xristospapadopoulos1Πριν λίγους μήνες εμφανίστηκαν στη δισκογραφική μας ζωή ένας λυπημένος βάτραχος, ένας ευφυής μάγειρας, μια διεθνής σακούλα, μια μικρή αρκούδα, τα επαναστατημένα ρούχα και άλλοι «χαριτωμένοι» ήρωες που εκ πρώτης όψεως φαντάζουν παιδικοί όμως είναι πέρα για πέρα ενήλικοι χαρακτήρες.  Εμπνευστής τους ο στιχουργός Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος τον οποίο και «συναντήσαμε» διαδικτυακά στην Αίγυπτο όπου ζει και εργάζεται τα τελευταία χρόνια και μας μίλησε για το εξαιρετικό αυτό «Φτερό του δράκου» (σε συνθέσεις Δημήτρη Μαρκατόπουλου) αλλά και εφ’ όλης της ύλης του έχοντας την αύρα των λόγων του συντοπίτη του μεγάλου Αλεξανδρινού: «Τα φάρμακά σου φέρε, Τέχνη της Ποιήσεως,/ που κάμνουνε -για λίγο- να μη νοιώθεται η πληγή». (Κ.Π.Καβάφης, 1921) να αιωρείται στον ελληνικό ουρανό…

Ας ξεκινήσουμε με τις συστάσεις. Ποιο είναι εν συντομία το βιογραφικό σου;
Θεσσαλονίκη-Αθήνα-Κάιρο. Η πρώτη είναι η πόλη που γεννήθηκα κι έζησα δουλεύοντας από κλητήρας ως διαχειριστής αποθήκης χημικών και η πόλις που με ακολουθεί , η δεύτερη, η πόλη που διορίστηκα ως δάσκαλος κι έζησα μια δεκαετία, και η τελευταία,  η πόλη που ζω εδώ και τέσσερα χρόνια και αγάπησα ίσως πιο πολύ απ όλες. Σπούδασα διαδοχικά στην Εκκλησιαστική Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης, στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης στην Αθήνα και μετεκπαιδεύτηκα στην Ειδική Αγωγή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (Ρέθυμνο) και στην Διδασκαλία της Ελληνικής ως Ξένης Γλώσσας στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. Ασκούμαι εξ απαλών ονύχων στη στιχουργική, στην ποίηση και στη συγγραφή γενικότερα. Είχα τη χαρά μεταξύ άλλων να τιμηθώ με το Α΄ βραβείο στο Φεστιβαλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης το 1993 («Απόψε άργησα»), με το Α΄ βραβείο διηγήματος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών («Βρώμικο μέλι») και το Α΄ βραβείο Ποίησης Κούρος Ευρωπού από την Μακεδονική εταιρεία «Τέχνη» και το ΥΠ.ΠΟ για την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Η γλώσσα της φυγής». Είχα επίσης τη χαρά να ταξιδεύω με ήσυχα βήματα στο Ελληνικό Τραγούδι τα τελευταία είκοσι χρόνια.

 

Ποιοι στιχουργοί σε συντροφεύουν σε αυτό το ταξίδι;
Στην αρχή της εφηβείας μου άκουγα κυρίως τραγούδια σε στίχους των Λευτέρη Παπαδόπουλου, Μάνου Ελευθερίου, Σώτιας Τσώτου, Πυθαγόρα, Τριπολίτη και άλλων. Αφήνοντας τα χρόνια της εφηβείας και πηγαίνοντας στα 19 μου φαντάρος, όσο κι αν ακούγεται περίεργο, σε ένα στρατόπεδο νεοσύλλεκτων στη Σπάρτη γνώρισα βαθύτερα και λάτρεψα το έργο του Μάνου Χατζιδάκι και βέβαια τους στίχους του Νίκου Γκάτσου. Λίγο πριν με είχε συγκλονίσει η είσοδος του Σταμάτη Κραουνάκη στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού με τα Σκουριασμένα χείλη που συμπαρέσυρε στο φως και το μαγικό λόγο της Λίνας Νικολακοπούλου. Όλοι αυτοί υπήρξαν, τρόπον τινά, δάσκαλοί μου κυρίως όσον αφορά στην τεχνική του στίχου. Το πρώτο βιβλίο που κυκλοφόρησε αρχές της δεκαετίας του 80 με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, από την φθαρμένη όψη του και μόνο μαρτυρεί ότι κάποια εποχή υπήρξε το «ευαγγέλιό» μου. Απο εκεί και πέρα ανεξάντλητη πηγή ήταν πάντα για μένα η ποίηση, ελληνική και παγκόσμια.

 

Αν και δισκογραφικά έχεις αρκετές συνεργασίες εν τούτοις θα λέγαμε ότι παραμένεις ένας «γνωστός-άγνωστος» στο χώρος της στιχουργικής. Πού οφείλεται αυτό;
Πιθανόν δεν έκανα θόρυβο. Αλλά ούτε το ζητούμενο μου είναι να γίνει γνωστό το όνομά μου τόσο όσο τα τραγούδια μου. Δεν κυνήγησα με λύσσα τα μεγάλα ονόματα των ερμηνευτών που θα λειτουργούσαν και ως «κράχτες» για τη δική μου δουλειά. Δεν παρακάλεσα συνθέτες με τα στιχάκια παραμάσχαλα. Πορεύτηκα συνεργαζόμενος με φίλους κυρίως και με ωραίες, γνωστές-άγνωστες φωνές. Ακόμα και ο Δημήτρης Μπάσης όταν συνεργαστήκαμε πρώτη φορά, ήταν ένας νέος και άγνωστος σχετικά τραγουδιστής, αργότερα καθιερώθηκε. Από την άλλη πάλι, δεν βοήθησαν οι συγκυρίες. Φτάσαμε με τον Δημήτρη Μαρκατόπουλο ένα βήμα πριν τη δισκογραφική συνεργασία με τη Χαρούλα Αλεξίου, τη Βίκυ Μοσχολιού, την Τάνια Τσανακλίδουκαι άλλους αλλά δεν σταθήκαμε τυχεροί λόγω  συγκυριών, ή και δικής μας ευθύνης, και δυστυχώς, μάθαμε ότι δεν έχει τόσο σημασία τι γράφεις αλλά ποιος το επικοινωνεί. Γνωστοί δημιουργοί σπάνια έχουν επιτυχία με άγνωστους τραγουδιστές. Άγνωστοι δημιουργοί πολύ συχνότερα έχουν επιτυχία με γνωστούς τραγουδιστές. Και βασει της λογικής σκέψης μπορείτε να συμπεράνετε τι συμβαίνει όταν δημιουργοί κι ερμηνευτές, είναι αμφότεροι άγνωστοι. Χωρίς αυτό να είναι και θέσφατο βέβαια. Ίσως να είναι πιο παρήγορο ως σκέψη.

 

coverxp2Η σχέση σου με τον συνθέτη Δημήτρη Μαρκατόπουλο αριθμεί πολλά χρόνια. Ποιο είναι το ιστορικό της;
Με τον Δημήτρη είμαστε φίλοι από το 1983, εποχή που υπηρετούσαμε τη θητεία μας. Ωστόσο τραγούδια αρχίσαμε να γράφουμε παρέα από τις αρχές της δεκαετίας του 90 αφού πρώτα έμαθε ο ένας τον άλλο ως τα μύχια του. Όπως παραδέχεται και ο ίδιος, ήμουν εγώ αυτός που τον παρέσυρε στη σύνθεση ενώ ο ίδιος ήταν αρχικά προσανατολισμένος περισσότερο στη μουσική εκπαίδευση κι όπως πρέπει να παραδεχτώ κι εγώ με τη σειρά μου, ο Δημήτρης με βοήθησε να ενηλικιωθώ στιχουργικά. Με τις μουσικές του και με την ανελέητη κριτική του με βοήθησε να απελευθερωθώ, να φύγω από κάποια στερεότυπα που ακολουθούσα. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι πάνω στις μουσικές του αισθάνομαι ότι έμαθα να γράφω.

 

Γνωρίσατε τον Μάνο Χατζιδάκι το 1992 και τα Τα τραγούδια του Χαμένου Ποιητή κυκλοφόρησαν από τον Σείριο, δέκα χρόνια αργότερα. Τι μεσολάβησε;
Ο Δημήτρης τον γνώρισε πρώτος λόγω της συμμετοχής του στους Αγώνες Τραγουδιού Καλαμάτας το 1991. Έτσι στις 11/11/1992 τον επισκεφτήκαμε στο σπίτι του μετά από πρόσκληση του για να μας πεις τη γνώμη του για ένα κύκλο τραγουδιών που του είχαμε δώσει την προηγούμενη μέρα σε μια ολιγόλεπτη συνάντηση. Εκεί μας ανακοίνωσε χαρούμενος ότι τα ονόμασε Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή και ξεκίνησαν τα σχέδια για την παραγωγή από τον Σείριο. Λάφυρο ιερό από αυτήν την συνάντηση το βινύλιο που μου χάρισε ο Χατζιδάκις με προσωπική αφιέρωση «με αληθινή χαρά για τη γνωριμία μας». Τι μεγαλύτερο δώρο να μπορούσα να φανταστώ; Λίγες μέρες όμως πριν μπούμε στο στούντιο, αποσύρθηκε λόγω  ξαφνικής επιδείνωσης της υγείας του μέχρι το θάνατό του και τα τραγούδια έμειναν στο συρτάρι του χρόνου. Είχε όμως φροντίσει να μιλήσει με ενθουσιασμό στο γιο του Γιώργο για τη δουλειά που ετοιμάζαμε. Στο μεταξύ κυκλοφόρησαν Τα τραγούδια για μικρές εβδομάδες με τον Μανώλη Χατζημανώλη, η πρώτη ουσιαστικά ολοκληρωμένη εμφάνισή μας, τον Οκτώβριο του 1996 σε παραγωγή του Αχιλλέα Θεοφίλουαπό τη Minos EMI και κάποια άλλα που προέκυψαν από δικές μου συνεργασίες με άλλους φίλους .Όταν  αργότερα, συναντηθήκαμε πάλι με το Γιώργο Χατζιδάκι, θυμήθηκε την επιθυμία του πατέρα του και ανέλαβε την παραγωγή από το Σείριο με καλλιτεχνική επιμέλεια του Νίκου Κυπουργού κι ερμηνεία του Παντελή Θεοχαρίδη το Δεκέμβριο του 2001.

 

coverxpΗ πιο πρόσφατη δουλειά σας είναι  ο εξαιρετικός δίσκος Το φτερό του δράκου στον οποίο συμμετέχουν οι: Σόνια Θεοδωρίδου, Μάριος Φραγκούλης, Γιώργος Περρής, Άλκηστις Πρωτοψάλτη, Γιώργης Χριστοδούλου, Αφροδίτη Μάνου, Ηλίας Μαμαλάκης, Θάλεια Τσεντόγλου, Κώστας Παρίσης, Γιάννης Χαρίσης. Μίλησέ μας για αυτό το έργο που κυκλοφόρησε από την Μικρή Άρκτο.
Τον Παρασκευά Καρασούλο, τον εκτιμούσα μέσα από το έργο του πολύ πριν τον γνωρίσω. Η γνωριμία μας έγινε με αφορμή τη «Δεύτερη Ακρόαση» της Μικρής Άρκτου στην οποία συμμετείχα από σπόντα υπογράφοντας τους στίχους του πρωτοεμφανιζόμενου συνθέτη Βαγγέλη Μπουσμαλή. Σ' αυτές τις συναντήσεις της Δεύτερης Ακρόασης λοιπόν, μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω τις δραστηριότητες της Μικρής Άρκτου καλύτερα, τις ιδέες, τους ανθρώπους και την οργάνωση της ομάδας, ένα μικρό καλλιτεχνικό αντάρτικο, μία γιάφκα ακριβών αισθημάτων στις γειτονιές του Υμμητού που τις ζήλεψα. Όταν ο Παρασκευάς λίγο αργότερα με ρώτησε αν έχω κάποια δουλειά να του προτείνω και όντας παράλληλα εκείνη τη χρονιά δάσκαλος στην πρώτη τάξη του δημοτικού, το πρώτο πράγμα που πέρασε από το μυαλό μου ήταν αυτά τα τραγούδια. Σημειωτέον, ο κύκλος αυτός μόνο ως σχέδιο υπήρχε στο μυαλό μας. Όλο λέγαμε με το Δημήτρη να γράψουμε για παιδιά κι όλο το αναβάλλαμε. Η συνάντηση με την Μικρή Άρκτο τη δεδομένη στιγμή ήταν ευτυχής συγκυρία.

 

Η επαγγελματική σου, δηλαδή, δραστηριότητα –δάσκαλος- έπαιξε ρόλο;
Ναι, επηρεασμένος από τη συναρπαστική εμπειρία της διδασκαλίας σε πρωτάκια κι από τις συνεχείς αναζητήσεις μου στο χώρο και στη θεωρία της λογοτεχνίας για παιδιά και με την ίδια διάθεση από τον Δημήτρη που εργάζεται ως καλλιτεχνικός διευθυντής σε ωδείο, μετά την αποδοχή της πρότασης από τον Παρασκευά έπρεπε να περάσουμε στην πράξη. Μόνο που προσθέσαμε  κάτι που απαιτούσε ακόμα περισσότερη προσπάθεια. Να απευθύνεται  επιπλέον και στο παιδί που κρύβει ο καθένας μέσα του. Πρέπει να πω ότι   «Το φτερό του δράκου» η ομάδα της Μικρής Άρκτου το αγάπησε όσο εμείς και φρόντισε να επιμεληθεί μια εξαιρετική έκδοση με 81 ακουαρέλες της Σοφίας Γρηγοριάδου. Είχαμε τη χαρά επίσης να συμμετέχουν εξαιρετικοί ερμηνευτές που κατέθεσαν τον καλύτερο εαυτό τους.

 

Ποιους «κανόνες» έχει η συγγραφή μουσικών παραμυθιών;
Όσον αφορά στη θεματολογία, πέρα από τις όποιες συνειδητές ή ασυνείδητες επιρροές,  οι κανόνες για τους στίχους είναι αυτοί που γενικά ισχύουν για τη λογοτεχνία για παιδιά. Να ανταποκρίνονται με την ποικιλομορφία τους στα ενδιαφέροντα των παιδιών, να ικανοποιούν κατά το δυνατόν τις απαιτήσεις τους (αισθητικές, ψυχικές, πνευματικές) προσπαθώντας πάντα να αντέχουν και σε μια δεύτερη ανάγνωση των μεγάλων. Να ενεργοποιούν τη φαντασία τους, να είναι παιδικά και όχι παιδαριώδη. Κατ αναλογίαν οι ίδιες απαιτήσεις προσαρμοσμένες και για τις μουσικές. Όπως υπάρχουν τραγούδια που σε διασκεδάζουν χωρίς να σε ψυχαγωγούν, έτσι δυστυχώς κυκλοφορούν και πολλά τραγούδια που απευθύνονται σε παιδιά που τα διασκεδάζουν χωρίς να τα παιδαγωγούν και προετοιμάζουν τους ανάλογους ακροατές του εφήμερου. Όσον αφορά στις προθέσεις, η ειλικρίνεια. Η αντιμετώπιση ίσος προς ίσο. Είναι αστείο τη σημερινή εποχή να θεωρούνται τα παιδιά ως «μικροί άνθρωποι» επειδή είναι σε προηγούμενο στάδιο εξέλιξης η ψυχολογία τους από το δικό μας.  Ένας ακόμη στόχος ήταν να μπορούν να ακούγονται στο σπίτι, στο αυτοκίνητο ή όπου αλλού από όλη την οικογένεια. Μην ξεχνάμε ότι συνήθως οι γονείς και το ενήλικο περιβάλλον γενικά είναι αυτοί που επιλέγουν βιβλία και τραγούδια για τα παιδιά τους.

 

Παρακολουθείς τη σύγχρονη δισκογραφία; Πώς κρίνεις τους στίχους που γράφονται σήμερα;
Παρακολουθώ όσο μου το επιτρέπει η απόσταση και το διαδίκτυο αφού δεν έχω πια την ίδια ευκολία ν' ακούω ραδιόφωνο ακόμα και οδηγώντας ή να πηγαίνω σε δισκοπωλεία. Στιχουργικά είναι πασιφανές και συζητιέται στα πηγαδάκια του τραγουδιού ότι δυο τρεις άνθρωποι βρήκαν τον τρόπο με το λιγότερο κόπο  να παίζουν παράλληλα και στο σαλόνι και στην κουζίνα και σε όλους τους δυνατούς χώρους του τραγουδιού, χωρίς ιδεολογία και με ιδιαίτερο ταλέντο ιδίως αυτό της διεκπεραίωσης και των δημοσίων σχέσεων αλλά με σαφή στόχο. Να προλάβουν να κάνουν ένα κομπόδεμα, μια τελευταία αρπαχτή όσο προλαβαίνουνε και να ικανοποιήσουνε τη στείρα φιλοδοξία για αναγνωρισιμότητα πουλώντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Βοήθησε σ’ αυτό η σύγχυση που προκάλεσαν αγχωμένοι καταξιωμένοι ερμηνευτές με τις επιλογές τους και το όψιμο αλληθώρισμά τους.  Σαφώς υπάρχουν ακόμα κάποιοι, παλαιότεροι αλλά και καινούργιοι, να φυλάνε Θερμοπύλες που, παρεμπιπτόντως, χοροθετικά απέχουν λίγα μόλις χιλιόμετρα από  τα Καμένα Βούρλα. Εξαρτάται που θέλει να σταθεί ο καθένας. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι πολύ καλύτερους στίχους, από τους συνήθεις της δισκογραφίας, τους συνάντησα πολλάκις στα συρτάρια   στιχουργών, επαγγελματιών και μη. Αν κι αυτό λέει κάτι…

 

Υπάρχει κάποια ιστορία πίσω από ένα τραγούδι σου που θα ήθελες να τη μοιραστείς;
Είναι μια πολύ παλιά ιστορία πίσω από μια σειρά τραγουδιών που κάναμε με τον Δημήτρη και που ήθελε κάποτε ενθουσιασμένη να τραγουδήσει η Βίκυ Μοσχολιού. «Να κάνουμε μια ομάδα» όπως είχε προτείνει. Κι εμείς; Εμείς, άπειροι όντες και παρασυρμένοι κυρίως από τις σειρήνες των δισκογραφικών εταιρειών είχαμε το θράσος να αρνηθούμε. Ντρέπομαι και που το θυμάμαι. Αν και το μετανιώσαμε σχετικά σύντομα, δεν τολμήσαμε να την ξαναπλησιάσουμε. Με θλίβει αυτή η ιστορία πολύ όταν τη σκέφτομαι. Όποιος ζητάει τα πολλά χάνει και τα λίγα λέει η παροιμία. Φαντάσου όταν χάνει τα «πολλά» τι παθαίνει. Το μεγαλύτερο λάθος μας και δεν διορθώνεται.

 

xristospapadopoulos2Ας έλθουμε και σε θέματα λιγότερο «ποιητικά»... Καταρχάς πώς βίωσες την περίοδο των μεγάλων αναταραχών στην Αίγυπτο;
Μια επανάσταση ανέλπιστη, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια και αδικαιολόγητη, βρήκε τους πάντες απροετοίμαστους τη στιγμή που έγινε και με την ένταση που εκδηλώθηκε. Η αλήθεια είναι πως φοβήθηκα όταν διακόπηκε η τηλεφωνική επικοινωνία και η σύνδεση με το διαδίκτυο και ειδικά μετά την απόσυρση της αστυνομίας και το προβοκατόρικο άνοιγμα των φυλακών, το στρατιωτικό νόμο και την απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 3 το μεσημέρι.. Ακόμα πιο τρομακτικές ήταν οι φήμες. Φοβήθηκα, όπως πολύ φοβήθηκαν οι δικοί μου άνθρωποι με αυτά που άκουγαν στις ειδήσεις και δεν υπήρχε λόγος να παρατείνω την αγωνία τους. Γι αυτό το λόγο την όγδοη μέρα μετά την επανάσταση επέστρεψα στη Ελλάδα μέχρι να παραιτηθεί ο Μουμπάρακ. Κι ευτυχώς αυτό δεν καθυστέρησε πολύ. Δεν ήθελε πολύ να καταλήξει σαν τη Λιβύη.

 

Σήμερα πώς είναι τα πράγματα εκεί;
Η Αίγυπτος, στη νέα εποχή της, έχασε δια παντός την φαινομενική ηρεμία και τη δια ροπάλου ασφάλεια που παρείχε. Η κατάσταση συνεχίζει να είναι ρευστή χωρίς κανείς να μπορέσει να υποθέσει με σιγουριά για το τι μέλλει γενέσθαι. Κι αν ακόμα δοθούν κάποιες ελευθερίες-δεν το θεωρώ καθόλου βέβαιο- θα πρέπει  οι φίλοι μας οι Αιγύπτιοι να μπορέσουν να τις διαχειριστούν σωστά- που και γι αυτό θα μου επιτρέψετε να αμφιβάλλω, γιατί η διαχείριση της ελευθερίας είναι ζήτημα παιδείας και ζητούμενο ακόμα και  των πιο ανεπτυγμένων πολιτικών συστημάτων. Θα ήθελα όμως πολύ, και το εύχομαι από καρδιάς, να δω κάποτε χριστιανούς και μουσουλμάνους να ζουν αρμονικά, να εργάζονται στην πλουτοπαραγωγική χώρα τους και να απολαμβάνουν τους κόπους της δουλειάς τους. Η πραγματικότητα απέχει προς το παρόν όμως από αυτήν την ευχή. Ωστόσο προς αποφυγή παρεξηγήσεων θεωρώ την Αίγυπτο και υπό αυτές τις συνθήκες ασφαλή ταξιδιωτικό προορισμό, ειδικά για τους Έλληνες που είναι ιδιαίτερα αγαπητοί στη χώρα του Νείλου.

 

Από το 2010 είσαι διευθυντής στο Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Καΐρου. Ποια είναι η σημερινή ελληνική παρουσία στην πόλη που γέννησε επιφανείς Έλληνες όπως τον σπουδαίο συνθέτη Γιάννη Χρήστου, τον Νίκο Ξυδάκη και άλλους;
Η Αίγυπτος γενικά υπήρξε φιλόξενος τόπος για τους Έλληνες αν και δεν έλειψαν οι ατυχείς, για να το πω κομψά, στιγμές. Η Ελληνική Κοινότητα Καϊρου μετράει επίσημα πάνω από έναν αιώνα παρουσίας στη χώρα του Νείλου και είναι πολλοί οι επιφανείς Έλληνες που γενήθηκαν εδώ ευεργέτες,καλλιτέχνες και άλλοι..Να αναφέρω ενδεικτικά λίγα ονόματα ακόμα όπως αυτό του μεγάλου συγγραφέα Στρατή Τσίρκα, του σκηνοθέτη Κώστα Φερρη, της εικαστικού Όπυς Ζούνη, κ.ά. Το Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Καϊρου τελεί υπό την αιγίδα της Ελληνικής Πρεσβείας και της Ελληνικής Κοινότητας Καϊρου και φέτος συμπληρώνει εννέα χρόνια από τη λειτουργία του. Οι δράσεις του περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τη διδασκαλία της Ελληνικής ως Ξένης Γλώσσας (είναι εξεταστικό κέντρο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας στις εξετάσεις της Ελληνομάθειας), διοργάνωση συνεδρίων, ημερίδων, σεμιναρίων σε θέματα πολιτισμού που αναδεικνύουν τις ιστορικές σχέσεις των δύο λαών, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις (συναυλίες, εικαστικές εκθέσεις, θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικά αφιερώματα, λογοτεχνικές παρουσιάσεις) κι ότι άλλο θα μπορούσε να αναδείξει τον ελληνικό πολιτισμό, και να προαγάγει τις διαπολιτισμικές σχέσεις των δυο χωρών. Την τελευταία τριετία μάλιστα εκδίδει το τετραμηνιαίο πολιτιστικό περιοδικό «Πάπυροι» με θέματα διαπολιτισμικού ενδιαφέροντος στα Ελληνικά και στα Αραβικά.