Μία μουσική απεικόνιση αναμνήσεων και επιρροών, μία μουσική προσέγγιση με γνώση και ισορροπημένη τεχνική, περικλείει ο Γιάννης Αγγελόπουλος ή Jan Van de Engel, στην πολύ πρόσφατη κυκλοφορία της νέας του δουλειάς. Ένα εγχείρημα όχι εύκολο, αλλά από τις πιο… δημιουργικές αναμετρήσεις ενός μουσικού με τον εαυτό του.

 

Ήτοι, ο Van de Engel ανακαλεί τον ήχο από τα δημοτικά πανηγύρια, που φυτεύτηκε μέσα του, κατά τη νεαρή του ηλικία και κυρίως λόγω της μύησης από τον πατέρα του, στα πέριξ του τόπου καταγωγής του.

 

Εδώ αξίζει να αναφέρουμε πως ακριβώς αυτός ο ήχος έχει σηκώσει πολλή κουβέντα σχετικά με το ρόλο που παίζει στη δημοτική μουσική, καθώς αρκετοί είναι αυτοί που καταδεικνύουν την αλλοίωση πάνω στις “αυθεντικές” ερμηνείες των δημοτικών τραγουδιών (και όχι “δημωδών” ή “παραδοσιακών”). 

 

Έλα όμως, ποιυ η συνάρθροιση ενός πανηγυριού είναι η καθε αυτή λαϊκή έκφραση, εδικότερα στις μικρότερες κοινωνίες. Επομένως, η μουσική έκφραση που τελικά γίνεται αποδεκτή -κατά καιρούς- χρίζει μεγαλύτερης προσοχής (δεν λέω “αποδοχής”, αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα), καθώς αποκαλύπτει επιρροές της περιόδου, του τόπου και των ανθρώπων της αυτής κοινωνίας. 

 
Με άλλα λόγια, η κάθε μουσική έκφραση έχει το ρόλο της και εφόσον αυτή δημιουργεί και “χτίζει” έναν μουσικό κόσμο με αυτές τις προσλαμβάνουσεες σε έναν μουσικό, όπως ο Γιάννης Αγγελόπουλος, τότε είναι… ευχής έργο. 
 
Διότι, όπως σημειώσαμε και προ καιρού, στην πρώτη παρουσίαση της ηχογράφησης “Γιαν Βαν” (στο “Παραδούναι και Λαβείν” εδώ), σε ένα μουσικό έργο (και στην Τέχνη γενικότερα) σημασία έχει η αισθητική και πως αυτή εκφράζεται ή δικαιώνεται. Καθότι, η έκφραση αισθητικής, δηλαδή η πρόταση αισθητικών κριτηρίων αποτελεί και σημαντική πολιτική πράξη (δηλαδή, πράξη ενός σοβαρού πολίτη), ειδικότερα στις μέρες μας, όπου η πολλή πληροφορία έχει συντελέσει σε έναν ομιχλώδη οριμαγδό από νοήματα και μηνύματα, που όμως χρίζουν “πυξίδας” και μετάφρασης, για να μην… χαθεί κανείς. 
 
Ο Γιάννης Αγγελόπουλος, λοιπόν, αποκαλύπτει με ειλικρίνεια την επιρροή του από τον ήχο του λαϊκού πανηγυριού, τον μεταφέρει στο σήμερα και με “γέφυρα” τους στίχους του Ευθύμη Φιλίππου (έχει συνυπογράψει τα σενάρια των ταινιών Κυνόδοντας (2009), Άλπεις (2010) και The Lobster (2014) του Λάνθιμου, εκτός των άλλων) “ιχνογραφεί” μία πολύ όμορφη μουσική ιστορία, που ακροβατεί πότε στο groove και πότε στο “μαύρο” χιούμορ του στιχουργού του.
 
Περί αισθητικής, ο λόγος, το επίπεδο είναι… αναπόφευκτα υψηλό, αφού εκτός του ίδιου του Αγγελόπουλου (ένας από τους σημαντικότερους drummer της παρούσας -στα πράγματα- γενιάς), συμμετέχουν οι Αλέξης Ιωάννου (φωνή), Κώστας Μερετάκης (κρουστά, πλήκτρα, φωνή), Yoel Soto (μπάσο), Γιάννης Πουπούλης (κιθάρα), Αλέξανδρος Αρκαδόπουλος / Γιώργος Σκιπιτάρης (κλαρίνο), Γιώργος Τσιατσούλης (πλήκτρα), Λευτέρης Χαβουτζάς (σάζι), Βαγγέλης Στεφανόπουλος (πλήκτρα), Μάνος Κουτσαγγελίδης (φωνή στο “Ώρα την Ώρα”), Μαρία Καρέτσου (φωνή στο “Ρίξε τις Πίκρες στο Γυαλό”), Adedeji Adetayo (κιθάρα, φωνή στο “Ρίξε τις Πίκρες στο Γυαλό”).
 
Μόνο άσχετο, όλων των παραπάνω, δεν είναι η απεικόνιση της μορφής του Τάκη Καρναβά, στο χαρακτηριστικό cover της… κάσετας, που διάλεξε ο Αγγελόπουλος να είναι το πρώτο όχημα της δουλειάς του. Άλλωστε, για όσους θυμούνται, οι πάγκοι με τις κασέτες αποτελούν αρχετυπική “εικόνα” του συγκεκριμένου τοπίου, στην είσοδο της πλατείας, πλάι στην τσίκνα από τα σουβλάκια, τα παϊδάκια και τα καζάνια με τις κρύες μπύρες. 
 
Στο μέσον της γυροβολιάς, ωστόσο, κυριαρχούσαν (-ούν) οι μουσικοί και οι τραγουδιστάδες - σταρ, που σαν σύγχρονοι ψυχαναλυτές, σου “τραγουδούν” τα μεράκια… μέχρι πρωίας και “τελικής πτώσεως”. Τα σπουδαιότερα, άλλωστε, συνέβαιναν μετά τις 4 τα ξημερώμετα, εκεί όπου είχανε απομείνει οι μερακλήδες, οι μουσικοί έπαιζαν “παπάδες” και η… αγιαστήρα της “Πανώριας” έρεε σαν θείο λάλημα από τα βάθη της ψυχής του Τάκη Καρναβά, εν προκειμένω.
 
Ε, αυτές οι επιρροές είναι που… προκαλούν Τέχνη και έκφραση.