Ο χρόνος που απαιτείται για την διαδρομή Ηρώδειο – «Gagarin 205» με έκανε να χάσω τους ημέτερους KPAAK που έπαιζαν support καθώς έφτασα στο δεύτερο όταν οι Gang Of Four βρίσκονταν ήδη στο τρίτο τραγούδι τους. Για τους μη γνωρίζοντες/ουσες να πω πολύ συνοπτικά ότι οι Βρετανοί Gang Of Four, ήταν ένα από τα συγκροτήματα που έκαναν αναγκαίο να επινοηθεί ο όρος post punk.

 

Σχηματίστηκαν το ’76. Με τους δύο πρώτους δίσκους τους (’79 και ’81 αντίστοιχα) πρότειναν μια κυριολεκτικά επαναστατική εφαρμογή του σχήματος φωνή/κιθάρα/μπάσο/ντραμς σε συνδυασμό με εξαιρετικά πολιτικοποιημένους στίχους αλλά βέβαια στο πέρασμα του χρόνου όλα αυτά αμβλύνθηκαν. Μετά από δύο διαλύσεις και ισάριθμες επανενώσεις, το 2012 αποχώρησε ο τραγουδιστής Jon King αφήνοντας πλέον μόνο τον συνθέτη, στιχουργό, κιθαρίστα αλλά και παραγωγό από μια εποχή και μετά Andy Gill (ο οποίος βέβαια εξαρχής ήταν ο άτυπος ηγέτης του γκρουπ) από την ιδρυτική σύνθεση τους οι περισσότεροι θεώρησαν ότι είχε φτάσει το οριστικό τέλος των Gang Of Four.

 

Όμως η συναυλία τους στη Γεωπονική Σχολή το ’14, στο πλαίσιο ενός πολιτικού φεστιβάλ, με τον Andy Gill να πλαισιώνεται από έναν τραγουδιστή και άλλους δύο μουσικούς οι οποίοι ηλικιακά θα μπορούσαν να είναι…παιδιά του, ήταν μια από τις αληθινά καλύτερες που έχω παρακολουθήσει στην Ελλάδα τα τελευταία είκοσι χρόνια, με πρωτοφανή ενέργεια και δύναμη να διαχέεται από την σκηνή!

 

Έκτοτε κυκλοφόρησαν δύο όχι μόνον απόλυτα σύγχρονα αλλά και ιδιαίτερα ανανεωτικά albums, το «What Happens Next» του ’16 και το ακόμα καλύτερο φετινό «Happy Now» στο οποίο, με βάση πάντα το σταθερό σχήμα της μπάντας, γίνεται εκτεταμένη και πολύ εφευρετική χρήση ηλεκτρονικών.

 

Με αφορμή αμφότερα πήρα ισάριθμες συνεντεύξεις από τον Andy Gill (που πλέον στην κυριολεξία είναι οι Gang Of Four) και έτσι είχα την ευκαιρία να γνωρίσω και να εκτιμήσω ακόμα περισσότερο έναν όχι μόνο πολύ ταλαντούχο και ικανό μουσικό, αλλά και έναν πραγματικά ευφυέστατο άνθρωπο ο οποίος, ανάμεσα σε άλλα, αν και έχει μετακινηθεί από τις αρχικές τροτσκιστικές θέσεις του, παραμένει αμετακίνητα αριστερός, αλλά με έναν απόλυτα σημερινό τρόπο και οι απόψεις του για την διεθνή πολιτική κατάσταση (που φυσικά συνεχίζει να τις εκφράζει και με το παραπάνω μέσα από τα τραγούδια του), παρουσιάζουν εξαιρετικά μεγάλο ενδιαφέρον.

 

Για όλα αυτά μπορώ να πω ότι περίμενα την συναυλία τους ακόμα και με ανυπομονησία αλλά, χωρίς να είναι ούτε στο ελάχιστο κακή, μάλλον με απογοήτευσε. Ο λόγος ένας και μοναδικός! Το ότι ουσιαστικά ήταν μια επανάληψη εκείνης το ’14, με μόνη διαφορά το ότι ο τότε τραγουδιστής έχει αντικατασταθεί από έναν άλλο, επίσης νέο σε ηλικία και όχι λιγότερων ικανοτήτων αλλά σχετικά άπειρο ακόμα, όπως φαίνεται. Πιθανότατα για αυτό ο Gill δεν τον εμπιστεύεται απόλυτα ακόμα, με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην περιορίζεται στα φωνητικά όπως έκανε πάντοτε, αλλά να ερμηνεύει μεγάλα τμήματα κάποιων τραγουδιών και μερικά εξ'ολοκλήρου με τον (υπερκινητικό στη σκηνή όπως άλλωστε και ο προηγούμενος) τραγουδιστή, απλά να τον συνοδεύει στα ρεφρέν.

 

Κατά τα άλλα ακούσαμε για άλλη μια φορά όλα τα post punk διαμάντια των δύο πρώτων δίσκων, «At Home He’s A Tourist», «Essence Rare», «Love Like Anthrax» , «Paralyzed» και βέβαια το classic sing along «Damaged Goods», παιγμένο με νεανικό κέφι, δυναμισμό, ενέργεια, άφθονο white noise και τον Gill να αποδεικνύει και πάλι ότι είναι ένας από τους σημαντικότερους κιθαρίστες των τελευταίων σαράντα χρόνων. Το ρεπερτόριό τους όμως από το τρίτο album και μετά, ήταν σα να μην υπήρχε και βέβαια ούτε δείγμα από τα δύο τελευταία. Το μεγάλου ηλικιακού εύρους κοινό που είχε σχεδόν γεμίσει το «Gagarin 205» έδειξε μεν να ικανοποιείται, από την άλλη όμως δεν είναι συμπτωματικό ότι δεν ζήτησε encore το οποίο άλλωστε και οι ίδιοι μάλλον δεν είχαν καμία διάθεση να του δώσουν.

 

Ο Andy Gill βρίσκεται σε μιαν από τις πιο παράδοξες θέσεις που μπορεί να είναι ένας μουσικός. Στο στούντιο δημιουργεί την πιο σύνθετη και ίσως ενδιαφέρουσα μουσική που έκανε ποτέ στην ζωή του, σχεδόν ολομόναχος και χρησιμοποιώντας τα άλλα τρία νυν μέλη των Gang Of Four ως απλά...εκτελεστικά όργανά του. Στη σκηνή όμως φυσικά δεν μπορεί να συμβεί το ίδιο και έτσι στις εμφανίσεις του γκρουπ είναι σχεδόν....καταδικασμένος να παίζει ένα «greatest hits» σετ τραγουδιών τα οποία έγραψε πριν τέσσερις δεκαετίες.

 

Δεν μετανιώνω μεν για το ότι είδα τους Gang Of Four αυτή τη φορά αλλά, αν και θα εξακολουθήσω να αναμένω με μεγάλο ενδιαφέρον τους δίσκους τους, πολύ δύσκολα θα πειστώ να πάω πάλι σε συναυλία τους.