Υπάρχουν περιπτώσεις καλλιτεχνών που για να τους προλογίσεις σε μια συνέντευξή τους δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο. Κι αυτό γιατί τα τραγούδια και η εν γένει στάση τους δεν συνάδουν με τις δημοσιογραφικές φιοριτούρες και τα λεκτικά στολίδια με τα οποία είθισται να πασπαλίζονται οι «καλεσμένοι». Με φόντο, λοιπόν, την «αγανακτισμένη πολιτεία» και τους «ανασχηματισμένους καλικάντζαρούς» της και λίγες ώρες πριν την πρώτη τους καλοκαιρινή συναυλία στο Θέατρο Λυκαβηττού, ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας μιλούν στο MusicPaper ακολουθώντας, όπως πάντα, τη συντομότερη οδό: τον ευθύβολο λόγο.

Μέσα στο σκηνικό των ημερών ποια θέση έχει το τραγούδι; Με άλλα λόγια με ποια διάθεση ξεκινάτε τη φετινή σας περιοδεία;

Πάνος Κατσιμίχας: Το τραγούδι, εκτός των άλλων ιδιοτήτων του, είναι σίγουρα το αβλαβέστερο και πιο αθώο ψυχοφάρμακο, γιατί ενίοτε, λειτουργεί και σαν ατομική, αλλά και σαν ομαδική θεραπεία. Αν το καλοσκεφτείς, τι είναι μια συναυλία; Δεν είναι ένα τεράστιο «group –therapy»; Ίσως έχει πολύ μεγαλύτερη αξία και σημασία, να βγεις να τραγουδήσεις, τώρα ακριβώς. Μέσα σ ’αυτή τη δύσκολη και παρανοϊκή κατάσταση, που μας επιβάλει η εποχή που ζούμε.

 

xariskaipanos7

Τι πρόσημο είχε και έχει για εσάς αυτή η «επαγγελματική» επανένωση; «Τίποτα δεν έχει αλλάξει» ή «τίποτα δεν είναι όπως παλιά»;
Χάρης Κατσιμίχας: Κάποτε, πριν πολλά χρόνια, επισκέφθηκα ένα μοναστήρι. Αιτία, ήταν η επιμονή μιας ενδιαφέρουσας παρέας, που είχα γνωρίσει εκείνο το καλοκαίρι σ’ ένα νησί. Μπήκε ο χειμώνας και επέμεναν. Πρέπει να έρθεις, έστω και για μια φορά μαζί μας, εκεί… Πήγαμε πρωί και φύγαμε πρωί, την επομένη. Θυμάμαι, ότι παρακολουθούσα τους μοναχούς όλη μέρα. Σκεφτόμουν, τι ενώνει όλους αυτούς τους ανθρώπους μεταξύ τους; Περνούσαν ο ένας δίπλα από τον άλλο, αμίλητοι, σοβαροί, σα σκιές, ο καθένας φαινόταν να είναι στον κόσμο του. Το βράδυ αργά, στην λειτουργία της αγρύπνιας, όταν τους είδα να ψέλνουν όλοι μαζί, με κλειστά τα μάτια, μου φάνηκαν ξαφνικά, σαν να ήταν ένας άνθρωπος.

 

Κατάλαβα γιατί. Γιατί, ο «κοινός τους τόπος» ήταν ένας. Η αγάπη και η αφοσίωσή τους, σε κάτι άϋλο και ιερό. Όταν είμαστε με τον Πάνο στη σκηνή, βρισκόμαστε και εμείς στον δικό μας «κοινό τόπο», οπότε η «χημεία», μοιραία είναι δεδομένη. Ο κόσμος πάντα το ένοιωθε και το νοιώθει αυτό. Την οσφραίνεται, την πιάνει την αβίαστη «χημεία», γι’ αυτό και μας αντιμετωπίζει πάντα με αγάπη και συγκίνηση. Την ίδια συγκίνηση που νοιώθουμε και εμείς, όταν τους βλέπουμε και τους ακούμε να τραγουδάνε μαζί μας, σαν ένας άνθρωπος, όλοι μαζί.

 

Θα υπάρξουν «εκπλήξεις» στο πρόγραμμα; Π.χ. «αδικημένα» τραγούδια ή κάποια ενορχηστρωτική αλλαγή;
Π.Κ.:
Εκτός των «κλασικών επιτυχιών», που δε γίνεται να μην παίξουμε, θα τραγουδήσουμε 2-3 δικά μας τραγούδια, που δεν τα έχουμε τραγουδήσει ζωντανά ποτέ, στη «ζωή τους» και ζωή μας. Υπάρχει ένα μικρό αφιέρωμα σε τέσσερις Έλληνες συνθέτες και τραγουδοποιούς και κάποιες μικρές εκπλήξεις του στυλ: αλλαγή ρόλων μεταξύ μας, σε ορισμένα τραγούδια. Κάπως έτσι, θα είναι η ατμόσφαιρα των συναυλιών μας φέτος.

 

Η συναυλιακή σας συνεργασία ενεργοποίησε και τη συνεργασία στο δημιουργικό μέρος; Να αναμένουμε κοινή σας δισκογραφική δουλειά;
Χ.Κ.:
Πάει ένας χρόνος, ίσως και περισσότερο, που δουλεύουμε μια καινούρια δουλειά μαζί, την οποία είχε ξεκινήσει ο Πάνος. Συνέβη δηλαδή, το αντίθετο. Αυτή η καινούρια συνδημιουργία, γέννησε και τη διάθεση να παίξουμε και πάλι μαζί. Αν το αποτέλεσμα μάς ικανοποιεί και είναι αντάξιο της πρώτης ιδέας, λέμε να το δημοσιοποιήσουμε, εκεί κάπου μετά τα Χριστούγεννα.

 

xariskaipanos8Είστε εδώ και πολύ καιρό ακριβοθώρητοι. Αυτό προέκυψε από θέση ή από ανάγκη; Από θυμό και αγανάκτηση ή από έλλειψη ενδιαφέροντος για αυτό που ονομάζουμε «μουσική πραγματικότητα»;
Χ.Κ:
Έχουμε ζήσει και χειρότερες εποχές. Κάποτε, είχαμε τα «Ζεστά Ποτά» στο συρτάρι, τα δείχναμε εδώ, τα δείχναμε εκεί (στις εταιρείες δηλαδή) και μας κοίταζαν σαν U.F.O. Ένα μεσημέρι του 1980, είχαμε πάει για πολλοστή φορά στην ΕΜΙ, να δούμε αν υπήρχε κάποιο νέο για το υλικό, που τους είχαμε πάει πριν μια εβδομάδα. Φύγαμε φυσικά με ένα τεράστιο και εχθρικό ΟΧΙ, όπως πάντα. Χρόνια αργότερα, μου εξομολογήθηκε ο συγχωρεμένος ο Μάνος ο Ξυδούς, που δούλευε στην ΕΜΙ, ότι εκείνο το πρωί, δύο ώρες πριν πάμε εμείς, στο meeting που είχε γίνει από 5-6 φωστήρες, παραγωγούς εκεί μέσα, είχαν ακούσει τη «Μπαλάντα του Φάνη» και είχαν φρικάρει. Όταν φύγαμε, ρωτούσαν ό ένας τον άλλο στους διαδρόμους: «Φύγανε αυτοί οι πρεζάκηδες»; Πρεζάκιας, σου λέει ο Φάνης, πρεζάκια και οι τύποι που γράψανε το τραγούδι. Αν σήμερα, η «μουσική πραγματικότητα» είναι αυτή που είναι, πού να βλέπατε τη «μουσική πραγματικότητα» του `80.

 

Π.Κ.: Είμαστε παλιοί στη γαλέρα και ξέρουμε από κουπί. Ούτε θυμώνουμε, ούτε αγανακτούμε, ούτε έλλειψη ενδιαφέροντος υπάρχει. Απλά υπάρχουν πάντα «παράλληλες πραγματικότητες» και ο καθένας ζει τη δική του. Κάποιες περιόδους «βγαίνει μπροστά» και δείχνει μοναδική (χωρίς να είναι) η τάδε «πραγματικότητα», άλλες περιόδους έρχεται και «βγαίνει μπροστά», κάποια άλλη. Στην ουσία, συνυπάρχουν πάντα και συνεχώς, πολλές «παράλληλες πραγματικότητες».

 

Ο όρος «έντεχνο» τα τελευταία χρόνια βομβαρδίζεται ανελέητα. Να θυμίσω μια ανώνυμη κριτική στο «Ποντίκι» η οποία σας ειρωνευόταν ακόμη και για τα μαύρα ρούχα που φοράτε! Γιατί πιστεύετε;
Π.Κ.:
Τραγούδια είναι βρε παιδιά. Δεν είναι το μνημόνιο, για να το βομβαρδίζουμε ανελέητα. Μακάρι τέλος πάντων, να ήταν το «έντεχνο» το μεγαλύτερο κοινωνικό και πολιτιστικό πρόβλημα αυτής της χώρας. Θα είχε ίσως έτσι, κάποιο νόημα ο βομβαρδισμός. Αλλά τόσο πάθος πια; Έχει καταντήσει γραφικό και βαρετό. Όσο για τους ανώνυμους λιβελλογράφους, σκέφτομαι μερικές φορές: Τι να γράφει άραγε η ταυτότητα αυτών των ανθρώπων; Δημοσιογράφος;


Είναι δυνατόν να τους αναγνωρίζει αυτούς η ΕΣΗΕΑ ως δημοσιογράφους; Και στην τελική, αναρωτιέμαι, τους ενοχλούν περισσότερο τα μαύρα ρούχα που φοράω εγώ και όχι η μαύρη κουκούλα του ρουφιάνου, που φοράνε αυτοί στο κεφάλι; Παναγία μου! Πόση μοναξιά, πόσος αυτοεξευτελισμός, πόσα ματαιωμένα όνειρα και πόση πίκρα πρέπει να κρύβεται κάτω από αυτή τη μαύρη κουκούλα της ανωνυμίας! Για «ένα κομμάτι ψωμί, δε φτάνει μόνο η δουλειά. Το πιο σπουδαίο είναι η ψυχή σου, δικέ μου, έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία»..

 

xariskaipanos3Η ανάγκη σας για τη μουσική συνεχίζει να είναι ζωτικής σημασίας; Να είναι καθημερινή σας αγωνία; Εμπνέεστε;
Χ.Κ.:
Την ανάγκη για τη μουσική, δεν τη νοιώθω τόσο σαν αγωνία, αλλά κυρίως σαν άσκηση αναπνοής. Είναι τρόπος ζωής. Δε θυμάμαι άλλον τρόπο. Χάνεται πίσω, σχεδόν στην παιδική ηλικία. Όσοι ζουν έτσι, σίγουρα έτσι γεννήθηκαν. Υπάρχουν περίοδοι, που φαινομενικά τεμπελιάζω. Κάνω να πιάσω την κιθάρα, ίσως και μήνες στα χέρια μου. Όμως, το μυαλό και η ψυχή, δουλεύουν ανεξέλεγκτα και συνωμοτικά μεταξύ τους, σχεδόν ερήμην μου. Αλλιώς, πώς εξηγείται το ότι, ξυπνάω ξαφνικά ένα πρωί, κουρδίζω την κιθάρα, σκύβω μπροστά στα χαρτιά και το μαγνητόφωνό μου, και όταν σηκώνω το κεφάλι, έχει περάσει ενάμιση χρόνος; Θέλω, δεν θέλω, εμπνέομαι συνέχεια από κάτι, χωρίς να το επιδιώκω και χωρίς να το ξέρω. Αυτό συμβαίνει σε όλη μου τη ζωή. Όχι πάντα με την ίδια ένταση, αλλά με τον ίδιο πάντα τρόπο.

 

Κατά τη γνώμη μου το σημερινό τραγούδι, που ως επί το πλείστον παράγεται, δεν είναι ούτε για να μας κάνει να θυμόμαστε ούτε να ξεχνάμε ούτε να «μαθαίνουμε», αλλά για να περνάμε καλά. Αισθάνεστε άγχος για την αποδοχή που θα έχουν τα νέα σας τραγούδια δεδομένου ότι ανήκετε σε «άλλη εποχή»;
Π.Κ.:
Το ζήτημα, που πρέπει να απασχολεί έναν καλλιτέχνη, δεν είναι αν ο ίδιος ανήκει σε «άλλη εποχή», αλλά, αν τα τραγούδια του ανήκουν ή δεν ανήκουν πια στην παρούσα εποχή. Έχω την εντύπωση, ότι τα δικά μας, είναι ακόμα παρόντα. Το μόνο άγχος που αισθάνομαι, είναι αν αυτό που δουλεύουμε εδώ και έναν χρόνο, θα «ψήνει» εμένα, όταν τελειώσει, γίνει cd, και το βάλω πια σαν «ξένος» να το ακούσω. Αυτό είναι το μόνο που με αγχώνει. Αν θα «ψήσω» τον εαυτό μου. Με αυτόν πολεμάω και όχι με αυτήν ή κάποια άλλη εποχή. Δόξα τω θεώ. Δεν έχουμε πια, να αποδείξουμε τίποτα και σε κανέναν. Είναι πλέον, καθαρά προσωπικό στοίχημα, με τους εαυτούς μας.

 

xariskaipanos6Η μουσική σας «οικογένεια» αν κρίνω από τις ανά καιρούς δηλώσεις σας αλλά και τις ελάχιστες συνεργασίες ολοένα και συρρικνώνεται αντίθετα με την εικόνα συμμαχίας των καλλιτεχνών που εμφανίζεται έντονα σήμερα. Γιατί;
Χ.Κ.:
Οι «δηλώσεις για τη μουσική μου οικογένεια», όπως την ονομάζετε, αφορούσαν άτομα, από τα οποία, έχω ιδιαίτερες απαιτήσεις, όπως ακριβώς έχω για τον εαυτό μου. Καλλιτεχνικής καθαρά φύσης ήταν οι σκέψεις μου και τίποτα άλλο, όπως ακριβώς κάνουν όλοι για μένα, εδώ και 25 χρόνια, χωρίς να έχω διαμαρτυρηθεί ποτέ. Δεν έβρισα κανενός τη μάνα, δεν έθιξα κανενός την προσωπικότητα, δεν ήταν, ούτε και είναι προσωπικό το ζήτημα.

 

 

Πώς βλέπετε αυτές τις καλλιτεχνικές–δισκογραφικές και συναυλιακές- συμπράξεις;
Χ.Κ.:
Δεν είναι κακό που γίνονται. Όποιος το αισθάνεται σαν ανάγκη, το κάνει κιόλας.

 

«Οι καλλιτέχνες οφείλουν να στηρίζουν και να παρηγορούν μέσω του έργου τους, όχι μέσω δημόσιων παρεμβάσεων και δηλώσεων. Είναι απείρως πιο σημαντικό ένα σπουδαίο τραγούδι, ένα σπουδαίο ποίημα ή ένας σπουδαίος πίνακας, από μια δήλωση στήριξης ή μια συνέντευξη. Ο ρόλος του καλλιτέχνη κατοικεί μέσα στο έργο του. Με λίγα λόγια, προτιμώ έναν καλλιτέχνη που φτιάχνει σημαντικά πράγματα και κατά τα άλλα σωπαίνει, παρά ένα καλλιτέχνη που διαρκώς λέει τη γνώμη του και- ενίοτε- ξεχνάει να δημιουργήσει». Θα ήθελα την άποψή σας πάνω σε αυτά τα λόγια του Μίλτου Πασχαλίδη 


Π.Κ.:
Δε θα διαφωνήσω εντελώς με τον αγαπητό μου Μίλτο. Η ρέγουλα και το μέτρο, δεν βλάπτουν. Ε, τώρα, αν κάποιος κάνει και μια δήλωση στήριξης για κάτι που ειλικρινά πιστεύει, ότι πρέπει να στηριχτεί, δεν είναι κακό. Πολλές φορές μάλιστα, ίσως και να έχει ανάγκη ο κόσμος, να ακούσει τη γνώμη ενός καλλιτέχνη, για κάποιο ζήτημα που απασχολεί την κοινωνία. Αρκεί πάντα, να μην χάνεται το μέτρο.

 

xariskaipanos4Κύριε Χάρη Κατσιμίχα, ήσασταν υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στις τελευταίες εκλογές, έστω και με συμβολικού χαρακτήρα συμμετοχή. Πώς κρίνετε τις «βίαιες» αντιδράσεις του κόσμου προς τους εκλεγμένους πολιτικούς φορείς; Είναι μια υγιής αντίδραση ή αποπροσανατολιστική ως προς το στόχο της;


Χ.Κ.:
Υπάρχει μεγάλη διαφορά, ανάμεσα σε έναν δημοτικό σύμβουλο και έναν βουλευτή. Άλλο η τοπική αυτοδιοίκηση και άλλο η βουλή. Η δική μου συμμετοχή εξάλλου, έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα. Δεν ήμουν ποτέ υπέρ της ισοπεδωτικής λογικής, του τύπου « όλοι είναι κλέφτες, όλοι είναι λαμόγια, όλοι είναι ετούτο, εκείνο κ.λ.π.». Ο τρόπος που θα αντιμετωπίσει ο κόσμος τον κάθε εκλεγμένο, πρέπει να εξαρτάται από τη στάση και την προσωπικότητα του καθενός ξεχωριστά. Όσο για μένα, στη συνοικία που μένω, και εκλέχτηκα, με αγαπάνε και με εκτιμούν όλοι. Δεξιοί, αριστεροί, πασόκοι. Όλος ο κόσμος, έχει μόνο μια καλή κουβέντα να μου πει. Είμαι περήφανος γι’ αυτό.

 

Διαβάζουμε για τη μεγάλη ευθύνη και της Αριστεράς και όχι για την Αριστερά της ευθύνης. Ποια είναι η άποψή σας.
Π.Κ.:
Η Αριστερά, ναι μεν, πρέπει επειγόντως να βρει το βηματισμό της, μέσα σ’ αυτή την παράξενη και υπό διαμόρφωση εποχή, αλλά δεν πιστεύω ότι έχει ευθύνη για την κατάσταση που βιώνουμε. Και όταν λέω Αριστερά, δεν βάζω φυσικά μέσα και το ΠΑΣΟΚ. Η Αριστερά, δεν κυβέρνησε ποτέ, δεν πήρε ποτέ αποφάσεις, δεν υπέγραψε κανένα μνημόνιο. Να την αφήσουν στην ησυχία της, οι διάφοροι πονηροί «παπαγάλοι», να κάνει ό,τι και όσο μπορεί. Και να σου πω και κάτι γενικότερο; Αν υπάρχει ακόμα μια ελπίδα για όλους μας, παγκόσμια, μόνο από την Αριστερά θα προέλθει, ή έστω, ΚΑΙ με την Αριστερά. Αυτό πίστευα πάντα και αυτό πιστεύω ακόμα, παρ’ όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Αριστερά.

 

Ως πατέρας παιδιού σε xariskaipanos2εφηβική ηλικία τι είναι αυτό που σας φοβίζει περισσότερο για το μέλλον του;
Π.Κ.:
Αυτό που φοβάμαι περισσότερο, δεν είναι τόσο η ίδια η ζωή, που κάθε μέρα γίνεται όλο και πιο ανελέητη, όλο και πιο βάρβαρη, αλλά το κατά πόσο θα βρει (όχι μόνο το δικό μου παιδί, αλλά το κάθε παιδί), τον τρόπο να αντέξει και να ζήσει, χωρίς να χάσει την αξιοπρέπεια και την ανθρωπιά του.

 

Και για το τέλος: Έχετε υπηρετήσει πιστά το πολιτικό-κοινωνικό τραγούδι. Τα σύγχρονα «δείγματά» του ολοένα και πληθαίνουν. Με ποια κριτήρια θα πρέπει να το οριοθετήσουμε;
Π.Κ.:
Θα το οριοθετούσα σαν το είδος του τραγουδιού, που τρέφεται συνειδητά από τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής του, μεταβολίζοντας αυτή την τροφή, σε καλλιτεχνικό έργο. Το πολιτικό-κοινωνικό τραγούδι, είναι ένα πολύ δύσκολο είδος. Εκφρασμένο μέσα από την προσωπική ματιά του δημιουργού του, καλείται να συνδυάσει με αρμονία: τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής του, τα διαχρονικά μηνύματα που περικλείει και φυσικά την πρώτιστη λειτουργία ενός καλλιτεχνικού έργου, την αισθητική απόλαυση. Αν όλα αυτά δεν συνυπάρχουν, σε απόλυτη ισορροπία και αρμονία, κινδυνεύει να ξεπέσει στην κατηγορία του τσιτάτου και της συνθηματολογίας. Πολύ δύσκολο είδος.