alt«Το πράγμα χάλασε όταν εκείνος ο κρετίνος ο Perry Como τραγούδησε την Glendora.» Για όσους αρέσκονται στο σινεμά αυτού του τύπου, νομίζω πως η παραπάνω φράση είναι το κλειδί (ή –καλύτερα– ένα από τα κλειδιά) για την κατανόηση της ατμόσφαιρας στα κουρέλια που τραγουδάνε ακόμα, του Νίκου Νικολαΐδη. Η φράση απευθύνεται για πρώτη φορά από τον Κωνσταντίνο Τζούμα προς τον Άλκη Παναγιωτίδη· ακούγεται όμως αρκετές φορές, εν είδει leitmotiv, στην ταινία. Η οποία μπορεί μεν να θεωρείται σήμερα επηρεασμένη, με την ευρεία έννοια, από τις ιδέες τού κλασικού αναρχισμού –και ιδίως στην εν Ελλάδι εκδοχή του κατά τη δεκαετία του ’70– βρίθει πάντως συγκεκριμένων αναφορών στο αμερικανικό τραγούδι του ’50, όπως και στον ασπρόμαυρο κινηματογράφο του Χόλιγουντ.

Τι μας λέει λοιπόν αυτή η φράση; Ανεξάρτητα από αν ειπώθηκε ή όχι χάριν αστεϊσμού, μας φανερώνει πως υπάρχουν τόσο μεμονωμένα άτομα, όσο και –συμπαγείς, συγκροτημένες και όχι σπάνια πολυπληθείς– ομάδες ανθρώπων, που ο τρόπος με τον οποίο βλέπουν τα πράγματα, ενίοτε και η ίδια τους η ζωή, είναι σε στενή συνάρτηση με τη διαδρομή τού καλλιτεχνικού (και όχι μόνον) ειδώλου τους, επίσης με το αισθητικό –μουσικό ή κινηματογραφικό– ρεύμα που αγαπούν. Έχω δε τη βεβαιότητα πως αυτό που προβάλλω εδώ ως αξίωμα είναι αυταπόδεικτο, ενθυμούμενος τις πολλές φορές στο παρελθόν που έχω λογομαχήσει μέσα σε παρέες για θέματα που αφορούν, για παράδειγμα, τις κατά καιρούς κοινωνικοπολιτικές απόψεις και συμπεριφορές του Μίκη Θεοδωράκη, του Διονύση Σαββόπουλου, του Γιώργου Νταλάρα, του Bob Dylan ή του Sting. Όπου συνήθως οι διαφωνίες προεκτείνονταν και στο καλλιτεχνικό έργο των συζητούμενων, κάτι που δίνει το μέτρο για το φανατισμό και την οξύτητα τέτοιων διαλόγων.

Βέβαια, οι λογαριασμοί αυτής της κατηγορίας δεν έχουν να κάνουν αποκλειστικά με τον «δικό μας» καλλιτέχνη, αλλά συχνότατα γίνονται μέσω αντιθετικών δίπολων, στα οποία είναι διακριτότατος ο ρόλος του «εχθρού», ο οποίος αντιμετωπίζεται περίπου ως εωσφόρος. Το φαινόμενο απαντάται και σε άλλους, εξωκαλλιτεχνικούς χώρους, με πιο πρόχειρο παράδειγμα που μού έρχεται στο μυαλό μια ενδεχόμενη τυχαία συνάντηση του Αντώνη Νικοπολίδη με ομάδα φιλάθλων του Παναθηναϊκού, οι οποίοι (εδώ βάζω και τον εαυτό μου μέσα, διότι, ως γνωστόν, αν είσαι οπαδός μιας ομάδας δεν την αλλάζεις ποτέ, πόσω μάλλον αν πρόκειται για την ενδοξότερη, αυτήν με έμβλημα το τριφύλλι) ευχαρίστως θα του έπιναν το αίμα με το καλαμάκι, που λένε.

altΜήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι; (1)
Ομολογώ πως το ερώτημα «τι σόι φαινόμενο είναι τελικά;» αυτό που μόλις σας περιέγραψα, με βασάνιζε επί χρόνια. Διότι, εφόσον είναι προφανές ότι άπτεται ευθέως της ψυχολογίας και, με δεδομένες τις ελλιπέστατες γνώσεις μου σε αυτήν την επιστημονική περιοχή, περιοριζόμουν απλώς να εικάζω μερικές απαντήσεις. Ώσπου, μια κοινή μας φίλη μού πρότεινε να αναζητήσω τη Βάσω Παπάλη, η οποία διαθέτει ένα βαρύ βιογραφικό σπουδών και δραστηριοτήτων πάνω στην ψυχολογία και σήμερα εργάζεται ως δραματοθεραπεύτρια. Ήταν κάτι που μου έλυσε τα χέρια. Ζήτησα από τη Βάσω Παπάλη να συναντηθούμε ώστε να μιλήσουμε επί τούτο και εκείνη ευγενικά ανταποκρίθηκε:

«Η απάντηση σ’ αυτό που με ρωτάς βρίσκεται στην έννοια της ταύτισης. Η ανάγκη της ταύτισης είναι μέσα στον καθένα μας. Ταύτιση υπάρχει και στον έρωτα: ταυτίζομαι με αυτόν που ερωτεύομαι. Δεν έχει όμως να κάνει με τη μορφή, αλλά με τις ιδιότητες, με τις ποιότητες. Κατά περίπτωση, βέβαια, είναι διαφορετικές και οι ταυτίσεις. Αν μιλήσουμε, για παράδειγμα, για έναν λαϊκό βάρδο, η ταύτιση έχει να κάνει ενδεχομένως με έναν νταλκά, με μια καψούρα. Αν όμως μιλήσουμε για έναν δημιουργό του βεληνεκούς τού Μίκη Θεοδωράκη, εκεί θα συναντήσουμε άλλες, ιδεολογικές καταβολές, οι οποίες πιθανόν οδηγούν σε μια ταύτιση ανθρώπων που είχαν κάποτε πολιτικοποιηθεί, που είχαν αγωνιστεί και που είχαν γνωρίσει διώξεις.

Αν πάμε σε άλλους καλλιτέχνες, της κατηγορίας του Θανάση Παπακωνσταντίνου ή του Σωκράτη Μάλαμα, ανάλογα με τις εποχές που βγήκανε στο προσκήνιο, όπως επίσης και ανάλογα με τα θέματα που απασχόλησαν το καλλιτεχνικό τους έργο, διαμορφώνονται και οι ανάλογες ταυτίσεις. Αυτό συνέβαινε πάντα: προς μουσικούς, προς συγγραφείς, αλλά και προς ένα σωρό άλλα πρόσωπα, ιδεολογίες και ομάδες. Στην εποχή μας, έχω την αίσθηση πως αυτού του είδους οι ταυτίσεις έχουν αποκτήσει μια πολύ δυναμική μορφή, στην οποία ενυπάρχει πλέον το στοιχείο του φανατισμού, το οποίο απαντάται ακόμα και στην τέχνη. Είναι η ειδοποιός διαφορά εν σχέσει με παλαιότερες εποχές. Αυτό συμβαίνει διότι σήμερα δεν υπάρχει κάποιος άλλος χώρος ώστε ο άνθρωπος –και ειδικά ο νέος άνθρωπος– να βγάλει το πάθος του.

Παλαιότερα, σε μια Ελλάδα πολιτικοποιημένη όπως την ξέραμε, η ανάγκη της ταύτισης πήγαινε σε ιδεολογίες, κινήματα, πολιτικά κόμματα και οργανώσεις, δηλαδή σε συλλογικές μορφές δράσης. Τις ίδιες ακριβώς εποχές (δεκαετία του ’60, χούντα κ.λπ.), η ανάγκη της ταύτισης προεκτεινόταν μέχρι τις ποδοσφαιρικές ομάδες, κι αυτό είναι ένα φαινόμενο που κρατάει μέχρι σήμερα. Οι εποχές προχωράνε, οι οικονομικές κρίσεις έρχονται και ξαναέρχονται, αλλάζουν τα σύμπαντα, η τεχνολογία έχει φτάσει εκεί που έχει φτάσει, παρ’ όλα αυτά όμως τα στοιχεία που άπτονται των εννοιών “παθιάζομαι”, “φανατίζομαι”, “ταυτίζομαι” είναι κοινά, διότι βρίσκονται μέσα στον ψυχισμό του ανθρώπου. Με τι θα πάει να φανατιστεί ο καθένας, αυτό χρωματίζεται λίγο πολύ από την εποχή. Σε μερικά πράγματα όμως, όπως στις ποδοσφαιρικές ομάδες, παραμένει κοινό».

altΣωκράτη, κάνε μας χάλια (2)
Αν λοιπόν δεν έκανα κάπου λάθος στην κατανόηση των εννοιών, το δικαίωμα του συναποφασίζειν για το έργο του καλλιτέχνη, το οποίο φέρεται να διεκδικείται από τον σκληρό πυρήνα των θαυμαστών του (με την έννοια ότι θέλουν να έχουν λόγο στη διαμόρφωσή του, αλλά και στα όρια όπου αυτό –το έργο– μπορεί να κινείται) είναι ένα μάλλον συνηθισμένο φαινόμενο, το οποίο αντιμετωπίζουν συχνότατα οι επιστήμονες σαν τη Βάσω Παπάλη:

«Εκτός από το στοιχείο της ταύτισης, που είναι πολύ συγκεκριμένος όρος στην ψυχολογία, υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο. Διότι η ταύτιση που έχει να κάνει με τον καλλιτέχνη, με το είδωλο (όπως άλλωστε και με το αντικείμενο του πόθου στον έρωτα), είναι αυτό που λέμε “ναρκισσιστική προέκταση του εαυτού”. Πέραν τούτου, έχουμε να κάνουμε και με ένα άλλο φαινόμενο του ψυχισμού, που αφορά την ανάγκη τού “ανήκειν”. Διότι δεν είμαι μόνον εγώ και το είδωλο (ο καλλιτέχνης). Είμαι μέλος μίας μεγάλης παρέας, όπου όλοι μαζί φανατιζόμαστε για κάτι. Σαν να λέμε, είμαστε όλοι μαζί ένα φαν κλαμπ».

* Η Φωτογραφία του Σωκράτη Μάλαμα είναι του Μενέλαου Λιόντου

Μπορούμε, υποθέτω, να κατανοήσουμε καλύτερα το παραπάνω φαινόμενο αν αναλογιστούμε τα εκατομμύρια των ανθρώπων –που μάλιστα ανανεώνονται συνεχώς μέσα στις νεότερες γενιές, κάτι που είναι τόσο εντυπωσιακό όσο και συγκινητικό– οι οποίοι διαλαλούν πως είναι οπαδοί του Στέλιου Καζαντζίδη. Και χωρίς τον παραμικρό υπαινιγμό περί του «αλάνθαστου αισθητηρίου του λαού» (ιδεολόγημα που επέφερε πολλά δεινά στον τόπο, τουλάχιστον από πολιτική και κοινωνική άποψη), πρέπει εν τούτοις να παραδεχθώ πως οι απλοί εργατικοί άνθρωποι αναγνώρισαν στο πρόσωπο του Στελάρα εκείνον που κάποτε μίλησε με τα τραγούδια του γι’ αυτούς και για τα προβλήματά τους. Πρόκειται για μια σχέση λατρείας, η οποία εφόσον δεν διαταράχθηκε ποτέ εξαιτίας κάποιας «προδοσίας» από το είδωλό τους, την πέρασαν στα παιδιά και στα εγγόνια τους.

Αν πάντως αναζητήσουμε ένα μαζικό και συμπαγές κοινό που να αναφέρεται όμως σε σύγχρονο καλλιτέχνη, θα το βρούμε στους πολλούς πυρήνες των οπαδών του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Οι οποίοι, λόγω ενός μοναδικού ψυχισμού που δείχνει να τους διακατέχει, ο οποίος παραπέμπει ευθέως στον ψυχισμό των καζαντζιδικών οπαδών, με άλλους βεβαίως όρους, δίνουν αρκετές φορές την εντύπωση πως λειτουργούν υπό ένα καθεστώς ιδιότυπου «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού». Κάτι που τους διαφοροποιεί εμφανώς από τους οπαδούς, για παράδειγμα, του Σωκράτη Μάλαμα, οι οποίοι, κυρίως λόγω εξαιτίας της τεράστιας διεισδυτικότητας της Πριγκιπέσσας σε όλα τα κοινωνικά και μορφωτικά στρώματα τα τελευταία χρόνια, μοιάζουν να έχουν χαλαρότερη «ιδεολογική» σχέση μεταξύ τους.

Αχ, πού ’σαι, νιότη, που ’δειχνες πως θα γινόμουν άλλος (3)
Αντιλαμβάνομαι φυσικά πως η υπουργοποίηση του Μίκη Θεοδωράκη –έστω και άνευ χαρτοφυλακίου– στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη την περίοδο 1990-1993, όπως και το θέαμα του Διονύση Σαββόπουλου τυλιγμένου με την ελληνική σημαία κατά τη διάρκεια των συναυλιών του σε διάφορες παραμεθόριες περιοχές (την ίδια εποχή, υπό την αιγίδα του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, επί υπουργίας, αν θυμάμαι καλά, του Ιωάννη Βαρβιτσιώτη) δεν πρέπει να ενθουσίασε κιόλας το αριστερό κοινό. Το οποίο, σταθερά και παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις του, παρακολουθεί σταθερά τους δύο δημιουργούς –από το 1960 και το 1965 αντιστοίχως– και τους στηρίζει καλλιτεχνικά. Μέχρις εδώ λοιπόν, ουδέν μεμπτόν. Διότι, αλίμονο αν το κοινό περιορίζονταν να καταναλώνει μόνον τα καλλιτεχνικά έργα, χωρίς να του επιτρέπεται να μιλά για την –τρόπον τινά– κοινωνική συσκευασία υπό την οποία αυτά προσφέρονται ή και για τον δημόσιο βίο των δημιουργών τους.

Μου φαίνεται όμως τελείως υποκριτικό να ακούω φράσεις του τύπου «ο Νιόνιος δεν είναι πια αυτός που ήτανε κάποτε» σε πολυτελή εστιατόρια και στα μεσοδιαστήματα του καταβροχθίσματος των καρπάτσιο σολομού. Ιδίως αν αυτές εκστομίζονται από ανθρώπους οι οποίοι έχουν προ πολλού εκπέσει στο αμάρτημα της συναλλαγής με την εξουσία, δηλαδή εκείνου για το οποίο κυρίως κατηγορούν τον Σαββόπουλο. Η Βάσω Παπάλη έχει πάντως την εξήγηση:

«Πολύ συχνά παίζεται ένα παιχνίδι ρόλων. Δηλαδή, άνθρωπος που έχει ξεπουληθεί ο ίδιος ή που έχει ξεπουλήσει αξίες, αρχές, ποιότητες κ.λπ., προβάλλει ένα κομμάτι αυτού του ξεπουλήματός του πάνω στο είδωλό του. Ή καλλιεργεί την αντίληψη πως «εγώ ο ίδιος έχω δικαίωμα να ξεπουλήσω ένα κομμάτι του εαυτού μου· εσένα όμως σε βάζω να κρατάς εκείνο το κομμάτι μου το οποίο δεν ξεπουλιέται».

Όταν αντίκριζαν τη ροδαλή της ρώγα
γύρω της τρέχανε για να τσουρουφλιστούν (4)
Φτάνοντας σιγά σιγά στο τέλος του παρόντος άρθρου, θα ήθελα να αποτίσω και ένα μικρό φόρο τιμής στις groupies, δηλαδή στις στρατιές των όμορφων κοριτσιών που στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 το έσκαγαν από τα σπίτια τους και όργωναν τις πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών αναζητώντας «συναισθηματική και σεξουαλική επικοινωνία με μουσικούς ή άλλες διασημότητες». (5) (Με την ευκαιρία, σάς προτείνω ανεπιφύλακτα να δείτε τη –σχετική– ταινία The Banger Sisters, παραγωγής του 2002, με την Goldie Hawn και την Susan Sarandon, απολαυστικότατες στους δύο κεντρικούς ρόλους.)

Αρκετές απ’ αυτές τις κοπέλες, οι οποίες πρόσφεραν τότε απλόχερα το κορμί τους στα αστέρια του ροκ, σήμερα είναι επιτυχημένες δημοσιογράφοι και συγγραφείς, κάτι που δείχνει πως ο δείκτης της ευφυΐας τους ήταν –συχνά– πολύ πάνω τού μετρίου. Μια απ’ αυτές, η περιβόητη Pamela Des Barres, στο βιβλίο της Rock Bottom: Dark Moments in Music Babylon, ισχυρίστηκε: «Η groupie είναι για το ροκ γκρουπ ό,τι και η Μαρία Μαγδαληνή για τον Ιησού Χριστό». (6) Επ’ αυτού λοιπόν του –πολύ ενδιαφέροντος κατά τη γνώμη μου– κοινωνικού φαινομένου, ζήτησα από τη Βάσω Παπάλη μια ψυχολογική εξήγηση. Την οποία και πήρα:

«Οι groupies είτε “εστιάζουν” στους κιθαρίστες είτε στους τραγουδοποιούς είτε στους ηχολήπτες είτε ακόμα στους μεγάλους αθλητές, αντικατοπτρίζουν μιαν άλλη ανάγκη του ανθρώπινου ψυχισμού: την ανάγκη της αφοσίωσης. Γιατί υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων, οι οποίοι μέσα τους έχουν πάρα πολύ έντονη την ανάγκη της αφοσίωσης. Η αφοσίωση δεν είναι προσωπολατρική, έχει να κάνει με την ιδέα, η οποία μπορεί να είναι, για παράδειγμα, απ’ τη μια η σεξουαλική επανάσταση και απ’ την άλλη το ροκ ή το κίνημα των μοτοσικλετιστών. Σε μιαν άλλη εποχή, οι άνθρωποι αυτοί θα μπορούσαν να είναι οι πρωτοχριστιανοί που τους τρώγανε τα θηρία. Θα μπορούσαν επίσης να είναι πρωτοπόροι στη γαλλική, στη ρωσική ή στην αμερικανική επανάσταση. Είναι αυτοί που –κατά καιρούς– αλλάζουν τον κόσμο. Σε πρώτο επίπεδο όμως. Γιατί, σε δεύτερο επίπεδο, συχνά αλλάζουν τον κόσμο και μετά γίνονται πιο συντηρητικοί από τον κόσμο που άλλαξαν».

Κρίνοντας –αναγκαστικά– ενστικτωδώς και μόνον, δεν θα μπορούσα μάλλον να συμφωνήσω περισσότερο.

Σημειώσεις:
(1) Στίχος από το δημοτικό τραγούδι Της Δέσπως.
(2) Φράση που –κατά παράδοση πλέον– απευθύνουν οι φανατικοί οπαδοί του Σωκράτη Μάλαμα προς το είδωλό τους κατά τη διάρκεια των συναυλιών του.
(3) Κώστας Βάρναλης, Πρόλογος στους Σκλάβους Πολιορκημένους (Τα Ποιητικά, εκδόσεις Κέδρος, 1956, σελ. 97).
(4) Βασίλης Νικολαΐδης, Η ιστορία της Μαρίας, δίσκος Ελλάς, Minos 1984.
(5) Κατά τον ορισμό της Wikipedia: http://en.wikipedia.org/wiki/Groupie
(6) Ό.π.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Δίφωνο τ.173 Ιούλιος 2010