Για τρίτη φορά και έχοντας πλέον καθιερωθεί ως θεσμός το φεστιβάλ In Mute έρχεται στην στέγη Γραμμάτων Και Τεχνών από την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου μέχρι και την Κυριακή 1 Νοεμβρίου για να διερευνήσει τη σχέση πειραματικής μουσικής ή, καλύτερα, ήχου και κινούμενης εικόνας. Ο Μιχάλης Μοσχούτης, ιδρυτής, επιμελητής και «ψυχή» του, μίλησε στο Μusicpaper.gr για τις εκπλήξεις που μας επιφυλάσσει το εφετινό In Mute...

Υπάρχει κάποια διαφορά στη φιλοσοφία, ίσως και στη λογική των επιλογών σου, του τρίτου In Mute από τα δύο προηγούμενα και ιδιαίτερα το περυσινό;

Μια βασική διαφορά του εφετινού προγράμματος είναι ότι θα έχουμε και την συμμετοχή κινηματογραφιστών στις παραστάσεις και ότι επίσης «πρωταγωνιστικό» ρόλο τις δύο πρώτες ημέρες θα έχουν οι μηχανές προβολής 16m οι οποίες θα είναι εγκαταστημένες ανάμεσα στο κοινό. Αυτή η αλλαγή θα έχει σαν αποτέλεσμα να είναι ακόμα πιο έντονος ο ζωντανός χαρακτήρας των παραστάσεων. Παράλληλα εφέτος έχουμε και περισσότερες συνεργασίες και ντουέτα ενώ μέχρι πέρυσι είχαμε κυρίως ατομικές προσεγγίσεις στο θέμα ήχος και κινούμενη εικόνα.

 

Γενικότερα βλέπεις και θέλεις να υπάρχει μια εξέλιξη του φεστιβάλ από τη μια χρονιά στην άλλη ή είναι εντελώς διαφορετικές διοργανώσεις απλά του ιδίου θεσμού;

Βεβαίως και υπάρχει εξέλιξη, για εμένα κάθε πρόγραμμα είναι κάτι σαν συνέχεια του προηγουμένου. Η βασική ιδέα πίσω από κάθε πρόγραμμα προκύπτει με την ολοκλήρωση του προηγούμενου φεστιβάλ, κατά κάποιο τρόπο κάθε «έκδοση» θέτει το διακύβευμα της επομένης. Αυτή η συνέχεια με ενδιαφέρει πάρα πολύ και ελπίζω να συνεχίσω να βρίσκω νέα πεδία προς εξερεύνηση.

 

Τι θα είχες να πεις παρατηρώντας χρόνο με τον χρόνο το πως διαμορφώνεται η σχέση ήχου – εικόνας σε αυτό το πιο πειραματικό επίπεδο από εκείνο των τυπικών soundtracks; Διαβλέπεις κάποια στοιχεία της να γίνονται όλο και πιο καθοριστικά, σε βαθμό που μάλλον θα κυριαρχήσουν στο μέλλον;

Ο κάθε καλλιτέχνης και το κάθε «ρεύμα» αναπτύσσει την δική του σχέση με το θέμα. Ειδικά στον λεγόμενο πειραματικό χώρο υπάρχουν πολλές διαφορετικές τάσεις οι οποίες τελικά ίσως έχουν περισσότερα κοινά με πρακτικές και ρεύματα περασμένων δεκαετιών παρά με το μέλλον. Γενικά δεν με απασχολεί ιδιαίτερα το τι κυριαρχεί ή τι θα κυριαρχήσει, στόχος μου είναι να «στήσω» ένα πρόγραμμα που θα αναδείξει εναλλακτικές προσεγγίσεις στο συγκεκριμένο θέμα και τελικά  επιτυχία του φεστιβάλ θα είναι να μπορέσει να μετατοπίσει τον τρόπο με το οποίο αντιλαμβάνεται κάποιος την δυναμική σχέση μεταξύ ήχου και κινούμενης εικόνες σε live συνθήκη. Η αλήθεια είναι ότι ο χώρος που καταλαμβάνει το φεστιβάλ είναι κάτι σαν μια μικρή κουκκίδα που βρίσκεται κάπου μεταξύ κινηματογράφου, πειραματικής μουσικής, sound art και σύγχρονης τέχνης. Αυτό δεν το βρίσκω καθόλου αρνητικό, αντιθέτως πιστεύω ότι ακριβώς εκεί, στα αχαρτογράφητα όρια μεταξύ διαφορετικών μορφών έκφρασης και πρακτικών, βρίσκονται οι περισσότερες πρωτοποριακές τάσεις στην σύγχρονη τέχνη.

 

Θεωρείς ότι το φεστιβάλ απευθύνεται κυρίως σε ανθρώπους οι οποίοι με κάποιο τρόπο είναι αναμεμειγμένοι με τον χώρο του ήχου, της εικόνας ή και αμφοτέρων ή ότι αφορά εξίσου και ένα ευρύτερο κοινό;

Θέλω να πιστεύω ότι καμία πόρτα δεν είναι κλειστή. Σίγουρα το μεγαλύτερο μέρος του κοινού που θα παρακολουθήσει το φεστιβάλ θα έχει κάποια σχέση με τον ευρύτερο καλλιτεχνικό χώρο. Αλλά πολύ συχνά το πιο «απαίδευτο» κοινό απολαμβάνει περισσότερο και πολλές φορές κατανοεί πολύ καλύτερα μια παράσταση από ότι το πιο εξειδικευμένο. Αρκεί απλά να είναι κάποιος ανοιχτός στο να βιώσει κάτι λίγο διαφορετικό...

 

Από την μέχρι τώρα εμπειρία σου, συγκρίνοντας δηλαδή την πρώτη με την δεύτερη χρονιά, τι θα είχες να πεις για το κοινό; Είναι πιο ενημερωμένο, πιο «υποψιασμένο», πιο απαιτητικό ίσως ή ακριβώς το ίδιο;

Την πρώτη χρονιά είχαμε ένα περισσότερο «κλασικό» σινεφίλ κοινό το οποίο ίσως το απογοητεύσαμε καθώς το InMute αφορά στον κινηματογράφο όσο και στην μουσική. Την δεύτερη χρονία το κοινό ήταν σίγουρα πιο «υποψιασμένο» και έχω την αίσθηση έμεινε ιδιαίτερα ικανοποιημένο από το περυσινό πρόγραμμα. Νομίζω ότι το ίδιο κοινό θα έρθει και εφέτος.

 

Ποιες από τις εκδηλώσεις/εμφανίσεις θα είχες να προτείνεις ιδιαιτέρως στον κόσμο και γιατί;

Στο εφετινό πρόγραμμα υπάρχει ποικιλία οπότε ο καθένας μπορεί να διαλέξει κάτι που να είναι περισσότερο του γούστου του. Σίγουρα ένα από τα highlights θα είναι το Hypnosis Display. Πρόκειται για μια πολύ πρόσφατη συνεργασία της Αμερικανίδας τραγουδοποιού Grouper με τον κινηματογραφιστή Paul Clipson. Το Hypnosis Display έχει παρουσιαστεί τον τελευταίο χρόνο με πολύ μεγάλη επιτυχία σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης, Αμερική και Αυστραλίας. Επίσης θα ήθελα να αναφέρω και την λιγότερη γνωστή Maya Dunietz που θα έρθει μαζί με τον Αμερικανό αυτοσχεδιαστή Fritz Welch. Η Dunietz είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση μουσικού που κινείται με χαρακτηριστική άνεση μεταξύ διαφορετικών ειδών. Είναι πολυοργανίστρια, συνθέτης και sound artist και επιμελείται η ίδια στο Τελ Αβίβ ένα φεστιβάλ ανάλογο με το InMute. Στην Αθήνα θα παρουσιάσει μια νέα δουλειά που βασίζεται στην χρήση της φωνής.

 

Και τέλος, υπάρχει κάποια στιγμή του εφετινού φεστιβάλ που εσύ προσωπικά περιμένεις με μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τις άλλες, ίσως ακόμα και με ανυπομονησία;

Ναι! Πραγματικά ανυπομονώ να δω και να ακούσω τους KTL να χτίζουν ηχητικές μάζες ενώ θα εξελίσσεται η ταινία «Sunrise» του Murnau. Η συγκεκριμένη δουλεία είναι μια ανάθεση του μουσείου του Λούβρου που έχει παρουσιαστεί σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Έχω μια ιδιαίτερη ανυπομονησία για την συγκεκριμένη παράσταση καθώς ύστερα από τρία χρόνια προσπαθειών οι KTL θα έρθουν επιτέλους στο InMute!