Θα πω εξαρχής ότι αυτός ο δίσκος ήταν για εμένα μια από τις μεγαλύτερες – και πλέον ευχάριστες! –εκπλήξεις των τελευταίων ετών. Ο Γιάννης Μαρκόπουλος είχε να κυκλοφορήσει κανονικό ολοκληρωμένο δίσκο με νέα τραγούδια (και όχι συμφωνικό έργο, ζωντανή ηχογράφηση κ.λπ.) όχι δύο ή έστω πέντε αλλά δέκα οκτώ ολόκληρα χρόνια, από το 1997! Ναι, υπάρχουν τα «Μετανάστες», «Θητεία» και «Οροπέδιο», έργα που έχουν προ πολλού κατακτήσει – και ανεξάρτητα από το αν αρέσουν αισθητικά σε κάποιον ή όχι – δικαιωματικά την θέση τους ανάμεσα στις σημαντικότερες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής μουσικής Ιστορίας αλλά από την δεκαετία του ’70 έχει περάσει πάρα πολύ καιρός...

 

Κακά τα ψέματα λοιπόν και καθώς επίσης ο δημιουργός συμπλήρωσε τον Μάρτιο τα εβδομήντα έξι του χρόνια δύσκολα θα περίμενε κάνεις να κυκλοφορήσει ανάλογο δίσκο, όχι απαραίτητα γιατί δεν θα μπορούσε αλλά γιατί οι περισσότεροι σε αυτή την ηλικία δεν ενδιαφέροντα πια να το κάνουν (αλλά και αρκετοί από όσους θα ήθελαν δεν έχουν πλέον τις ικανότητες, τις δυνατότητες και τις αντοχές, ας το σημειώσουμε και αυτό). Ο Γιάννης Μαρκόπουλος όμως το έκανε και αυτό συνιστά ένα μέρος της έκπληξης. Το υπόλοιπο και πολύ μεγαλύτερο είναι πολύ απλά το γεγονός ότι το «Εντεύθεν» είναι ένας εξαιρετικός δίσκος, σε όποια κλίμακα και χρονικό πλαίσιο αν τον εξετάσουμε ή και τον συγκρίνουμε με άλλους!

 

 

Πριν απ’ όλα ξεχάστε το κλασικό, ιστορικό ίσως ακόμα «ύφος του Μαρκόπουλου» έτσι όπως το ξέρετε και το θυμάστε, τον συνδυασμό στοιχείων της λαϊκής με ακόμα περισσότερα της παραδοσιακής μας μουσικής (και ιδιαίτερα φυσικά εκείνης της Κρήτης, γενέτειρας του συνθέτη) αλλά και τα «επικά» τραγούδια με τις ανάλογες ενορχηστρώσεις και τις κυριολεκτικά στεντόρειες φωνές του αείμνηστου Νίκου Ξυλούρη μα και του Λάκη Χαλκιά και του Χαράλαμπου Γαργανουργάκη. Εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν κυριολεκτικά «χαμηλόφωνο» και μελωδικότατο δίσκο ο οποίος αφήνει να μιλήσει μόνον η ουσία των τραγουδιών αδιαφορώντας σχεδόν προκλητικά για οποιονδήποτε επιφανειακό εντυπωσιασμό.

 

 

Είναι ολοφάνερο ότι το «Εντεύθεν» είναι όχι μόνον η αναμφίβολα πλέον προσωπική δουλειά του Γ. Μαρκόπουλου αλλά και στην κυριολεξία διαποτισμένη από την σοφία μιας ολόκληρης και αρκετά μακράς ζωής, της δικής του (δεν είναι διόλου συμπτωματικό ότι ορισμένα από αυτά τα τραγούδια χρονολογούνται από την νεανική του ηλικία ενώ άλλα ολοκληρώθηκαν μόλις στις αρχές του ’15). Γι’ αυτό και σε αρκετά έχει γράψει ο ίδιος και τους στίχους χωρίς όμως να απουσιάζουν και εκείνα που έχουν ως θέμα τους την πρόσφατη κοινωνική πραγματικότητα, δηλαδή την Μνημονιακή πενταετία. Τα πιο πολλά από αυτά υπογράφει ο Γιώργος Βολουδάκης εκτός από ένα που έχει γράψει ο Πόλυς Κυριάκου.

 

 

 

Μουσικά το «Εντεύθεν» κατά κύριο λόγο αντλεί και κινείται σε ένα ιδίωμα που ο συνθέτης γνωρίζει μεν πολύ καλά από τις σπουδές του μα και την εμπειρία του σε αυτό αλλά μέχρι τώρα στην τραγουδοποιητική του γραφή λειτουργούσε μάλλον στο περιθώριο. Εδώ όμως βγαίνει αποφασιστικά στο προσκήνιο και δεν είναι άλλο από την κλασική μουσική η οποία συμπληρώνεται από λίγους προσεχτικά επιλεγμένους ελληνικούς «χρωματισμούς» και αναδεικνύεται στο πλέον κατάλληλο εκφραστικό όχημα μερικών από των πιο πηγαίων και βαθιά μελωδικών στιγμών του συνθέτη.

 

 

Με δεδομένα όλα τα παραπάνω λοιπόν και με την θαυμάσια Παλίντονος Αρμονία Ορχήστρα την οποία έχει ενορχηστρώσει και φυσικά διευθύνει ο δημιουργός να εκτελεί δεν είναι καθόλου παράξενο ότι ο βασικός ερμηνευτής του «Εντεύθεν», ο Γιώργος Νταλάρας, είναι πιο ευαίσθητος, μεστός αλλά και «σεμνός» και προσηλωμένος στην ουσία των τραγουδιών από οποιοδήποτε άλλον δίσκο τον έχω ακούσει εδώ και αρκετά χρόνια. Καθόλα αντάξιοι συνοδοιπόροι του στις ερμηνείες οι Δήμος Αναστασιάδης, Vassilikos, Athena Andreadis και Δάφνη Ζουρνατζή ενώ οι Χορωδία Fons Musicalis και Παιδική Χορωδία Εκπαιδευτηρίων Ιεράς Μητρόπολης Πειραιά συμπληρώνουν ιδανικά το συνολικό φωνητικό μέρος.

 

 

Τα κομβικά τραγούδια του «Εντεύθεν» έρχονται πολύ νωρίς, πρώτο – πρώτο το «Ότι Αλλάζει Να Τ’ Αντέξεις» σε στίχους του ίδιου του Γ. Μαρκόπουλου το οποίο εκφράζει μια – αληθινά σπάνια για την ηλικία του – έλλογη αισιοδοξία για το μέλλον. Τρίτο κατά σειρά το «Εθνολύσεως Αποδημία» στο οποίο ο Γιώργος Βολουδάκης καταγράφει με τον πιο ουσιαστικό και με πραγματική κατανόηση των γεγονότων τρόπο – από όσους τουλάχιστον έχουν υποπέσει στην δική μου αντίληψη – όλα τα «γιατί» και «πως» αυτής της πολύχρονης και περιβόητης κρίση που μας οδήγησε τελικά και στο δημοψήφισμα της Κυριακής.

 

 

Αντίστοιχα το φινάλε είναι ίσως και η μουσική και αισθητική κορύφωση, η μοναδική στιγμή μελοποιημένης ποίησης, συγκεκριμένα του «Η Λυπημένη» του Γιώργου Σεφέρη, με την μουσική του Γ. Μαρκόπουλου να διαθέτει ακριβώς όση εσωτερικότητα και ευαισθησία είναι απαραίτητες και τον απλά υποδειγματικό Γιώργο Νταλάρα να αποδεικνύει ότι η φήμη του δεν οφείλεται στο μέγεθος του ονόματος του ή σε οτιδήποτε άλλο αλλά μόνο στην πολύ υψηλή ποιότητα της φωνής του, κάτι που σημειωτέον δεν συμβαίνει και πάρα πολύ συχνά. 

 

 

Οπως και αν έχει είναι η ιδανική κατάληξη για έναν δίσκο που παραδίδει μαθήματα για το τι σημαίνει καλό σημερινό τραγούδι σε πάρα πολλούς νεότερους και εννοώ τους πλέον προικισμένους εξ αυτών! Και οφείλω να ομολογήσω κλείνοντας ότι όλα αυτά τα λέει κάποιος που ποτέ, μα ποτέ, δεν ενθουσιάστηκε με τους δίσκους του Γ. Μαρκόπουλου της δεκαετίας του ’70, όσο και αν φυσικά αναγνώριζε και με το παραπάνω την αξία τους...