Οι Τέτττιξ (πάντα με τρία τ!) είναι ένα οργανικό σύνολο/μουσική κολεκτίβα  πραγματικά διαφορετικό από τα υπόλοιπα. Σχηματίστηκαν το ’17 με «εγκέφαλο» τον Μιχάλη Παρασκάκη, ακορντεονίστα, λυρικό ερμηνευτή, βαρύτονο συγκεκριμένα αλλά και συνθέτη και στους Τέτττιξ. Πρόκειται για μια σχετικά νέα φυσιογνωμία και παρουσία στο ελληνικό μουσικό γίγνεσθαι που έχω ξεχωρίσει και πιστεύω ότι θα μας απασχολήσει πολύ περισσότερο τα επόμενα χρόνια.

 

Μια από τις ιδιαιτερότητες των Τέτττιξ είναι ότι στα μέλη τους περιλαμβάνονται τρεις συνολικά συνθέτες καθώς την ιδρυτική τριάδα συμπλήρωσαν οι Νίκος Ιωακείμ και Νίκος Γαλενιανός. Το καθ'αυτό οργανικό δεκαμελές σύνολο απαρτίζεται από έναν πρωτότυπο, αν όχι ανορθόδοξο, συνδυασμό οργάνων: φλάουτο, κλαρινέτο, φαγκότο, σαξόφωνο, άρπα, πιάνο, ακορντεόν, κιθάρα, κοντραμπάσο και κρουστά. Δίνεται δηλαδή σαφώς έμφαση στα ξύλινα πνευστά ενώ απουσιάζουν εντελώς τα έγχορδα μιας κλασικής ορχήστρας. Οι Τέτττιξ εστιάζουν στη σύγχρονη μουσική με έργα των τριών συνθετών τους, αλλά και σε εκτελέσεις έργων της μουσικής του εικοστού αιώνα. Τους ενδιαφέρει ιδιαίτερα το πολυμεσικό πεδίο αλλά και οι επιμειξίες/οσμώσεις με άλλα ιδιώματα και τέλος, σα να θέλουν να υπογραμμίσουν την διαφορετικότητα τους, έχουν διπλή έδρα, την Αθήνα και τα Χανιά.

 

Μια γενική προσωπική παρατήρηση μου για την συγκεκριμένη συναυλία τους είναι ότι η υπερβολική «θεατρικότητα». Υπήρχε σαφώς σκηνοθεσία η οποία, ανάμεσα στα άλλα, εκφραζόταν με τις αλλαγές των οργάνων στη σκηνή για κάθε έργο, οι οποίες δεν γίνονταν από τεχνικούς αλλά από τους ίδιους τους μουσικούς και μάλιστα με σχεδόν τελετουργικές κινήσεις, ενώ ταυτόχρονα διαβάζονταν αποσπάσματα κειμένων των Ηρακλείτου, Κ. Καστοριάδη, Κωστή Παπαγιώργη και Γκι Ντεμπόρ δίχως όμως καμία νοηματική ή έστω λογική σύνδεση μεταξύ τους. Αντί να προσθέτει στην ατμοσφαιρικότητα και την υποβλητικότητά της, της προσέδιδε μιαν επίφαση «κουλτούρας», όχι πάντα ωφέλιμη και σίγουρα όχι απαραίτητη. Από εκεί και πέρα, όπως συμβαίνει συνήθως με κάθε πολυσυλλεκτική συναυλία, έξι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους έργα ισάριθμων συνθετών, υπήρχε μια φυσιολογική ανισότητα.  

 

Για παράδειγμα το εναρκτήριο «Ita- Arca» για μπάσο φλάουτο και κοντραμπάσο του Ελληνοαυστριακού Beat Furner, αντιπροσωπευτικό δείγμα σκληροπυρηνικής avant garde που μόνο της κίνητρο αλλά και αυτοσκοπός είναι το να είναι τέτοια, αναλώνεται στο να ζητεί από τους δύο εκτελεστές να παίζουν τα όργανά τους σχεδόν με οποιονδήποτε άλλο τρόπο εκτός από τον κανονικό και με μόνο λίγα ενδιαφέροντα σημεία στο τελευταίο μέρος του. Αντίθετα η διασκευή του «Battery» των Metallica (!) του Νίκου Γαλενιανού είχε όλες τις αρετές αυτού του θαυμάσιου συνθέτη, όχι δηλαδή μόνο δυναμισμό, ενέργεια και όγκο, αλλά και σαγηνευτικές ενορχηστρωτικές λεπτομέρειες. Οφείλω να πω όμως ότι μου έμεινε η απορία γιατί χρειάζονταν δέκα όργανα για ένα αποτέλεσμα που θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλες δύο ή και μια μόνον ηλεκτρική κιθάρα, όπως ακριβώς συμβαίνει δηλαδή στο πρωτότυπο των Metallica.

 

Το «Inside The Movement» για πιάνο, άρπα, κρουστά και κοντραμπάσο του Ρώσου Dmitri Kourliaandski είναι τυπικό έργο σύγχρονης μουσικής, καλό μεν αλλά δίχως κάτι που να το κάνει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα. Αντίθετα το «Κασσάνδρα» του Ιάννη Ξενάκη, τμήμα της συνολικής μουσικής του για την «Ορέστεια» αλλά ταυτόχρονα και αυτόνομο έργο, παρά την ομολογουμένως υπερβολικά μεγάλη διάρκεια του, είναι από τα πιο ενδιαφέροντα έργα του μέγιστου πρωτοπόρου. Ο Μιχάλης Παρασκάκης έκανε έναν ερμηνευτικό άθλο στον διπλό – και γραμμένο για τον κορυφαίο Σπύρο Σακκά – ρόλο του χορού (με την κανονική, βαρύτονη φωνή του) και της Κασσάνδρας (ανεβαίνοντας σχεδόν στο ύψος του τενόρου για να προσομοιώσει την γυναικεία) και μάλιστα στο πρωτότυπο αρχαιοελληνικό κείμενο, σε βαθμό που να δικαιολογούνται κάποιες αδυναμίες του στον δεύτερο καθώς επιπλέον έπρεπε να παίζει, σύμφωνα με τις οδηγίες του συνθέτη, ένα τριγωνικό ψαλτήριο. Ο Παναγιώτης Ζιάβρας εκτέλεσε άψογα το εξαιρετικά απαιτητικό μέρος μιας μεγάλης γκάμας ρυθμικών αλλά και μελωδικών κρουστών και μάλιστα μόνο με τα χέρια και δίχως μπαγκέτες, όπως επίσης ορίζει ο συνθέτης.

 

Παρότι έπρεπε να ακολουθήσει το tour de force της συναυλίας, το «Havasi», του κλασικού αλλά επίσης και παραδοσιακού/λαϊκού ακορντεονίστα – και μέλος των Τέτττιξ – Σταμάτη Πασόπουλου, στάθηκε στο ύψος της περίστασης. Ένα ευπρεπέστατο έργο βασισμένο σε μιαν έξυπνη ιδέα, τη «μεταφορά» της μακεδονικής «ζυγιάς» του καβάλ και του ζουρνά σε φλάουτο και σύνολο (με την προσθήκη ενός ακόμα μουσικού στα κρουστά) που διέθετε μιαν ενδιαφέρουσα ανάπτυξη και πολλά πρωτότυπα μα και όμορφα ενορχηστρωτικά ευρήματα, υπό την άριστη διεύθυνση του Ιωακείμ.

 

Δεν θα μπορούσα να πω το ίδιο και για το «A Love Song|» του Ισραηλινού Ofir Klemperer, ένα πρώιμο – ή μήπως πρωτόλειο; - έργο του που ο ίδιος περιγράφει ως «punk τραγούδι για κλασικό σύνολο». Έκτοτε ο Klemperer έγραψε πολύ πιο ώριμα και καλύτερα έργα αλλά οι Τέτττιξ επέλεξαν αυτό που δεν είναι παρά μια σειρά από εκκωφαντικά clusters όλων ταυτόχρονα των οργάνων μαζί με ένα φωνητικό μέρος συνεχών...ουρλιαχτών το οποίο ανέλαβε ο ίδιος ο συνθέτης ενώ παράλληλα...«διηύθυνε» το σύνολο. Είναι πολύ δύσκολο να μην το χαρακτηρίσεις μιαν ιδιαιτέρως απλοϊκή, αν όχι...παιδική, προσέγγιση της avant garde...

 

Οι Τέτττιξ αναμφίβολα έχουν όλες τις γνώσεις μα και ικανότητες για να παίξουν ή και ακόμα και να συμβάλλουν στην δημιουργία πολύ καλής αληθινά σύγχρονης μουσικής. Αυτά που πρέπει να προσέξουν λίγο είναι να συγκεκριμενοποιήσουν περισσότερο το αισθητικό όραμα τους και, ίσως ακόμα σημαντικότερο, να το υλοποιούν με πιο έλλογο και όχι τόσο παρορμητικό τρόπο.