Προφανώς δεν εννοούμε ηλικιακά αλλά τα δέκα οκτώ χρόνια ενεργής παρουσίας του Κώστα Λειβαδά στο σύγχρονο ελληνικό μουσικό γίγνεσθαι, τόσα έχουν περάσει συγκεκριμένα από την κυκλοφορία του πρώτου του δίσκου Κάθε Μπαλκόνι Εχει Αλλη Θέα. Τον τίτλο 18 Χρόνια Δρόμος θα έχει και μια συλλογή με όλα τα γνωστά και αγαπημένα τραγούδια του που θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο αλλά αυτός θα είναι επίσης και ο γενικός τίτλος των εμφανίσεων του για τον επόμενο ένα χρόνο, ανεξάρτητα από την μορφή τους και το ποιοι/ες άλλοι/ες εκτός του ιδίου θα συμμετέχουν κάθε φορά. 

 

Η πρώτη όμως και η πλέον πανηγυρική από αυτές αναμφισβήτητα είναι εκείνη που θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 2 Ιουλίου στη Θεσσαλονίκη και, πιο συγκεκριμένα, στην Μονή Λαζαριστών. Συμμετέχουν οι Ελένη Τσαλιγοπούλου, Μελίνα Ασλανίδου, Ανδριάνα Μπάμπαλη και Ζωή Παπαδοπούλου αλλά και ο Μπάμπης Στόκας και θα ακουστούν φυσικά όλα τα τραγούδια που περιλαμβάνονται στην επικείμενη προαναφερθείσα συλλογή αλλά και πολλά ακόμα. Με αυτή την αφορμή και ευκαιρία μίλησα με τον τραγουδοποιό και ερμηνευτή για την συγκεκριμένη συναυλία αλλά και για την διαδρομή του η οποία εισέρχεται πλέον στην...ενηλικίωση της!

 

Η συναυλία αυτή είναι η αρχή μιας συγκεκριμένης περιοδείας;

Δεν θα το έλεγα, απλά για ένα μεγάλο διάστημα όλες οι συναυλίες μου, ακόμα και εκείνες που θα είναι μόνο πιάνο – φωνή, θα έχουν αυτόν τον τίτλο ο οποίος είναι και της επερχόμενης συλλογής. Τώρα γιατί ο αριθμός δέκα οκτώ...πέραν φυσικά από το ότι τόσα είναι τα μέχρι στιγμής χρόνια μου στη σκηνή μου άρεσε επίσης γιατί τον τελευταίο καιρό, παρόλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, νιώθω πιο κοντά στον εαυτό μου από ποτέ. Και αν δεν είναι αυτό η αληθινή ωρίμανση τότε τι είναι; Οπως λοιπόν όταν κλείνεις τα δέκα οκτώ μπαίνεις στην ωριμότητα έτσι και εγώ αισθάνομαι ότι βρίσκομαι ακριβώς πριν την αρχή ενός νέου κεφαλαίου...


Τι το ιδιαίτερο έχει λοιπόν αυτή η συναυλία;

Πριν απ’ όλα το ότι ενώ όλοι μας έχουμε παίξει σε διάφορους συνδυασμούς μεταξύ μας είναι η πρώτη φορά που θα βρεθούμε όλοι μαζί στην ίδια σκηνή! Να σημειώσω επίσης την παρουσία του Μανώλη Καραντίνη στο μπουζούκι ο οποίος επίσης έχει συνεργαστεί με όλους μας. Δύο από τους μουσικούς, εκείνος και εγώ, είμαστε από την Αθήνα και οι υπόλοιποι τρεις, κιθαρίστας, μπασίστας και ντράμερ, από τη Θεσσαλονίκη.

 

Τι σε έκανε να επιλέξεις τις συγκεκριμένες και τον συγκεκριμένο ερμηνευτή και όχι κάποιους άλλους από όσους έχεις συνεργαστεί;

Μα το ότι είναι οι πιο στενοί μου συνεργάτες αλλά ταυτόχρονα και οι πιο κοντινοί μου άνθρωποι, τουλάχιστον από τον χώρο της μουσικής. Η Ελένη είναι πια σαν μεγάλη μου αδελφή, με την Ανδριάνα συνυπήρξαμε τόσο στην μπάντα του Νίκου Πορτοκάλογλου όσο και σε κοινές εμφανίσεις για πολύ καιρό, την Μελίνα την ξέρω από τα τέλη της δεκαετίας του ‘’90 όταν την είδα για πρώτη φορά στο «Μύλος», στη Θεσσαλονίκη δηλαδή, να ξεσηκώνει μαζί με τον Χρήστο Μητρέντζη τον κόσμο ερμηνεύοντας αθάνατα λαϊκά τραγούδια και η Ζωή είναι η μόνιμη συνεργάτιδα μου στις συναυλίες εδώ και ενάμισυ χρόνο. Μόνο με τον Μπάμπη Στόκα είναι λίγο πιο παράξενο, δεν έχουμε μεν εμφανιστεί τόσες φορές μαζί αλλά είναι ένας από τους καλύτερους φίλους μου εκτός σκηνής. Με το επιπλέον προσόν ότι, όπως ακριβώς και ο Γρηγόρης Κλιούμης των Υπόγεια Ρεύματα, δεν κρατά «απουσιολόγιο φιλίας», κάτι που εκτιμώ πάρα πολύ στους ανθρώπους!

 

Και γιατί επέλεξες να δώσεις αυτή την εορταστική συναυλία στη Θεσσαλονίκη;

Επειδή εκεί πέρασα δυο από τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου και έχω πολύ ωραίες αναμνήσεις από αυτήν, εξακολουθώ να την θεωρώ την πιο ανθρώπινη ελληνική μεγάλη πόλη για να ζει κανείς. Να σε προλάβω πριν με ρωτήσεις γιατί δεν ζω τότε εκεί λέγοντας σου ότι αν μπορούσα να ζω σε έναν τόπο αυτός θα ήταν τα Χανιά καθώς όχι μόνο κατάγομαι από εκεί και είναι η αγαπημένη μου πόλη αλλά και όνειρο ζωής για εμένα. Είναι όμως αδύνατο, δεν υπάρχει ούτε καν ένα στούντιο αξιώσεων εκεί...Δυστυχώς η αποκέντρωση στην Ελλάδα δεν έγινε ποτέ πράξη, νομίζεις αλήθεια ότι αν είχε συμβεί αυτό εγώ και πολλοί άλλοι μουσικοί δεν θα είχαμε εγκαταλείψει την Αθήνα; Είναι όμως ανέφικτο αν, εκτός από το να γράφεις τα τραγουδάκια σου, δουλεύεις επίσης και στην τηλεόραση ή το θέατρο, πού αλλού εκτός από την Αθήνα υπάρχουν οι υποδομές για να το κάνεις; Και σημειωτέον ότι αυτό το λέω εγώ που, ως γνωστόν, εδώ και πολλά χρόνια κατοικώ στην Πεντέλη, κάθε άλλο παρά εντός του ευρύτερου κέντρου της Αθήνας δηλαδή...

 

Δίνεις πολύ μεγάλη σημασία στις ανθρώπινες σχέσεις που καλλιεργείς εντός της δουλειάς σου, έτσι δεν είναι;

Φυσικά γιατί σε αυτές οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό η πορεία μου η οποία ήταν πολύ πιο παράξενη από άλλων αλλά τελικά και πολύ όμορφη. Έχω γράψει πολλά τραγούδια τα οποία με τον ένα τρόπο ή τον άλλο ήταν πολύ διαφορετικά από τα περισσότερα που κυκλοφορούν και ακούγονται και όμως, όχι μόνον έγιναν επιτυχίες αλλά και ο κόσμος τα αγάπησε, του μίλησαν και τα κράτησε στην καρδιά του. Και αυτό είναι που σου μένει και εσένα, αυτό είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή γι’ αυτό και λέω ότι αισθάνομαι ευλογημένος.


Δεν θα είχαν όμως συμβεί όλα αυτά αν δεν είχα γνωρίσει μια σειρά από ανθρώπους. Πρώτα από όλους τον Γιώργο Δημητριάδη όταν έπαιζα στο γκρουπ του, τους Μικροί Ήρωες, έναν όχι μόνο σπουδαίο ερμηνευτή μα και τραγουδοποιό. Χάρη σε εκείνον γνωρίστηκα και με τους μουσικούς οι οποίοι αποτελούσαν την μπάντα του μεγάλου Παύλου Σίδηρόπουλου, τους Απρσάρμοστους με τους οποίους σύνεργαστηκα για πολλά χρόνια στη συνέχεια. Μετά τον Οδυσσέα Τσάκαλο από τον οποίο ο ίδιος ζήτησα να κάνει παραγωγή στον πρώτο δίσκο μου και μέσω αυτού τον Νίκο Πορτοκάλογλου που έμαθα πολλά παίζοντας μαζί του. Τότε γνώρισα και την Ανδριάνα Μπάμπαλη, μια κοπέλα που μπορεί να έφτασε και να γεύθηκε την μεγάλη επιτυχία αλλά, ακόμα και τώρα, αν την ρωτήσεις θα σου πει ότι αισθάνεται παιδί της Αρλέτας και της Rickie Lee Jones. Ή τον Σταύρο Λογαρίδη που κάναμε ολόκληρο δίσκο μαζί και στον οποίο μάλιστα μου εμπιστεύθηκε την παραγωγή ενώ ήμουν ακόμα τόσο νέος και τον Γιώργο Ρωμανό με τον οποίο έχουμε την ίδια ημέρα γενέθλια και, όχι μόνο για αυτό φυσικά, μια πολύ ιδιαίτερη σχέση.


Με τέτοιους ανθρώπους είναι που αισθάνομαι κοντά, μουσικά και όχι μόνο... Και ήταν μια σειρά από τέτοιος ανθρώπους που οδήγησαν σε μια σειρά από γεγονότα και συγκυρίες η οποία με έφερε εδώ που βρίσκομαι σήμερα. Και μέσα από όλα αυτά έχω πια συμφιλιωθεί και με κάποια πράγματα που παλαιότερα με θύμωναν πολύ. Με θύμωνε ας πούμε το γεγονός ότι ο κόσμος στην Ελλάδα για πολλούς λόγους ποτέ δεν έμαθε και δεν αγάπησε το ηλεκτρικό τραγούδι, όχι τουλάχιστον στην ουσία του όπως την εννοώ εγώ. Επίσης δεν έμαθε ποτέ στην πραγματικότητα το παλαιό, αυθεντικό λαϊκό τραγούδι. Εμένα όμως αυτά τα δύο ιδιώματα, από κοινού και ταυτόχρονα, με καθόρισαν περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο. Και ήταν το ’83, την χρονιά που κυκλοφόρησε επίσης το «Pornography» των Curε, όταν ακούγοντας το «Ψέματα» των Φατμέ, διαπίστωσα για πρώτη φορά ότι μπορούσαν να συνδυαστούν με τρόπο που να απευθύνονται σε αρκετό κόσμο εδώ στην Ελλάδα και να τον αφορούν πραγματικά. Είναι αυτός ο συνδυασμός ίσως που έκανε και τα «παράξενα» δικά μου τραγούδια να αγαπηθούν τόσο από τον κόσμο...

 

Και αύριο στη Μονή Λαζαριστών ο Κώστας Λειβαδάς δεν θα κάνει τίποτα άλλο από το να επιστρέψει στον κόσμο – της Θεσσαλονίκης εν προκειμένω – ένα μέρος αυτής της αγάπης...