Πιθανότατα δεν υπάρχει πιο ιδιωματικός τραγουδοποιός – και ερμηνευτής φυσικά – αυτή την στιγμή στην ελληνική μουσική από τον Λεωνίδα Μπαλάφα! Αρκεί μόνο να θυμηθούμε ότι μιλάμε για κάποιον που αναδείχθηκε κερδίζοντας την πρώτη θέση στο τηλεοπτικό Fame Story (!!) το 2006, και αν το ξεκίνημα του από την καρδιά του mainstream δεν ήταν αρκετό, ένα χρόνο αργότερα μπήκε ακόμα βαθύτερα σε αυτό όταν συνεργάστηκε για μια ολόκληρη σεζόν εμφανίσεων με τον ήδη ταχύτατα ανερχόμενο Πάνο Μουζουράκη (και τον Γιώργο Μυλωνά).

Ωστόσο, σύντομα επέλεξε μια σχεδόν underground παρουσία με την οποία μέχρι τότε δεν φαινόταν να έχει την παραμικρή σχέση! Αυτή η αντίστροφη από την συνηθισμένη για τους περισσότερους άλλους διαδρομή συνοδεύθηκε και οριοθετήθηκε από μια πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα – σε εποχή κρίσης ή οποιαδήποτε άλλη – παραγωγικότητα με αποτέλεσμα (και έχοντας ξεκινήσει με ένα CD single ή μάλλον EP το ’07) η δισκογραφία του από το ’09 μέχρι τώρα, σε μόλις έξι χρόνια δηλαδή, απαριθμεί πέντε CD, δύο εκ των οποίων μάλιστα διπλά! Καθόλου ευκαταφρόνητος όγκος έργου για κάποιον που τον Μάιο θα συμπληρώσει μόλις τα τριάντα τέσσερα χρόνια του...

 

 

Η ποσότητα όμως είναι ένα μόνο και το λιγότερο σημαντικό δείγμα του πόσο ιδιοσυγκρασιακή προσωπικότητα – από δημιουργικής πλευράς και όχι μόνον – είναι ο Λ, Μπαλάφας. Αυτό φαίνεται από την φύση της δουλειάς του και πριν απ’ όλα από το γεγονός ότι κάθε δίσκος του μοιάζει ελάχιστα ως και καθόλου με τον προηγούμενο.

 

Το Ανηφοριά δεν αποτελεί βέβαια εξαίρεση με κυριότερο στοιχείο του μια προσέγγιση – ως και υιοθεσία σε ορισμένες περιπτώσεις – της λαϊκής, μα και της δημοτικής μουσικής μας παράδοσης, κυρίως στιχουργικά και σε ένα πιο «υπόγειο», αν όχι και «υποσυνείδητο», επίπεδο μουσικά. Το ποια ακριβώς τώρα είναι κατά τον Μπαλάφα αυτή η «παράδοση» είναι μια άλλη ιστορία και εκείνο ακριβώς είναι που κάνει τη διαφορά!

 

Πριν απ’ όλα τα τραγούδια του δεν είναι απλά βιωματικά, γράφει μόνο για πράγματα που έχει βιώσει, ή έστω, ακόμα και όταν τα επινοεί, καταφέρνει να δίνει την αίσθηση ότι τα έχει ζήσει. Στην περίπτωση του Ανηφοριά αυτό εκφράζεται στιχουργικά με έναν τρόπο που θυμίζει σχεδόν παροιμίες ή τέλος πάντων την λαϊκή (θυμο)σοφία, με μιαν εμμονή σε παλαιϊκές λέξεις και εκφράσεις όπως η μόνιμη χρήση του «ντουνιάς» αντί του «κόσμος». Το γεγονός αυτό, όμως, διόλου τον εμποδίζει από το να καταθέτει την απόλυτα προσωπική του άποψη.

 


Μουσικά αυτή τη φορά εκκινεί μεν από την δημοτική παράδοση, κατά πρώτο λόγο του βορειότερου τμήματος της χώρας μας, που περιλαμβάνει και με το παραπάνω τα βαλκανικά χάλκινα πνευστά (δηλαδή τόσο αυτά της Φλώρινας όσο και εκείνα των τσιγγάνων του Goran Bregovic) δίχως να διστάζει να την «μπολιάσει» όμως όταν το κρίνει σκόπιμο με rock, funk, soul, ψήγματα jazz, ακόμα και ολίγη... reggae!

 

Η ερμηνεία του τέλος ηχεί τόσο ακατέργαστη, σχεδόν «ωμή» ώστε σχεδόν να φαίνεται επιτηδευμένη, ενώ δηλαδή οι περισσότεροι προσπαθούν να κάνουν πιο θελκτική τη φωνή τους εκείνος σα να θέλει να την καταστήσει πολύ πιο τραχιά απ όσο πραγματικά είναι. Έχουμε να κάνουμε με κάποιον που λειτουργεί σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν με βάση το ένστικτο. Έχω την αίσθηση όμως ότι αυτή του η απόφαση δεν είναι καθόλου παρορμητική αλλά αντίθετα έλλογη και συνειδητή στο έπακρο. 

Είναι φανερό λοιπόν ότι πρόκειται για ένα κυριολεκτικά... εκρηκτικό ταλέντο, ανυπάκουο σε κάθε σύμβαση του μουσικού συστήματος - και όποια άλλη- και σε βαθμό σχεδόν... αυτοκαταστροφικό!  Μάλλον λατρεύει να αυτοϋπονομεύεται.

Το μεγαλύτερο όμως προσόν και πλεονέκτημα του είναι η τιμιότητα και η σχεδόν επώδυνη ειλικρίνειά του πριν απ’ όλους με τον εαυτό του και στη συνέχεια βέβαια με το κοινό. 

 

Πιστεύω ότι αυτό είναι που δικαιολογημένα ελκύει το φανατικά πιστό και σταθερά αυξανόμενο ακροατήριο του και το ότι – αν και φυσικά εκτιμώ πάρα πολύ τόσο αυτό το γεγονός όσο και συνολικά την δουλειά του – προσωπικά δεν με ενθουσιάζει εξίσου είναι δικό μου και μόνο θέμα.

 

 

Αν όμως ενδιαφέρεστε να μάθετε γιατί διατηρώ αυτή την «απόσταση» θα πω απλά ότι για εμένα το διονυσιακό στοιχείο πρέπει να συνυπάρχει με το απολλώνιο, με μια κουβέντα θα ήθελα δίπλα στα πολλά ειλικρινέστατα συναισθήματα που πλημμυρίζουν τα τραγούδια του να υπήρχε και λίγη περισσότερη από την αναμφίβολα πολύ δυνατή νόηση του... Με την ίδια ακριβώς έννοια που θεωρώ ότι οι πλέον ολοκληρωμένες επικούρειες προσωπικότητες είναι οι στωικές, όσο και αν αυτή μου η άποψη δεν αφορά καθόλου τον λίαν ενδιαφέροντα Μπαλάφα και τους οπαδούς του και σαφώς βέβαια δεν είναι υποχρεωμένοι να την συμμερίζονται.