χρονιάς λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων κάποιων μουσικών, στιβαρή, δεμένη και ο ήχος πεντακάθαρος. Δε νομίζω ότι χρειάζεται κάτι παραπάνω το τραγούδι του χθες για να δηλώσει το «παρών» στο σήμερα και τη συνέχεια στο αύριο, όχι μέσα από την ωραιοποιημένη νοσταλγία του παλιού, αλλά μέσα από την αντικειμενική διαχρονικότητα του κλασσικού.


* Παρακάτω απόσπασμα από τη συναυλία στο Κατράκειο Θέατρο Νίκαιας στις 29-06-13