Ο Σόλων Λέκκας σηκώθηκε να χορέψει τον αγαπημένο του Απτάλικο χορό, μα αυτήν τη φορά δεν θα ξανακαθίσει για να μας πει (έναν ακόμη) αμανέ… Ένας από τους πιο εκφραστικούς και ευθείς ανθρώπους της ελληνικής δημοτικής μουσικής “έφυγε” για να μερακλώνει πια τους ουρανούς. Αυτοδίδακτος και μερακλής, μάστορας του λόγου και του τραγουδίσματος, καθώς και της ολοένα και πιο σπάνιας Τέχνης του αμανέ, ο Σόλων Λέκκας έφτιαξε το μουσικό του μυθιστόρημα με χειροποίητους όρους, απολύτως βιωματικούς.

 

Κι αυτό εξηγείται ως εξής. Ήταν γνωστός κυρίως για δύο πράγματα, τον απαράμιλλο αμανέ του και το μερακλίκι του, ένα στοιχείο που τείνει να γίνει ιδιαιτέρως σπάνιο και το οποίο, ωστόσο, είναι αυτό που καθορίζει την πορεία των μουσικών πραγμάτων και βγάζει από το κάρβουνο, φωτιά. Είναι αυτό που ζωντανεύει τις ιστορίες και τις μπλέκει με μουσική για να εισβάλουν στην ψυχή του ακροατή. Έτσι ήταν ο Σόλων Λέκκας, που ήταν και κάτι άλλο λιγότερο γνωστό, αλλά πολύ σημαντικό. Μάστορας της πέτρας, έμαθε να σφυρηλατεί με υπομονή και να ροζιάζει τα χέρια του για να χτίσει σιγά - σιγά και ταιριαστά. Όπως τα λόγια σε έναν αμανέ. 

 

“Ο παππούς κι ο πατέρας μου κάνανε σέτια, δηλαδή τοίχους. Εγώ συνέχισα τη δουλειά τους και έκανα βρύσες και σιντριβάνια, φούρνους, ψησταριές, με πέτρα. Παλιότερα, η Λέσβος είχε και στεριανούς χτιστάδες, από εκεί κρατάει και η οικογένειά μου. Ο προπαππούς μου ήταν Αρβανίτης. Ήρθε μικρός, 20 – 25 χρονών στη Μυτιλήνη και εγκαταστάθηκε στο χωριό Αφάλωνας. Παντρεύτηκε εκεί και άρχισε να κάνει σέτια, μιας και στη Μυτιλήνη έχει πολλές ελιές και είναι απαραίτητα για τα κτήματα. Έτσι βρήκε δουλειά…”, μου είχε αφηγηθεί ο ίδιος σε μια συνέντευξη για τον “Μετρονόμο”, ενώ για την ιδιαίτερη μουσική πορεία του είχε σημειώσει…

 

«Γεννήθηκα το 1946 σε χωριό της Μυτιλήνης, την Πηγή. Τα γειτονικά χωριά είχαν πολλούς πρόσφυγες κι έτσι, τα τραγούδια που ακούγαμε ήταν ανατολίτικα. Άλλωστε, και το νησί μας είναι πολύ κοντά στα παράλια της Μικράς Ασίας και πιο πολύ πηγαίναμε απέναντι στο Αϊβαλί παρά στην Αθήνα. Έχουμε τραγούδια «προς την ανατολή», επειδή σε όλα τα καφενεία άκουγες αμανέδες κι όλα αυτά τα παλιά τραγούδια. Τότε δεν είχαμε τηλεοράσεις, ούτε ραδιόφωνα, αλλά κάθε Κυριακή ο κόσμος μαζεύονταν στο καφενείο. Σε όποιο χωριό και αν γύριζες στη Λέσβο υπήρχαν δυο – τρεις αμανετζήδες που τραγουδούσαν και ωραία.

 

Αμανέδες δεν μπορεί να τραγουδήσει ο καθένας. Μπορεί να τραγουδάνε πολλοί, αλλά αμανέδες λίγοι λένε. Καθόταν, λοιπόν, εκεί ο κόσμος παρέα, πίνανε ούζα και λίγο – λίγο ερχόταν η ώρα για τραγούδι. Ο αμανές όμως είναι ένα δύσκολος. Για να πεις αμανέ πρέπει να έχεις καημό και πίκρα μέσα σου. Δεν λέγεται, ούτε γράφεται πάλι ακριβώς ο ίδιος. Χίλιες φορές να τον πεις δεν θα είναι το ίδιο. Τον αμανέ δεν τον μαθαίνεις, έρχεται από μόνος του και μπορεί εκεί που τραγουδάς να βγάλεις αμανέ. Όταν ήμουν μικρός, μου αρέσανε οι αμανέδες που τους άκουγα, όταν τελείωνα το σχολείο. Αυτούς τους αμανέδες κι εγώ τους άκουσα από άλλους παλιότερα κι αυτοί επίσης πολλά χρόνια πιο πριν»

Ο Σόλωνας Λέκκας γεννήθηκε το 1946 στην Πηγή, της Λέσβου. Ήταν χτίστης, λιθοξόος, αλλά και καλλίφωνος τραγουδιστής. Ο πατέρας του, Ευστράτιος, ήταν επίσης χτίστης και είχε γεννηθεί στον Αφάλωνα, ένα χωριό της Ανατολικής Λέσβου, κοντά στη Μυτιλήνη. Η καταγωγή του ήταν Αρβανίτικη από την περιοχή του Λουτρακίου. Η μητέρα του Σόλωνα, Δήμητρα εργαζόταν ως μοδίστρα στην Πηγή.

 

Οι γονείς της προέρχονταν από την Πηγή και το Ίππειος, αλλά οι παππούδες της από τη Μικρασία. Ο Σόλωνας Λέκκας έζησε στην Πηγή μέχρι το 1971 όταν και εγκαταστάθηκε στα Κεραμειά. Τη δεκαετία του 1980 μετοίκισε στη Μυτιλήνη. Εσχάτως, ζούσε στους Ταξιάρχες (Καγιάνι), κοντά στην πόλη της Μυτιλήνης.