Για τους μη γνωρίζοντες να πω εξαρχής ότι η Μαρία Πανοσιάν είναι μια πολύ ξεχωριστή δημιουργός. Ηχολήπτρια στο επάγγελμα αλλά και με πολύχρονες σπουδές κλασικού πιάνου στο παρελθόν της ντεμπούταρε δισκογραφικά με το «Πατώματα Βρεγμένα» το ’11 έχοντας ως μόνη παρουσία μέχρι τότε στην μουσική σκηνή το ότι ήταν μέλος στους “Ελελεύ” του αείμνηστου Βαγγέλη Βέκιου στους οποίους όμως τραγουδούσε.

 

Αντίθετα το «Πατώματα Βρεγμένα» ήταν ένας στην πλειοψηφία του ορχηστρικός δίσκος με ένα μόνο τραγούδι και άλλα δύο κομμάτια που περιλάμβαναν φωνητικά αλλά με την μορφή πρόζας. Ιδια ήταν η προσέγγιση της και σε δύο EP που ακολούθησαν το ’12 και άλλο ένα το ’13 και φυσικά συνεχίζεται στο δεύτερο album της «Red Soul» το οποίο κυκλοφόρησε λίγο πριν τα τέλη της περυσινής χρονιάς.

Κομβικό κομμάτι για την δημιουργία του «Red Soul» θεωρώ ένα από τα πρώτα του που γράφτηκαν, το «Η Μελωδία Της Αυτογνωσίας» το οποίο αποτελούσε την συμμετοχή της Μαρίας Πανοσιάν στο project «Δις-Αρμονία 1» που πραγματοποιήθηκε στα τέλη του ’14. Περιεχόμενο του project αυτού ήταν οι ορχηστρικές αποδόσεις από  νέους συνθέτες πολιτικών κειμένων, καθαυτό τέτοιων ή λογοτεχνικών με έντονο ανάλογο υπόβαθρο.

 

Σε αυτό ακριβώς αναφέρεται ο υπότιτλος του Η Μελωδία Της Αυτογνωσίας», «Σωκράτους Απολογία» ήταν το κείμενο από το οποίο εμπνεύστηκε αυτή τη σύνθεση η Μ. Πανοσιάν που έχει επιλέξει Πλάτωνα και πάλι για την συμμετοχή της στην «Δις-Αρμονία 2» 

 

Εκτιμώ ότι η συγκεκριμένη σύνθεση ήταν μια δημιουργική πρόκληση στην οποία ανταποκρίθηκε και με το παραπάνω και λειτούργησε πολύ θετικά για εκείνη καθώς απελευθέρωσε και έδωσε περαιτέρω δυνατότητες στην, ούτως ή άλλως, μετα-κλασική στην βάση της γραφή της. Οχι μόνο συνέθεσε μάλιστα αλλά και είχε την ευκαιρία να ακούσει το έργο της από μια μικρή ορχήστρα εγχόρδων, την Καμεράτα εν προκειμένω. Χωρίς δε να υποτιμώ καθόλου την ηλεκτρονική στο μεγαλύτερο ποσοστό της εκτέλεση που υπάρχει στον δίσκο σίγουρα δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη την ζωντανή η οποία, με όλες τις ατέλειες και τα λάθη της, προσέδιδε πολλά περισσότερα στο κομμάτι. Ίσως κάποτε να καταφέρουμε να ηχογραφήσουμε και αυτό και τα υπόλοιπα έργα της πρώτης «Δις-Αρμονίας» με ορχήστρα, όπως τους αξίζει...   

 

Με σημείο εκκίνησης λοιπόν αυτό το κομμάτι η Μ. Πανοσιάν πηγαίνει στο «Red Soul» τo νέο-κλασικό και αρκετά μινιμαλιστικό ύφος της ένα βήμα πιο πέρα με εννέα ορχηστρικές συνθέσεις και δύο μόνο τραγούδια, μια διασκευή και μια επένδυση περισσότερο της απαγγελίας παρά τυπική μελοποίηση του ποιήματος της Κικής Μαυρίδου «Μνήμη».

 

Για άλλη μια φορά στο επίκεντρο είναι το πιάνο και τα ηλεκτρονικά της που στον μεγαλύτερο βαθμό αναπληρώνουν τα όργανα μιας κλασική ορχήστρας, συμπληρώνοντας το βιολί/βιόλα και το τσέλο που παίζουν δύο μουσικοί ενώ ένας τρίτος προσθέτει όπου χρειάζεται κιθάρα και μπάσο. Τα ηλεκτρονικά όμως παρέχουν επίσης και τους ανήσυχους, κοφτούς ρυθμούς που συχνά – πυκνά «σκάβουν» ή και υπονομεύουν την γαλήνια μελωδική επιφάνεια των συνθέσεων.

 

Η ίδια πιστεύει ότι οι στέρεες, σαφείς μελωδίες κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην μουσική της και συμφωνώ απόλυτα μαζί της.

 

Εκείνο όμως που δεν της έχω πει ποτέ και θα το πληροφορηθεί από αυτό το κείμενο είναι ότι διαφωνώ κάθετα με το ότι λέει πως είναι κατά του πειραματισμού. Κατά την άποψη μου εξαρχής και στο «Red Soul» περισσότερο από κάθε άλλη φορά, συνειδητά ή μη, πειραματίζεται δεόντως με το να ξαναγράφει τους κανόνες και ιδίως τους κώδικες της κλασικής σύνθεσης με έναν καθαρά δικό της τρόπο και όχι όπως θεωρούνται δεδομένοι. Το πως χρησιμοποιεί και μόνο το ρυθμικό στοιχείο το αποδεικνύει.

 

Την έμφυτη όμως, αν όχι πειραματική, σίγουρα ανατρεπτική – έστω και «υπόγεια» –διάθεση δείχνει και η διασκευή της του «Αυτή Η Νύχτα Μένει» του Σταμάτη Κραουνάκη. Στην εκτέλεση της από νεολαϊκό θρήνο μετατρέπεται σε ένα απελπισμένο σύγχρονο μετά-lied συνάδοντας έτσι πλήρως με την συνολική φύση της μουσικής της. Μια φύση η οποία ανταποκρίνεται στον χαρακτηρισμό celestial που είχε αποδώσει στο κλίμα των έργων της πρώτης «Δις-Αρμονίας» ο (αφανής αλλά και ένθερμος υποστηριχτής του εγχειρήματος μας όσο ελάχιστοι άλλοι) Δημήτρης Μαραγκόπουλος πιο πολύ ίσως από όλα των υπόλοιπων συμμετεχόντων...

 

Και αν τυχόν δεν αντιληφθήκατε την καθόλου ευκαταφρόνητη σημασία των παραπάνω μπορώ να την συνοψίσω τηλεγραφικά ως εξής. Μαρία Πανόσιάν. Γυναίκα. Κύπρια. Ηχολήπτρια στον ραδιοσταθμό Στο Κόκκινο (και παραγωγός μιας βραδινής εκπομπής του το Σαββατοκύριακο). Και όχι ερμηνεύτρια ή ακόμα και τραγουδοποιός αλλά μουσικός με την πιο πλήρη έννοια του όρου, ένας άνθρωπος δηλαδή που δημιουργεί αλλά και ποιεί, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μουσική. Ξέρετε πολλές και πολλούς άλλες/ους τέτοιες/ους; Και όχι φυσικά επειδή είναι λίγοι/ες οι Κύπριοι και οι Κύπριες που επιλέγουν την Ελλάδα αντί της χώρας τους για να ακολουθήσουν την κλίση ή ακόμα και το αληθινό ταλέντο τους στην μουσική…