Το γεγονός ότι κυκλοφόρησε (στα τέλη ακριβώς του ’14) με την υποστήριξη του ραδιοσταθμού Στο Κόκκινο 105.5 απλά υπογραμμίζει το ότι ο νέος δίσκος των Magic De Spell συνόψισε το διάχυτο την περυσινή χρονιά σε ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας κλίμα, την κούραση και την οργή από μια σειρά εξοντωτικών οικονομικών και όχι μόνο μέτρων και την συνεπαγόμενη διάθεση για επιτέλους μιαν αλλαγή, το οποίο εκδηλώθηκε με την ψήφο όλων αυτών των ανθρώπων - συν βέβαια αρκετών ακόμα με διαφορετική πολιτική «καταγωγή» - που οδήγησε στην ανάδειξη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, έστω όχι με αυτοδυναμία αλλά πάντως με μιαν ηχηρή πλειοψηφία.

 

Πράγματι το Πρόγονε Πίθηκε Εσύ Τι Λες; όχι μόνον είναι ο πλέον πολιτικοποιημένος δίσκος των Magic De Spell αλλά και ένας από τους πιο αμιγώς πολιτικούς στη χώρα μας των τελευταίων το λιγότερο δέκα χρόνων και μάλιστα με απολύτως ξεκάθαρη αριστερή προέλευση και τοποθέτηση επάνω σε πολλά κρίσιμα ζητήματα.


Κάπου εδώ όμως προκύπτει ένα ερώτημα, ποιων ακριβώς Magic De Spell; Γιατί μετά από μιαν ακόμα, πολλοστή αλλαγή στην τριακονταπενταετή (!) Ιστορία της η μπάντα πλέον έχει πολύ μικρή σχέση ακόμα και με εκείνη που ηχογράφησε το προηγούμενο album τους, το ΟΚ Πατέρα του ’09. Στη σημερινή μορφή τους οι Magic De Spell τυπικά είναι – τουλάχιστον έτσι βγαίνουν στη σκηνή – ένα σεξτέτο το οποίο αποτελείται από τους ερμηνευτές Γιώργο Λαγγουρέτο και Δημήτρη Pixel, τον κιθαρίστα Βαγγέλη Θεοδωράκη, τον κιμπορντίστα Δημήτρη Μπατή, τον μπασίστα Γιώργο Αρχοντάκη και φυσικά τον ντράμερ Θοδωρή Βλαχάκη, το μόνο από τα ιδρυτικά μέλη του γκρουπ που έχει παραμείνει καθ’ όλη την διάρκεια της μακράς πορείας τους και αναπόφευκτα εδώ και πολύ καιρό επέχει – ηθελημένα ή μη – θέση άτυπου αρχηγού τους. Στο Πρόγονε Πίθηκε Εσύ Τι Λες; όμως συμμετέχουν εκτελεστικά αρκετοί ακόμα μουσικοί, ανάμεσα τους – έστω και...διαδικτυακά - και ο Γάλλος ράπερ Le Salle Gosse



Ακόμα πιο σημαντικό όμως είναι ότι αν την μουσική των τραγουδιών έχουν γράψει μέλη του γκρουπ – την πλειοψηφία ο Θοδωρής Βλαχάκης, έστω και με τη σύμπραξη άλλων – με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως το Κοίτα Ψηλά, που υπογράφει ο Φάνης Μαργαρώνης των Kollektiva οι στίχοι δύο εξ αυτών ανήκουν στην Ντέπη Χατζηκαμπάνη ενώ υπάρχουν και μελοποιήσεις ποιημάτων των Πάμπου Φιλίππου, Γιώργου Χρονά, Δημήτρη Ποντίκα (δύο) και του - επίσης αγωνιστή - από το Ελ Σαλβαδόρ Roque Dalton, για πρώτη φορά τόσες πολλές σε δίσκο των M. D. S. Κατά τη γνώμη μου όλα αυτά παραπέμπουν περισσότερο σε μια χαλαρή «μουσική κολεκτίβα» παρά σε ένα συγκρότημα με την κλασική έννοια του όρου, χωρίς αυτό να είναι κάτι πρωτόφαντο και ούτε φυσικά ακόμα και στο ελάχιστο κατακριτέο.

 


Τι είναι λοιπόν αυτό που ομογενοποιεί το Πρόγονε Πίθηκε... και του δίνει ένα ισχυρό επίκεντρο, αν όχι ένα ακλόνητο κέντρο βάρους; Οσο και αν φαίνεται παράξενο ένα μάλλον συγκυριακό γεγονός, η πολύ καλή όπως αποδείχθηκε ιδέα των M. D. S. να διασκευάσουν το Σαμποτάζ, το ομότιτλο τραγούδι από το ιστορικό ντεμπούτο album της Λένας Πλάτωνος από το 1981 που ως συνέχεια της είχε την ακόμα καλύτερη έμπνευση του να ζητήσουν από τον ερμηνευτή του αυθεντικού, τον Γιάννη Παλαμίδα, να συμμετάσχει στην διασκευή τους. Η εκτέλεση των M. D. S. ήταν όντως πολύ καλή και έτσι ο Γιάννης Παλαμίδας «εγκλιματίστηκε» αμέσως σε αυτή και έδωσε μιαν ερμηνεία διαφορετική μεν και πιο ώριμη αλλά εξίσου εντυπωσιακή με την πρώτη του.


Αυτό έγινε αιτία να του προταθεί μια ευρύτερη συνεργασία με αποτέλεσμα να συμμετάσχει περίπου στα μισά τραγούδια του δίσκου, κάτι που έκανε με διάβολεμένο κέφι – ίσως και επειδή ήταν εδώ και πολλά χρόνια εκτός προσκηνίου – και αποδεικνύοντας με υποδειγματική άνεση ότι, ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά, ελάχιστοι Έλληνες τραγουδιστές μπορούν να συγκριθούν μαζί του, όσον αφορά τόσο στις σπάνιες φωνητικές του δυνατότητες όσο και στην απαράμιλλη τεχνική του. Ετσι ο Γ. Παλαμίδας σε μεγάλο βαθμό «πήρε επάνω του» το πράγμα με άμεση συνέπεια να ανεβάσει τουλάχιστον τα τραγούδια στα οποία συμμετέχει δέκα το λιγότερο επίπεδα!

 


Το κατά πόσον είναι αναμενόμενο και φυσικό όχι μόνο να κυριαρχεί αλλά και να προσθέτει τόσα στον δίσκο ενός συγκροτήματος όχι με έναν αλλά δύο τραγουδιστές ένας τρίτος και «φιλοξενούμενος» ας το απαντήσει καθένας μόνος του...Το σημαντικό πάντως είναι ότι όλα σχεδόν τα τραγούδια είναι από καλά και άνω, με πλέον αξιοσημείωτα τα Στο Όνομα Εκείνων, Δε Μπαίνω Στον Παράδεισο, Θυμωμένος Άνεμος, Το Καθεστώς Των Αριθμών, Μόνη Πατρίδα, Μιλώ (μια μετά-μπαλάντα σε μουσική Δημήτρη Pixel και με ομολογουμένως διεισδυτικούς στίχους του Θοδωρή Βλσχάκη) και φυσικά η επανεκτέλεση του Σαμποτάζ.


Ο μη απλός ακροατής όμως αλλά συνειδητός και γι’ αυτό παρατηρητικός μουσικόφιλος δεν μπορεί να μην προσέξει κάποια πράγματα...Οπως πριν απ’ όλα ότι το καλύτερο με διαφορά τραγούδι το έχουν γράψει οι δύο άνθρωποι που ξεκίνησαν το γκρουπ, τα βασικά ιδρυτικά του μέλη. Πρόκειται για το ομότιτλο του οποίου τους στίχους έχει γράψει και πάλι ο Θ. Βλαχάκης αλλά την μουσική ο Γιώργος Σκαρλάτος, μπασίστας (και στη συνέχεια και κιμπορντίστας) σε όλη την αρχική περίοδο του συγκροτήματος, όταν ακόμα χρησιμοποιούσαν αγγλικό στίχο και βέβαια το ερμηνεύει κατά κύριο λόγο ο Γ. Παλαμίδας με τον Γιώργο Λαγγουρέτο να προσθέτει την – λίαν κατάλληλη ομολογουμένως – δεύτερη φωνή. Είναι ένα αρκούντως – αλλά και ελλόγως – «θυμωμένο» μα και απολαυστικό κομμάτι σημερινού μελωδικού punk, αποτελώντας έτσι κατά μιαν έννοια και μια επιστροφή στις απώτατες μουσικές ρίζες της μπάντας.

 


Αυτό δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε μια σειρά από σκέψεις: Αν ο Γ. Σκαρλάτος, ο πλέον προικισμένος μουσικά από τα αρχικά μέλη, δεν είχε αποχωρήσει τόσο νωρίς, αν ο τραγουδιστής τους κατά το πρώτο μισό της πορείας τους – που συμπίπτει και με την μεγάλη ακμή τους – Ηλίας Ασλάνογλου είχε παραμείνει, αν είχαν συναντήσει νωρίτερα τον Γιάννη Παλαμίδα, αν, αν, αν...Ολα αυτά όμως είναι μόνον υποθέσεις που μάλιστα στην πλειοψηφία τους αφορούν στο παρελθόν.


Η παρούσα πραγματικότητα κατ’ αρχήν είναι ότι οι M. D. S. για τριάντα πέντε χρόνια έχουν μείνει συνεπείς στην ιδεολογία και στις αρχές τους και, δεύτερο και εξίσου σπουδαίο, ότι το Πρόγονε Πίθηκε Εσύ Τι Λες;, είναι – για εμένα προσωπικά τουλάχιστον και έστω και αν σε μεγάλο βαθμό αυτό συμβαίνει χάρη στον Γ. Παλαμίδα – ό,τι καλύτερο έχουν κάνει μετά το Ο Φόβος Εχει Όνομα του ’97, ένας δίσκος που στιχουργικά είχε και έχει ακόμα το χέρι του στον σφυγμό της εποχής και μουσικά πολύ απλά αποτελεί λόγο ύπαρξης του πολύπαθου εγχώριου ροκ (και μάλιστα με ελληνικό στίχο!). Κάτι δηλαδή κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο για ένα τόσο μακρόβιο συγκρότημα και για αυτό δεν μπορώ παρά να ευχηθώ να εξακολουθήσουν να υπάρχουν, για όσο τουλάχιστον ο Θοδωρής Βλαχάκης μπορεί και αντέχει να παίζει τα τύμπανα του και, κατά προέκταση, χρειάζεται ένα «όχημα» για να εκφράζει και να υλοποιεί τους στίχους αλλά και τις μουσικές που όχι και τόσο σπάνια όπως φαίνεται γράφει!