rocknroll-hall-of-fame2Σε μια χώρα σαν τις Ηνωμένες Πολιτείες που βραβεύει και δίνει επαίνους στους πάντες και τα πάντα (Oscars, Χρυσές Σφαίρες, Grammy, MTV Awards...) η εισαγωγή κάθε χρόνο σπουδαίων καλλιτεχνών, από το χώρο της μουσικής, στο Rock & Roll Hall of Fame περνάει συνήθως απαρατήρητη στη χώρα μας. Κι αυτό όχι για την έλλειψη κύρους του όλου θεσμού, όσο για την απόσταση που κρατάει από τη μουσική επικαιρότητα. Mέσα στους θρύλους όμως βρίσκεται και ένας Έλληνας που διαμορφώνει κι εκείνος με την ψήφο του τα πράγματα... 
 

Στις παρυφές της λίμνης Erie, στο Cleveland του Ohio, βρίσκεται το συγκρότημα των κτιρίων που στεγάζει το Rock & Roll Hall of Fame. Και γιατί στο Cleveland ίσως αναρωτηθεί κανείς και όχι στο Memphis (που ηχογραφήσαν για τη Sun ο Elvis Presley, ο Carl Perkins, ο Roy Orbison, ο Jerry Lee Lewis και ο Johnny Cash), ή στο Detroit (έδρα της Motown) ή στο San Francisco (ψυχεδέλεια, beatniks και «καλοκαίρι της αγάπης») ή στο Los Angeles (με το κίνημα των τραγουδοποιών από τα μέσα του ’60 μέχρι και το 1979) ή στη Νέα Υόρκη (που άνθισε το punk και το new wave) ή τέλος στο Seattle (εκεί που γεννήθηκε το grunge  με τους Alice in Chains, τους Nirvana και τους Pearl Jam).

Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό για το Cleveland είναι ότι στη δεκαετία του ’50 ο Alan Freed ήταν ο πρώτος dj που έπαιζε στο τοπικό ραδιόφωνο κομμάτια που δεν έπαιζε κανείς άλλος. Κομμάτια δηλαδή rock & roll. Το Cleveland θεωρείται με αυτόν τον τρόπο η πόλη που ξεκίνησε να ακούγεται το Rock & Roll.

Μουσείο με τεράστια μόνιμη έκθεση που περιλαμβάνει εκατοντάδες προσωπικά αντικείμενα, ρούχα, μουσικά όργανα, χειρόγραφα και φυσικά σπάνιους δίσκους βινυλίου καλλιτεχνών που καθόρισαν τη μουσική του αιώνα που πέρασε. Ειδικά αφιερώματα, συναυλίες, προβολές ταινιών και forums διοργανώνονται συνεχώς για τους επισκέπτες του μουσείου στους εντυπωσιακούς χώρους που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας I.M.Pei. --->

soul-al-green1

---> Ο Γιάννης Πετρίδης είναι ο μόνος Έλληνας που είναι μέλος του Rock & Roll Hall of Fame. Έχει επισκεφτεί αρκετές φορές τους χώρους του μουσείου και μας είπε σχετικά: «Γι’ αυτούς που αγαπάνε τη μουσική είναι κάτι το πρωτοφανές. Το κτίριο είναι χωρισμένο σε διάφορα τμήματα και ξεκινώντας από τις αρχές του αιώνα και τους παλιούς μπλουζίστες, με ακουστικά που σου παρέχουν, φωτογραφίες και συνεχόμενες προβολές ταινιών, παρακολουθείς τη γέννηση της μουσικής του 20ου αιώνα (από τους μαύρους που τραγουδούσαν στα χωράφια και πώς η μουσική αυτή πέρασε σε δίσκους και μετά πώς ο Robert Johnson έκανε τα πρώτα του κομμάτια). Έπειτα περνάς στη δεκαετία του ’50 και στο rhythm & blues, την country. Ολόκληρες αίθουσες, με την ιστορία της Sun, της Motown, της Atlantic και άλλων δισκογραφικών.  Μετά πηγαίνεις στο rock, το punk και φτάνεις μέχρι τους Nirvana και το hip hop». 

 giannispetridis_380Στους χώρους του μουσείου κάθε χρόνο διοργανώνονται και ειδικές εκθέσεις-αφιερώματα με σπάνιο αρχειακό υλικό. «Σε μια από τις επισκέψεις μου έτυχε να έχουν ένα αφιέρωμα για έξι μήνες στον Dylan. Ένας ολόκληρος όροφος για τον Dylan. Είδα ταινίες τις οποίες δεν είχα καν υπόψιν μου ότι υπήρχαν. Όλοι, ίσως, έχουμε δει μικρά αποσπάσματα από επίκαιρα της εποχής. Εκεί όμως υπήρχε εκπληκτικό υλικό από τις πρώτες του εμφανίσεις και συνεντεύξεις. Όποιος έχει την ευκαιρία να πάει εκεί στην κυριολεξία μορφώνεται».

Τη χρονιά του 1983 σημαίνοντα στελέχη δισκογραφικών εταιρειών (τότε που ακόμα δεν αποτελούσε όνειδος αυτό...) με επικεφαλής τον Ahmet Ertegun, μαζί με ανθρώπους της μουσικής βιομηχανίας (τον εκδότη του Rolling Stone Jann Wenner, τον Seymour Stein και τον Bob Krasnow μεταξύ άλλων), αποφάσισαν να τιμούν κάθε χρόνο αυτούς, η συνεισφορά των οποίων στα μουσικά πράγματα ήταν καθοριστική στη γέννηση, τη διαμόρφωση και την καθιέρωση του Rock & Roll. Σπουδαίοι ερμηνευτές, μουσικοί παραγωγοί, συνθέτες, στιχουργοί και disc jockeys ήταν όλοι αυτοί που έπρεπε να τιμηθούν για το σύνολο του έργου τους.

petridis_assetsΈπειτα από χρόνια συζητήσεων θεσπίστηκαν οι κατηγορίες και τα κριτήρια επιλογής και εισαγωγής των υποψηφίων. Η βασική κατηγορία αποφασίστηκε να είναι αυτή των ερμηνευτών. Απαραίτητη προϋπόθεση για να τεθεί κάποιος υποψήφιος είναι να έχουν παρέλθει 25 χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε η πρώτη του δισκογραφική δουλειά. Είναι αυτονόητο βέβαια ότι η σπουδαιότητα του κάθε ερμηνευτή και η επιδραστικότητα που άσκησε στους μετέπειτα μουσικούς αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικά κριτήρια. Κάθε χρόνο μια μικρή επιτροπή επιλέγει τη λίστα των υποψηφίων (περίπου 8 με 10 ερμηνευτές) από την οποία, μια ευρύτερη ομάδα, των 600 περίπου ατόμων, που αποτελείται από μουσικούς, παραγωγούς και κριτικούς απ’ όλο τον κόσμο καλείται να επιλέξει 4 με 5 από τους υποψήφιους.  

 Μεταξύ αυτών τον 600 ατόμων βρίσκεται από το 1985, ψηφίζοντας κάθε χρόνο, και ο Γιάννης Πετρίδης. «Ένας φίλος μου, που έχει κάνει τη δισκογραφική εταιρεία Mute μαζί με τον Martin Mills που έχει κάνει τη Beggars Banquet με καλέσαν σε ένα γεύμα και εκεί με σύστησαν στον Seymour Stein που είναι ο ιδρυτής της εταιρείας Sire (Ramones, Talking Heads, Madonna). Αυτός ήταν στην επιτροπή που, μαζί με άλλους τότε, έστηναν το Rock & Roll Hall of Fame. Κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας μου είπε ότι αν θα του τραγουδούσα ένα τραγούδι παλιό, των αρχών της δεκαετίας του ‘50 του Guy Mitchell το Pittsburg Pennsylvania θα ψήφιζα για το Rock & Roll Hall of Fame. Του τραγούδησα μερικούς στίχους και ύστερα από 3 περίπου μήνες μου ήρθε ένα γράμμα στο γραφείο που μου έλεγε ότι θα είμαι μεταξύ των 500 περίπου ατόμων που θα ψηφίζουν κάθε χρόνο». --->

sun-records


 

--->  Έπειτα από τους ερμηνευτές, σε ειδική κατηγορία βρίσκονται οι συνθέτες, στιχουργοί, παραγωγοί, djs και μουσικοί δημοσιογράφοι. Για πολλούς ο πυρήνας της μουσικής. Ξεχωριστή κατηγορία έχει δημιουργηθεί για όλους αυτούς που έκαναν μουσική πριν από το 1955 και τη γέννηση του Rock & Roll. Όλοι αυτοί ήταν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο οι επιρροές και τα ακούσματα των επόμενων γενιών που καθιέρωσε το Rock & Roll. Μια τελευταία κατηγορία, που θεσπίστηκε μόλις το 2000, αφορά όλους αυτούς τους μουσικούς που ηχογραφούσαν στο στούντιο ή περιόδευαν με τους ερμηνευτές χωρίς ποτέ να γίνουν γνωστοί.

museumΜε αυτές τις κατηγορίες, λοιπόν, το 1986 ήταν η πρώτη φορά που το Rock & Roll Hall of Fame άνοιξε τις πόρτες του τιμώντας μεταξύ άλλων τον Chuck Berry, τον James Brown, τον Ray Charles, τον Sam Cooke, τον Fats Domino, τους Everly Brothers, τον Buddy Holly, τον Jerry Lee Lewis, τον Elvis Presley και τον Little Richard. Καθώς τα χρόνια περνούσαν και συμπληρώνονταν η απαραίτητη 25ετία «μπήκε» η Aretha Franklin, ο Marvin Gaye, ο Smokey Robinson, οι Beach Boys, οι Beatles, ο Bob Dylan, οι Supremes, ο Stevie Wonder, οι Rolling Stones, ο Bobby Darin, οι Kinks, οι Simon & Garfunkel, οι Who, ο Van Morrison, ο Elton John, ο Frank Zappa, ο David Bowie, οι Shirelles, η Joni Mitchell, η Dusty Springfield, ο Bruce Springsting, οι Queen, οι Ramones, οι Talking Heads, οι Clash, οι Police, ο Prince, ο Elvis Costello, ο ZZ Top και οι U2 μεταξύ άλλων.


Στις αρχές του περασμένου Δεκέμβρη ανακοινώθηκαν οι φετινές υποψηφιότητες και στις λίγο καιρό μετά και οι εισαχθέντες. Έτσι, στις 14 Απριλίου στην Νέα Υόρκη στην καθιερωμένη τελετή «πέρασαν» στο
Rock & Roll Hall of Fame οι Guns nRoses, οι Red Hot Chili Peppers, ο Donovan, η Laura Nyro, οι Small Faces, οι Beastie Boys οι Miracles και ο σπουδαίος παραγωγός Tom Dowd εκτός των άλλων. O προβληματισμός που προκύπτει από το όλο θέμα, σε σχέση με τα δικά μας δεδομένα και τη δική μας μουσική είναι γιατί δεν υπάρχει κάτι ανάλογο και στη χώρα μας. H μουσική αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας των περισσοτέρων μας, σπουδαίους δημιουργούς έχουμε και η ανάγκη να τιμηθούν κάπως πιο οργανωμένα και πέρα από τα συνήθη συντεχνιακά συμφέροντα υπάρχει. Τι συμβαίνει και δεν έχει δημιουργηθεί ένας χώρος που θα στεγάσει την ιστορία της ελληνικής μουσικής από τις αρχές του αιώνα μέχρι σήμερα και στον οποίο θα μπορούν να έχουν πρόσβαση όσοι ενδιαφέρονται για περαιτέρω μελέτη.

john-lennon-excibition«Κατεδαφίσανε την Κολούμπια, εκεί που θα μπορούσε να γίνει ένα μουσείο για την ελληνική μουσική. Ένα μουσείο όπου θα συγκεντρωθούν όλα τα πολύτιμα «κειμήλια» που αφορούν το ελληνικά τραγούδι. Από τις κιθάρες και τα μπουζούκια του Τσιτσάνη και του Βαμβακάρη μέχρι προσωπικά αντικείμενα που κατέχουν οι συγγενείς των καλλιτεχνών. Εκεί μέσα θα μπορούσε να υπάρξει όλη η δισκογραφία, και όποιος θέλει να μπορεί να βρίσκει τα κομμάτια που έχουν ηχογραφηθεί από τις αρχές του ρεμπέτικου μέχρι τη δεκαετία του ‘90. Αν γίνει αυτό πολλοί από τους συλλέκτες και τις οικογένειες των μουσικών θα δώσουνε πράγματα. Να πηγαίνει ο κόσμος να βλέπει προβολές. Με αυτόν τον τρόπο θα διαιωνίστεί το καλό ελληνικό τραγούδι και θα μπορούν να μάθουν, οι γενιές που έρχονται τώρα και δεν ξέρουν τι τους γίνεται, βλέποντας μόνο τη σημερινή κατάσταση που κυριαρχεί, ότι υπήρξε κάποτε ένα ελληνικό τραγούδι που ήταν φοβερό».

* Ευχαριστούμε τον κ. Γιάννη Πετρίδη για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού από το προσωπικό του αρχείο.