Στο «Πέραν», το «καφέ Αμάν της πόλης» έχουμε και πάλι την ευκαιρία να ακούσουμε το ιδιόρρυθμο, σπάνιο και αυθεντικό τρόπο τραγουδίσματος του περίφημου αμανετζή, Σόλωνα Λέκκα. Αυτοδίδακτος και μερακλής, ο Λέκκας αποτελεί ένα από τα λιγοστά –πλέον- παραδείγματα λαϊκών μουσικών, που μεταφέρουν ατόφια στοιχεία παραδοσιακής μουσικής, που έχουν ζυμωθεί όχι κατά την εργασία για κατάκτηση τεχνικής αρτιότητας, αλλά μέσα στην ίδια την καθημερινότητα, αντλώντας από το πηγάδι των βιωμάτων και των αναμνήσεων.


To Παραδούναι και Λαβείν στο Facebook εδώ


Ο Σόλωνας Λέκκας γεννήθηκε το 1946 στην Πηγή, της Λέσβου. Είναι χτίστης, λιθοξόος, αλλά και καλλίφωνος τραγουδιστής. Ο πατέρας του, Ευστράτιος, ήταν επίσης χτίστης και είχε γεννηθεί στον Αφάλωνα, ένα χωριό της Ανατολικής Λέσβου, κοντά στη Μυτιλήνη. Η καταγωγή του ήταν Αρβανίτικη από την περιοχή Λουτρακίου. Η μητέρα του Σόλωνα, Δήμητρα εργαζόταν ως μοδίστρα στην Πηγή. Οι γονείς της προέρχονταν από την Πηγή και το Ίππειος, αλλά οι παππούδες της από τη Μικρασία. Ο Σόλωνας Λέκκας έζησε στην Πηγή μέχρι το 1971 όταν και εγκαταστάθηκε στα Κεραμειά. Τη δεκαετία του 1980 μετοίκισε στη Μυτιλήνη. Σήμερα ζει στους Ταξιάρχες (Καγιάνι), κοντά στην πόλη της Μυτιλήνης.

 

Με αφορμή την εμφάνισή του στο «Πέραν», αντλήσαμε μερικά αποσπάσματα από πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό «Μετρονόμος»…

«Γεννήθηκα το 1946 σε ένα χωριό της Μυτιλήνης, την Πηγή και τα γειτονικά χωριά είχαν πολλούς πρόσφυγες. Έτσι, τα τραγούδια που ακούγαμε ήταν ανατολίτικα. Άλλωστε και το νησί μας είναι πολύ κοντά στα παράλια της Μικράς Ασίας και πιο πολύ πηγαίναμε απέναντι στο Αϊβαλί παρά στην Αθήνα. Έχουμε τραγούδια «προς την ανατολή», επειδή σε όλα τα καφενεία άκουγες αμανέδες και όλα αυτά τα παλιά τραγούδια. Τότε δεν είχαμε ούτε τηλεοράσεις, ούτε ραδιόφωνα, αλλά κάθε Κυριακή ο κόσμος μαζεύονταν στο καφενείο. Σε όποιο χωριό και αν γύριζες στη Λέσβο υπήρχαν δυο – τρεις αμανετζήδες που τραγουδούσαν και ωραία. Αμανέδες δεν μπορεί να τραγουδήσει ο καθένας. Μπορεί να τραγουδάνε πολλοί, αλλά αμανέδες λίγοι λένε. Καθόταν, λοιπόν, εκεί ο κόσμος παρέα, πίνανε ούζα και λίγο – λίγο ερχόταν η ώρα για τραγούδι. Ο αμανές όμως είναι ένα δύσκολος. Δεν λέγανε πάντα αμανέδες. Για να πεις αμανέ πρέπει να έχεις καημό και πίκρα μέσα σου. Δεν λέγεται, ούτε γράφεται πάλι ακριβώς ο ίδιος. Χίλιες φορές να τον πεις δεν θα είναι το ίδιο.

Τον αμανέ δεν τον μαθαίνεις, έρχεται από μόνος του και μπορεί εκεί που τραγουδάς να βγάλεις αμανέ. Όταν ήμουν μικρός μου αρέσανε οι αμανέδες που τους άκουγα, όταν τελείωνα το σχολείο. Αυτούς τους αμανέδες κι εγώ τους άκουσα από άλλους παλιότερα κι αυτοί επίσης πολλά χρόνια πιο πριν».