Με το ομότιτλο ντεμπούτο album τους  (περισσότερα εδώ) οι THS κατέθεσαν την καλύτερη ελληνική δισκογραφική πρόταση της χρονιάς στους χώρους ταυτόχρονα του «κλασικού» και του «εναλλακτικού» rock, όσο παράδοξο και αν φαίνεται είναι απόλυτα αληθινό! Ο Alex K., κατά κόσμον Αλέξης Καλοφωλιάς, αναμφίβολη ηγετική φυσιογνωμία μέσα στην καθόλα ισότιμη ομάδα – άλλο ένα σαγηνευτικό παράδοξο τους...- που συναποτελούν οι τραγουδίστριες Τζένη Καπάδαη και Φλώρα Ιωαννίδη, ο κιθαρίστας Νίκος Φυσάκης, ο John Hardy (Γιάννης Χουστουλάκης) στην pedal steel και την ακουστική κιθάρα, ο μπασίστας Τάσος Παλαιολόγου και ο ντράμερ Costas C. ή Digital Alkemist, μίλησε στο Μusicpaper για το πως το κατόρθωσαν αλλά και για το τι θέλει να εκφράσει και τι σημαίνει η «ιερή» μουσική αυτών των Ξένων.  

 

Το όνομα Thee Holy Strangers είναι η παραπομπή στη Βίβλο που διέκρινα ή όχι; Πέραν από αυτό όμως, πιστεύετε ότι ο ξένος είναι από τη φύση του ιερό πρόσωπο ή έτσι τον βλέπετε εσείς;

Η ιερότητα των ξένων είναι μια συνθήκη της ανθρώπινης συμβίωσης και για μας δεν έχει θρησκευτική διάσταση, ιστορικά οι θρησκείες έχουν λειτουργήσει σαν συστήματα αποκλεισμού, ό,τι κι αν κηρύττουν. Στις μέρες μας ο ιερός ξένος ακούγεται σαν τραγικό αστείο, πρόσφυγες και μετανάστες που προσπαθούν να ξεφύγουν από τη δυστυχία ή τη φυσική εξόντωση χάνουν τη ζωή τους κατά την προσπάθεια ή αντιμετωπίζονται ως εισβολείς από τις κυβερνήσεις μιας ηπείρου στην οποία η προσφυγιά και ο ξεριζωμός δίνει και παίρνει ανά τους αιώνες. Όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά, η ιστορία της αλληλεγγύης.

 

 

Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον ότι ενώ με τους Earthbound πήγες προς την αντίθετη κατεύθυνση των Last Drive, ο ήχος τους δηλαδή ήταν πολύ πιο λιτός και ακουστικός, με τους THS κατά κάποιο τρόπο υπερθεματίζεις αυτό που κάνουν εκείνοι, ο ήχος δηλαδή είναι πολύ πιο σύνθετος και ακόμα πιο ηλεκτρικός. Υπάρχει κατά τη γνώμη σου κάτι, ένας κοινός παρονομαστής που να συνδέει τα τρία μέχρι τώρα συγκροτήματα σου – πέραν φυσικά από την δική σου παρουσία – ή καθένα είναι μια διαφορετική και ξεχωριστή περίπτωση;

Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, μόνο και μόνο από την εποχή που προέκυψε το κάθε σχήμα και τον ρόλο που έπαιξε στη ζωή όσων συμμετείχαν. Οι last Drive ξεπήδησαν μέσα από την εκρηκτικότητα ενός κομματιού της νεολαίας στη δεκαετία του ΄80 και η ιστορία τους κατέληξε από μια πλευρά η ιστορία της ζωής μου. Νιώθω απίστευτα τυχερός που είμαστε ακόμη μαζί με τα παιδιά, για το ότι μετά απ’ όλα όσα έχουμε περάσει οι σχέσεις που μας συνδέουν είναι ακόμα ζωντανές και συνεχίζουμε να δημιουργούμε παρέα, τώρα ετοιμάζουμε υλικό για το επόμενο album. Οι Earthbound ήταν – για μένα αλλά πιστεύω και για όλους όσους συμμετείχαν  - ένα πείραμα με μια άλλη πλευρά της μουσικής από αυτή που είχαμε μάθει να χειριζόμαστε μέχρι τότε, πέραν από την απόλαυση και ένα είδος αποφόρτισης μας έδωσε και αυτοπεποίθηση και μας άνοιξε δρόμους.

 

Οι Holy Strangers ήρθαν μαζί με τα χρόνια της καταστροφής. Ήταν μια άμυνα, ένας τρόπος να στήσουμε άλλη μία δημιουργική ομάδα παρά τις δυσκολίες ενώ όλα έπαιρναν την κάτω βόλτα σε συλλογικό επίπεδο, κάπως σαν ένα αντίδοτο με επίκεντρο τα τραγούδια.

 

Υπάρχουν πράγματα που εκ των υστέρων βλέπω ότι έπαιξαν καίριο ρόλο και στις τρεις περιπτώσεις  όπως ότι όλοι όσοι συμμετείχαν ήταν πολύ καλοί, ξεχωριστοί μουσικοί και συνέχισαν να εξελίσσονται μέσα στα χρόνια, αυτό έκανε το πράγμα ζωντανό, δεν έμενε ακίνητο. Με ενδιαφέρει πολύ η κατάσταση της μπάντας όπου οι ρόλοι δεν είναι αυστηρά προκαθορισμένοι και κάθε ιδέα μπορεί να πάρει άλλη τροπή μέσα από τη συμμετοχή, υπάρχει πάντα το τυχαίο, ένα είδος εσωτερικού διαλόγου υπό συλλογική επεξεργασία που αφορά όλα τα μέλη.

 

 

Οι  THS λειτουργούν αυτή τη στιγμή για εσένα παραπληρωματικά με τους LD ή αντίθετα έχεις επικεντρωθεί σε αυτούς με τους τελευταίους να περνούν υποχρεωτικά σε δεύτερη μοίρα;

Σε καμία περίπτωση, με τον καιρό μαθαίνεις να λειτουργείς σε περισσότερα από ένα πεδία  και μάλιστα το ένα τροφοδοτεί δημιουργικά το άλλο, βρίσκεσαι σε δράση διαρκώς, σε κύκλους με διαφορετικά κέντρα οι οποίοι τέμνονται. Έχει την πλάκα  του, όταν κοιτάζω τα πράγματα από τη θέση μου στους LD βλέπω γύρω μου τους THS, τους BLML και τους Screaming Fly, όταν τα κοιτάζω σαν μέλος των Holy Strangers βλέπω τους Dustbowl, τους Ludmilla, τα project του Digital Alkemist, τους Dream Long Dead του Τάσου και πάει λέγοντας με τους Distortion Tamers κ.λπ. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στον δικό μας κύκλο, υπάρχουν άπειροι τέτοιοι κύκλοι σήμερα παντού. Υπάρχει μία γενική παραδοχή ότι αν δεν το παλέψεις με τη μουσική δεν την παλεύεις γενικά, και βλέπω να στήνονται – για άλλη μια φορά, αυθόρμητα - κοινότητες από μουσικούς και μπάντες με κοινά μέλη που αλληλεπιδρούν, ειλικρινά δεν το περίμενα, είναι η άλλη πλευρά της συντριπτικής καθημερινότητας, μία κατάσταση πραγματικά ελπιδοφόρα, όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα σε γενικό πλαίσιο. Έτσι μαθαίνεις να εκτιμάς τη μουσική όχι μόνο για την απόλαυση αλλά και για την αίσθηση συνοχής που μπορεί να σου προσφέρει μέσα στη διαλυτική πραγματικότητα. Και σε πολύ πιο αντίξοες συνθήκες ακόμα, κάπου διάβασα μια ιστορία για δυο προσφυγόπουλα που έκαναν την φυγή τους προς την Ευρώπη κανονική μουσική περιοδεία με εμφανίσεις στην διαδρομή. Τι άλλο μπορεί να πει κανείς;

 

Γιατί επέλεξες για να περιγράψεις ηχητικά και να σχολιάσεις στιχουργικά την σύγχρονη αστική πραγματικότητα ιδιώματα που έχουν λίγο ή και καθόλου αστική προέλευση όπως το blues και ιδιαίτερα η country; Είναι θέμα μόνο των ακουσμάτων και των βιωμάτων σου ή και κάτι άλλο;

Ποτέ δεν υπήρξα πιουρίστας, προσέγγισα αυτά τα είδη μέσα από τις αναγνώσεις του πανκ  – πιτσιρικάδες ακούγαμε τον Johnny Burnette και τον Muddy Waters παράλληλα με τους Gun Club, τους Cramps και τους Clash –  έτσι δεν θεωρώ  αυτό που κάνουμε κομμάτι μιας τοπικής - της αμερικανικής, εν προκειμένω - μουσικής παράδοσης αλλά κάτι άλλο, μια παρεκτροπή από κάποιους τύπους στην άλλη άκρη του κόσμου που αποφάσισαν να αφηγηθούν τη ζωή και τα οράματά τους με τη συγκεκριμένη υπόκρουση. Γενικότερα πιστεύω ότι κανείς δεν μπορεί να ονομάσει αυτό που παίζει blues εκτός από τους μαύρους μουσικούς που το ξεκίνησαν και του έδωσαν την μορφή που ξέρουμε μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα.

 

Όλα αυτά που προέκυψαν στη συνέχεια, το ωστικό κύμα από την εκρηκτική πρόσμειξη της μαύρης μουσικής με τη κουλτούρα των λευκών, έφτιαξαν ένα τεράστιο πεδίο όπου μπορούσε να κινηθεί οποιοσδήποτε με άνεση αλλά είναι κάτι διαφορετικό, οι εποχές άλλαξαν και με τη διάχυση της επικοινωνίας η μουσική αυτή πήρε υπερ-τοπικό χαρακτήρα. Αυτό όμως που διατηρείται αναλλοίωτο από την αρχική συνθήκη του blues είναι η αμεσότητά του...Μερικές φορές σκέφτομαι ότι κάθε είδος λαϊκής μουσικής αναδύεται στον αντίκτυπο ενός συλλογικού τραύματος της κοινωνίας είτε πρόκειται για το τραύμα της δουλείας και τη μαύρη μουσική, για το τραύμα της Αγγλίας του no future και το punk, το τραύμα της αποικιοκρατίας που έκανε ρημαδιό τη Τζαμάικα και τη reggae και πάει λέγοντας για το tango, το ρεμπέτικο, την folk…Είναι στη φύση αυτών των ειδών να αποτελούν πρόσφορους «καμβάδες» για μουσικές αναπαραστάσεις δύσκολων καιρών. 

 

[...]

 


Κατεβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη να την διαβάσετε με την ησυχία σας εδώ