Tελειώνοντας τη φετική καλοκαιρινή του περιοδεία, επέστρεψε στο αθηναϊκό κοινό παρουσιάζοντας τον καινούριο του δίσκο Ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί σε μια συναυλία στην Τεχνόπολη. Παρόλο που δεν ήταν κατάμεστη, μάλλον θύμιζε περισσότερο γιορτή της εποχής Ξύλινων Σπαθιών, (η συναυλία μαγνητοσκοπήθηκε καθ’όλη τη διάρκεια) παρά ένα ακόμα καλοκαιρινό live.

Η αλήθεια είναι ότι ο Παύλος Παυλίδης είχε κέφια. Προσωπικά, είχα πάνω από χρόνο να τον δω σε τέτοια μουσική εγρήγορση, καλή διάθεση και απόδοση, μολονότι το κοινό του είναι σταθερό και πιστό και φαίνεται να (τον) αναθερμαίνει και να αναθερμαίνεται σε όλες τις-τυχόν-διακυμάνσεις. Η δυναμική της παρουσίας του και η εξέλιξη της βραδιάς δεν προϊωνιζόταν εξ αρχής, αφού ξεκίνησε με τις βασικές αρχές ομαλής εισαγωγής. Έκανε ένα πέρασμα από τον καινούριο του δίσκο, κάνοντας όχι όμως αναμενόμενες επιλογές για το ξεκίνημα κι αυτό τοποθετείται στα συν (Παραρόμ, Λαθρεπιβάτης).

Συνέχισε με το πολυακουσμένο και ευχάριστο «Θα ‘ρθει μια μέρα», κάνοντας και με αυτό το κομμάτι, σαφές πλέον το στοιχείο του φόβου που ενυπάρχει σε αρκετούς από τους στίχους του και κυρίως η απόδραση από αυτόν, ενώ το ίδιο το κοινό έδινε τον παλμό υπερθεματίζοντας με χειροκροτήματα στους στίχους «αναρωτιέσαι ποιός από τους δυο σας είστε ξένος» του επίσης νέου, συμπεριλαμβανομένου στο δίσκο, κομματιού «Ελλάδα».

Σε γενικές γραμμές, μέχρι και το πρώτο μέρος της συναυλίας (υπηρξε ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα) η διαδρομή από τη μουσική ιστορία και τις μουσικές ιστορίες του Παυλίδη κινήθηκε από την πιο πρόσφατη κυκλοφορία, στα τραγούδια του προηγούμενου -επίσης ιδιαίτερα αισιόδοξου- δίσκου του Αυτό το πλοίο που όλο φτάνει για να περάσει στην ιστορία των Ξύλινων Σπαθιών. Αερικό, Σαν εσένα, Φωτιά στο λιμάνι, Τώρα αρχίζω και θυμάμαι, Ό,τι θες εσύ και άλλα, το ένα μετά το άλλο πριμοδοτούσαν την ένταση που ώρα με την ώρα κέρδιζε έδαφος.

 

Το πρόγραμμα διάνθισαν η περιβόητη Μαίρη, Το ποδήλατο, αλλά και κομμάτια που είχαμε καιρό να ακούσουμε, όπως το Περιμένω ή το Ένα παράξενο τραγούδι με το οποίο ολοκληρώθηκε και το encore. Ενα encore που μας έκανε όλους να επιστρέψουμε.


Αν μη τι άλλο, άξιζε. Ο Παυλίδης χόρευε και το κοινό εκστασιασμένο, έμοιαζε να εκτονώνει ό,τι δυνατό συναίσθημα μπορεί να εκτονωθεί μέσω αυτής της διαδικασίας. Σε μια βραδιά που σηματοδοτούσε το -με αργούς ρυθμούς- τέλος του Καλοκαιριού, ο Παυλίδης κατάφερε να δημιουργήσει βαθμιαία μια συναυλία στην Αθήνα με όρους... Ξεσσαλονίκης. Και αυτό είναι πάντα αποτελεσματικό.