Ο τίτλος και μόνο των New York Gypsy All Stars είναι αρκετά περιγραφικός για να αποδώσει το προφίλ της εκπληκτικής μπάντας, που έχει τη βάση της στη Νέα Υόρκη, παίζει «διονυσιακή» μουσική με πηγή έμπνευσης τα Βαλκάνια και την εγγύς Ανατολή, υπό το πρίσμα κυρίως του τσιγγάνικου ταμπεραμέντου! Γιατί «All Stars»; Διότι η μπάντα αποτελείται από κορυφαίους μουσικούς του είδους, παγκοσμίως. Ανάμεσά τους και ένας Έλληνας. Ο πολυβραβευμένος μπασίστας (Best Latin Jazz Bassist για το 2010 σύμφωνα με το ακριβοθώρητο Latin Jazz Corner και υποψήφιος για τα αμερικάνικα Grammy (2009) σαν μέλος της μπάντας Gonzalo Grau Yla Clave Secreta!) Παναγιώτης Ανδρέου, είναι μαζί με τον «διαστημικό» (όπως τον χαρακτηρίζει ο Ανδρέου) κλαρινίστα, Ismail Lumanovski τα ιδρυτικά μέλη του συγκροτήματος.

«Έφυγα για τη Βοστόνη το 1999, σε μία εποχή που στην Ελλάδα μόνο εύκολο δεν ήταν να γνωρίσεις και να συναναστραφείς Τούρκους μουσικούς, πόσο μάλλον Σκοπιανούς. Εκείνο τον καιρό ήταν ακόμη «εχθροί του έθνους»… Πήγα, λοιπόν, στο Berklee και εκεί ήρθα σε επαφή με ανθρώπους από όλο τον κόσμο, όπως για παράδειγμα ένας Τούρκος με ντοκτορά στο Χάρβαρντ για την ελληνική επανάσταση μέσα από οθωμανικά αρχεία! Αυτές οι συναναστροφές με έκαναν να είμαι έτοιμος για ό,τι ακολούθησε. Όταν πήγα για Μεταπτυχιακό στη Νέα Υόρκη, κάποια βραδιά μπήκα σε ένα μπαράκι, όπου εκεί παίζανε «balkan» μουσική, διασκευές των Laco Tayfa, ο Ismail Lumanovski (κλαρίνο) με έναν κρουστό τσιγγάνικης καταγωγής. Δεν… κρατήθηκα και ρώτησα, «να παίξω»; Αυτό ήταν. Έτσι, γνωριστήκαμε και ξεκινήσαμε να χτίζουμε τους NewYork Gypsy All Stars. Αυτό που κάναμε στην πραγματικότητα, ήταν να ενοποιήσουμε τα μουσικά είδη των Βαλκανίων, με ιδιαίτερα επιτυχημένο τρόπο εάν κρίνω από την πολύ μεγάλη ανταπόκριση. Με τον Ismail είμαστε τα ιδρυτικά μέλη και για πολλά χρόνια αυτό που κάναμε ήταν να τζαμάρουμε. Στη συνέχεια προστέθηκε ο Tamer Pinarbasi (κανονάκι) από το Karaman της Ανατολίας. Αποδείχτηκε η συνδετική δύναμη για τις συνθέσεις μας. Αυτός και ο Ismail είχαν έντονα το μελωδικό στοιχείο και οι υπόλοιποι επηρεασμένοι από το μουσικό τοπίο της Νέας Υόρκης είχαμε ως αρχή να «φωνάζουμε», πάντα με βάση το ρυθμό», περιγράφει ο Παναγιώτης Ανδρέου για το musicpaper.gr.

 

Πραγματικά, η φήμη των New York Gypsy All Stars δεν άργησε να εξαπλωθεί ανάμεσα στο πολυπληθές κοινό της worldmusic, όσο και στους μουσικούς κύκλους, αποκτώντας φανατικούς θαυμαστές και στις δύο περιπτώσεις. Ωστόσο, όσο και αν ταξίδευαν, όσες συναυλίες κι αν είχαν δώσει όλα αυτά τα χρόνια, μόλις πριν από λίγες ημέρες εκπληρώθηκε –επιτέλους- η επιθυμία του Παναγιώτη Ανδρέου να παίξουν οι «All Stars» επί ελληνικού εδάφους (στο Μύλο στις 20 Δεκεμβρίου και στο Gazarte στις 23 του μήνα). Το αποτέλεσμα δικαίωσε τόσο τους ίδιους, όσο και την υπομονή του κοινού. Λίγα σχήματα, διαχρονικά έχουν γνωρίσει τόσο θερμή υποδοχή και ακόμη πιο ζεστό χειροκρότημα. Η αθηναϊκή σκηνή (εκεί όπου βρεθήκαμε) πάλλονταν από τις δονήσεις της μουσικής πανδαισίας, τον ενθουσιασμό του κοινού και τον συντονισμό μιας «γιορτής», που περιείχε gypsy, balkan και world στοιχεία. Επρόκειτο για μία ιδιότυπη «υποβολή» των «All Stars» προς το «πολύχρωμο» κοινό τους, όπως η μπαγκέτα ή το μαστίγιο ενός θιασάρχη, που μαγνητίζει τα μάτια των «χωρίς ανάσα» θεατών. Διότι, το Νεοϋορκέζικο «σούπερ» συγκρότημα χαρακτηρίζεται κυρίως από το στοιχείο της καθηλωτικής δεξιοτεχνίας, της προσέγγισης των ορίων, από βιρτουόζους μουσικούς, πολύ υψηλού επιπέδου. Ωστόσο, υπάρχει και η άλλη όψη, όπως μας αποκαλύπτει ο Παναγιώτης Ανδρέου…

 

«Αυτό ακριβώς είναι που προσπαθούμε να αλλάξουμε στην καινούργια μας δουλειά. Το κλαρίνο και το κανονάκι προέρχονται από μία υψηλής δεξιοτεχνικής στάθμης σχολή και από την περιοχή της Τουρκίας και της Ελλάδας, όπου κυριαρχεί η μελωδία. Εκεί όπου ο ρυθμός υποστηρίζει τη μελωδία και η διάδραση με ακούσματα όπως η τζαζ είναι δύσκολη. Κάναμε μεγάλη προσπάθεια να γεφυρώσουμε το χάσμα μεταξύ μας, αυτή την απόσταση μεταξύ ρυθμού και μελωδίας. Θεωρώ ότι αυτό πρέπει να κάνουν και οι νεότερες γενιές από εδώ και πέρα, ώστε να προκύψει ένα πολύ όμορφο πάντρεμα. Όταν ήμουν κι εγώ στο Berklee «έπαιζε», ειδικά ανάμεσα στους Έλληνες φοιτητές, μία σχετική αποστροφή σχετικά με τη μουσική του τόπου μας. Κακώς! Προσωπικά, αισθάνομαι ευγνώμων που το ξεπέρασα και φυσικά για τις εμπειρίες μου δίπλα σε «λαϊκούς» μουσικούς, από διάφορες κουλτούρες, όπως μεγάλους δεξιοτέχνες της κουβανικής και γενικότερα της λάτιν μουσικής, βαλκανικής, ινδικής, αφρικάνικης μουσικής κ.ο.κ. Πρόκειται για ένα τεράστιο σχολείο. Έκανα μεγάλη προσπάθεια, να το εφαρμόσω στον εαυτό μου και αυτό που θα μπορούσα να πω σε νεότερα παιδιά που παίζουν μουσική είναι να «αγαπήσετε τον τόπο σας και τη μουσική του». Θεωρώ, πραγματικό επίτευγμα το ότι κατάφερα να παίξω με σπουδαίους μουσικούς, όντας ο εαυτός μου. Στο Berklee συνηθίζαμε να μαζευόμαστε στα δωμάτια και να βάζουμε μουσική ο ένας στον άλλο. Κάποια φορά το έκανα αυτό σε μία συμφοιτήτριά μου, Αμερικανοφιλιππινέζα (σ.σ. εξαιρετική φωνή) και το cd player έπαιξε κατά λάθος το live της Ελένης Βιτάλη στο Μετρό, από τη δεκαετία του ’80. Εκστασιάστηκε! Όταν είδα την αντίδρασή της, αισθάνθηκα υπερήφανος για τη μουσική καταγωγή μου. Ειλικρινά».

 

Οι «All Stars» πραγματικά άφησαν μία υπέροχη ανάμνηση στο αθηναϊκό κοινό, έπαιξαν στα «κόκκινα», κέρδισαν πολύ γρήγορα τη συμμετοχή όλων όσων γέμισαν ασφυκτικά και τα δύο επίπεδα του Gazarte, ενώ θα πρέπει να ξεχωρίσουμε σε αυτό το σημείο τόσο την παρουσία πολλών μουσικών, ανάμεσα στο κοινό, όσο και επίλεκτων μελών της τοπικής τσιγγάνικης κοινωνίας, η οποία λατρεύει τη μουσική της νεοϋρκέζικης μπάντας! Περί τσιγγάνικης και βαλκανικής μουσικής, άλλωστε και ο καταληκτικός λόγος από τον Παναγιώτη Ανδρέου…

 

«Κροάτες και Σλοβένοι δεν συγκαταλέγονται άμεσα στην κατηγορία της βαλκανικής μουσικής. Στο κάδρο της ανήκουν οι Έλληνες, οι Αλβανοί, οι Σέρβοι, οι Ρουμάνοι, οι Βούλγαροι, οι Σλαβομακεδόνες, οι Τούρκοι. Μέσα σε αυτό το χαρμάνι βρίσκονται και οι Ούγγροι τσιγγάνοι. Κοινό στοιχείο είναι το «MoTown», οι Ρομά.Οι τσιγγάνοι, που είναι οι τελευταίοι ακροατές στον πλανήτη. Λειτουργούν μόνο με την καρδιά, η κουλτούρα τους απαγορεύει τη χρήση εγκεφαλικής σκέψης, σαν να φοβούνται ότι κάτι τέτοιο θα χαλάσει την αγνότητά τους όταν παίζουν μουσική. Ότι, δηλαδή, η λογική θα κατάστρεφετην άμεση σύνδεση με την καρδιά.Είναι μέσα στην κουλτούρα τους το να είναι μουσικοί, όπως και οι Αφροαμερικάνοι. Έχουν μέσα τους το ρυθμό και όλοι είναι δεξιοτέχνες! Από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο. Όταν έπαιζα βουλγάρικα, ο Mark Guiliana (ντράμερ των Nowvs Now, στους οποίους είμαι κι εγώ μέλος) μου έλεγε χαριτολογώντας πως αυτή η τσιγγάνικη μουσική πρέπει να λέγεται «Balkancoke Jazz». Γνωρίζοντας τον Ismail, άρχισε να με καλεί να παίζουμε σε τσιγγάνικους γάμους της σλαβομακεδόνικης παροικίας στη Νέα Υόρκη. Εκεί ερωτεύτηκα αυτή τη μουσική. Οι τσιγγάνες χόρευαν το ρυθμό RomanHavasi (σ.σ. ο τσιγγάνικος αέρας), έναν από τους ελάχιστους πολυρυθμικούς μονούς ρυθμούς, των Βαλκανίων και της εγγύς Ανατολής. Όποια τσιγγάνα και να τον χορέψει θα το κάνει τέλεια, θα γνωρίζει πάντα που είναι το «ένα», θα σουιγκάρει τρελά, παρότι πρόκειται για μία πολύ δύσκολη ρυθμική γλώσσα. Αυτό έχει κάνει εντύπωση όπου και αν έχω δείξει αυτό το ρυθμό, σε σεμινάρια ή πανεπιστήμια. Στο Berklee, που φυσικά έχει σπουδαίους μουσικούς, τουλάχιστον στην εποχή που ήμουν κι εγώ εκεί δεν γνώριζα και πολλούς οι οποίοι θα μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα με αυτό τον ρυθμό…»