Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και περίπου για το πρώτο μισό της ο Μάνος Χατζιδάκις μαζί με τον τακτικότατο συνεργάτη, στενό φίλο του και βέβαια σπουδαίο βαρύτονο (και δάσκαλο ουκ ολίγων σημαντικών ερμηνευτών και ερμηνευτριών (Σπύρο Σακκά παρουσίασαν σε περισσότερες από διακόσιες πενήντα συναυλίες στην Ελλάδα και σε αρκετές άλλες χώρες ένα πολύ ιδιαίτερο πρόγραμμα. Το αποτελούσαν κύκλοι τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι διαφορετικών περιόδων αλλά ακόμα και ύφους, μερικοί από αυτούς ερμηνευμένοι από τον Σπύρο Σακκά στις αυθεντικές εκτελέσεις τους και άλλοι όχι, ενορχηστρωμένοι για φωνή και πιάνο. Το πρόγραμμα αυτό ηχογραφήθηκε σε στούντιο και όχι ζωντανά το ’78 αλλά κυκλοφόρησε σε βινύλιο και CD πολύ αργότερα, το ’90, με τίτλο «Το Ρεσιτάλ».

 

 

Αυτό ακριβώς λοιπόν «Το Ρεσιτάλ» (με παράλειψη κάποιων έργων και μια μικρή αλλαγή στη σειρά μερικών) εγκαινίασε τον κύκλο Μάνος Χατζιδάκις για την εφετινή σεζόν της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ σε δύο παραστάσεις και προφανώς με άλλους, νεότερους συντελεστές. Εγγενή εκ των προτέρων αδυναμία του εγχειρήματος θεωρώ ότι – όπως πληροφορήθηκα μιλώντας με ανθρώπους που γνωρίζουν από πρώτο χέρι το θέμα – στο αρχείο του Μ. Χατζιδάκι βρέθηκε η παρτιτούρα για φωνή και πιάνο μόλις ενός από τους κύκλους τραγουδιών που παρουσιάστηκαν. Αυτό σημαίνει ότι οι παρτιτούρες των υπολοίπων γράφτηκαν πρόσφατα, εξ ακοής και με όλες τις πιθανότητες για μικρά λάθη και κυρίως «παρερμηνειών» καθοριστικών ως προς την εκτέλεση λεπτομερειών και παραμέτρων τις οποίες εμπεριέχει πάντα αυτή η διαδικασία.

 

Για εμένα προσωπικά η παράσταση ήταν μια ακόμα ευκαιρία να διαπιστώσω όχι απλά το τεράστιο ταλέντο αλλά την μουσική ιδιοφυία του Μ. Χατζιδάκι ο οποίος επί της ουσίας στο «Ρεσιτάλ» μετέτρεψε αρκετούς κύκλους τραγουδιών του σε μια σύγχρονη εκδοχή lieder με όλη την έντονη θεατρικότητα που υπάρχει σε αυτό το – τόσο απαιτητικό ερμηνευτικά – φωνητικό ιδίωμα της κλασικής μουσικής και την οποία μόνον ένας λυρικός ερμηνευτής με τις δυνατότητες αλλά και την πείρα του Σ. Σακκά μπορούσε να εκφράσει. Τι συνέβη όμως με το διά ταύτα, την σημερινή εκδοχή του «Ρεσιτάλ»; Να πω καταρχήν ότι αμφότεροι οι εκτελεστές, ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης και ο πιανίστας Θοδωρής Τζοβανάκης, είναι εγνωσμένης αξίας, τον πρώτο μάλιστα τον έχω παρακολουθήσει σε θαυμάσιες ερμηνείες σε έργα παλιότερου και σύγχρονου μουσικού θεάτρου.

 

Φοβάμαι όμως ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το ταλέντο, η αξία και η δεξιοτεχνία ακόμα δεν επαρκούσαν, χρειαζόταν «κάτι παραπάνω» που δύσκολα μπορείς να περιγράψεις με λέξεις αλλά το διαπίστωνες, το ένιωθες και με το παραπάνω παρακολουθώντας τη συναυλία. Πολύ πιο έντονα σίγουρα στο πρώτο μέρος που περιλάμβανε και τα πιο απαιτητικά έργα, τα «Δύο Ναυτικά Τραγούδια» σε ποίηση Μίλτου Σαχτούρη, «Ο Κύκλος Του C.N.S.» (άκρως ιδιοσυγκρασιακό, σε ποίηση του ίδιου του συνθέτη και το μοναδικό του οποίου βρέθηκε η παρτιτούρα) και «Ο Κύκλος Με Την Κιμωλία» (από την παράσταση του ομότιτλου έργου του Μπέρτολντ Μπρεχτ από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη). Εντόπισα μικρά λάθη στην πιανιστική συνοδεία όσον αφορά στις ρυθμικές αγωγές των τραγουδιών αλλά κυρίως την έλλειψη τονισμού του ρυθμικού σκέλους, κάτι που θα έλεγα ότι χαρακτήρισε το παίξιμο του Θοδωρή Τζοβανάκη σε όλη την διάρκεια της παράστασης.

 

Κακά τα ψέματα όμως, επίκεντρο του «Ρεσιτάλ» είναι η ερμηνεία και εκεί υπήρξαν τα περισσότερα όχι μεν προβλήματα με την τυπική έννοια αλλά θέματα και ίσως ερωτήματα, πριν από όλα στο κατά πόσον η επαφή και η «χημεία» του Διονύση Σουρμπη με τον Θ. Τζοβανάκη είχε όντως φτάσει στο επίπεδο που θα έπρεπε. Στη συνέχεια - και πολύ πιο καθοριστικά - ως προς την ίδια την ερμηνεία του πρώτου. Άψογη σίγουρα τεχνικά και, παράδοξα ίσως για βαρύτονο, με μερικές πολύ εντυπωσιακές ή και εξαίρετες στιγμές στις ψηλές περιοχές της φωνής του αλλά στις φυσικές του, τις χαμηλές, πολλές φορές που ήταν υπέρ του δέοντος «θεατρική»/δραματική ή αντίθετα υπερβολικά «άχρωμη».

 

Στο δεύτερο μέρος με δύο σαφώς λιγότερο απαιτητικά έργα, τα μισά τραγούδια του «Ο Μεγάλος Ερωτικός» και το «Καπετάν Μιχάλης» (θεατρικής μεταφοράς του ομότιτλου μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη που παίχτηκε από το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη σε στίχους του συγγραφέα και του Γεράσιμου Σταύρου) τα πράγματα βελτιώθηκαν μεν αλλά οι ερμηνευτικές «αστοχίες» που προανέφερα δεν εξαφανίστηκαν και έτσι η εντύπωση μου δεν μεταβλήθηκε. Δεν ήταν μια κακή συναυλία και ούτε μετάνιωσα που την παρακολούθησα αλλά μετά το φινάλε της στο μυαλό μου κυριαρχούσε για ώρα μια σκέψη. Μήπως «Το Ρεσιτάλ» είναι από τις περιπτώσεις εγχειρημάτων για δεδομένες συνθήκες και, πάνω από όλα, για απολύτως συγκεκριμένους εκτελεστές (κάτι που ο Μ. Χατζιδάκις αντιλαμβανόταν πολύ καλά και ίσως για αυτό, με την σοφία που τον διέκρινε, φρόντισε να μην υπάρχουν οι παρτιτούρες του πλην μίας, πιθανόν και αυτής συγκυριακά) και για αυτό κάθε προσπάθεια επανάληψης του δεν είναι περιττή αλλά μάταια;

 

Μια ερώτηση στην οποία μόνον ο χρόνος αλλά και η Ιστορία ίσως να μπορέσουν να δώσουν κάποτε την απάντηση...