Λείπει στο ελληνικό τραγούδι περισσότερο από ό,τι λείπει εκείνο σε αυτόν. Τα χρόνια της αποχής του τείνουν να πλησιάσουν πια τα χρόνια της δισκογραφικής του παρουσίας.  Ο δε δίσκος που εδώ και χρόνια είναι έτοιμος, έχει δημιουργήσει τον δικο του αστικό μύθο· όσοι έχουν ακούσει τα τραγούδια, μιλούν για μερικές από τις καλύτερες μελωδίες που έχει γράψει.  Τον συνάντησα στο σπίτι του εκεί όπου ανοίγοντας την πόρτα το πρώτο που σε υποδέχεται είναι ένα αναλόγιο με ανοικτό το βιβλίο στο ποίημα του Καβάφη: «Από την σχολήν του περιωνύμου φιλοσόφου», το οποίο ξεκινά με τους στίχους: «Έμεινε μαθητής του Aμμωνίου Σακκά δυο χρόνια·/αλλά βαρέθηκε και την φιλοσοφία και τον Σακκά»...

 

«...και η σιωπή, ορισμένες φορές και σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι μια έκφραση. Εγώ θα έλεγα πως είναι και μια πράξη», έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης μολονότι ο ίδιος, επίσης, δήλωνε, πως η ποιητική του σιωπή οφείλεται στο γεγονός οτι  «όταν έρχεται η εμπειρία, όταν έρχονται οι ρυτίδες, η φλέβα, η ποιητική φλέβα, στομώνει, στεγνώνει». Ποιοι είναι οι λόγοι της δικής σας πολύχρονης σιωπής;

Ο υγιής άνθρωπος δεν έχει ανάγκη από τέχνη. Αυτή είναι μια τεκμηριωμένη μου άποψη μετά από πάρα πολλά χρόνια πορείας μέσα σε αυτό το χώρο όπου περπάτησα και εγώ. Να σου πω οτι αισθάνομαι δυστυχισμένος; Δεν αισθάνομαι. Μια χαρά νιώθω. Με τη σιωπή μου δεν θέλω να εκφράσω τίποτε το ιδιαίτερο. Όπως ήμουν τότε που έγραφα, έτσι είμαι και τώρα που δεν γράφω. Μπορεί και να μην έχω τίποτα να πω. Όλα παίζουνε. Δεν ξέρω πάντως αν θα γράψω ξανά αύριο. Κανείς ξέρει το μέλλον του. Κάθομαι καμιά φορά και ακούω δυο δουλειές που έχω έτοιμες εδώ και δέκα χρόνια. Δε μου φαίνονται παρωχημένες. Δε θυμίζουν το τότε. Μπροστά είναι. Λαϊκά τραγούδια του σήμερα. Αν τις είχα κυκλοφορήσει  όμως στον καιρό τους, πάλι κακομοίρικα θα ζούσα και θα περίμενα πότε θα τις ανακαλύψουν για να μου πούνε τι ωραίες που ήτανε!

 

Είναι σαν τα πηγαία λαϊκά  της πρώτης σας δημιουργικής περιόδου, τη δεκαετία του '70;

Δεν ήταν και τραγούδια αυτά! Μη μου θυμίζεις εκείνη την κατάσταση, του «δούλου», που του έδιναν ένα χαρτί και του έλεγαν «φέρε αύριο πέντε τραγούδια». Καλύτερα να μην ξαναρχόταν αυτή η εποχή. Και το λέω εν γνώσει του λόγου μου.

 

Καλύτερα σήμερα η σιωπή μου παρά εκείνη η φρίκη που δεν μπορούσα να επιλέξω, μέσα σε εκείνη την φάμπρικα-εταιρεία όπου δούλευα, με έναν Γκάτσο, μεγάλος ποιητής βεβαίως, αλλά σε εμένα δεν έδωσε καλούς στίχους.

 

Αυτά πάντως τα τραγούδια, που περιμένουμε εδώ και χρόνια, έχουν δημιουργήσει έναν αστικό μύθο. Ποιο είναι το παρασκήνιό τους;

Πρόκειται για τραγούδια που ήταν να τα τραγουδήσουν η Αλεξίου, ο Λιδάκης και εγώ. Στην αρχή ήταν να γράψει στίχους πάνω στις μελωδίες η Λίνα Νικολακοπούλου, η οποία αφού τις κράτησε έναν χρόνο για να γράψει, τότε πριν την Ολυμπιάδα, τελικά παραμονές των Αγώνων μου έστειλε πίσω την κασέτα λέγοντας: «επιχείρησα να κάνω το master μου αλλά δεν μου βγήκε».  Έπειτα ζήτησα από άλλους στιχουργούς να γράψουν, έγραψα και εγώ στίχους και έτσι έχουν προκύψει έντεκα τραγούδια. Τέσσερις μπαλάντες και εφτά λαϊκά τραγούδια. Το πρόβλημα είναι στις αντρικές φωνές που, πλέον, δεν βρίσκω, γιατί γυναικείες όλο και υπάρχουν. Από την άλλη εγώ δεν μπορώ να τραγουδήσω εξαιτίας της φωνής μου.

 

Για αυτό απέχετε και συναυλιακά;

Ναι, τα τελευταία έξι χρόνια μού έχει εμφανιστεί ένα πρόβλημα στη φωνή μου, μια ιδιοπάθεια, το οποίο δεν μου επιτρέπει να εμφανίζομαι ούτε σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές συνεντεύξεις. Οι τραγουδιστές χαρήκανε γιατί νόμιζαν οτι θα έπαιρναν το ρεπερτόριό μου, οι συνάδελφοι δεν ξέρω... (γέλια). Από την άλλη, το να μη τραγουδάω και να εμφανίζομαι ως μαέστρος σε μια μικρή ορχήστρα, να κουνάω δηλαδή τα χέρια μου μπροστά σε πέντε-έξι μουσικούς, το θεωρώ γελοίο. 

 

 

Το να λειτουργείτε ως συνθέτης;

Δεν μπορώ, πλέον, να το ξανακάνω. Δεν μπορώ να βλέπω άλλους να θησαυρίζουν εις βάρος μου. Το έζησα αυτό για πολλά χρόνια και μου είναι αδύνατο να το επαναλάβω. Τα χρήματα, δηλαδή, που έβγαλα τα λίγα χρόνια που τραγούδησα μόνος τα δικά μου τραγούδια, δεν τα είδα ούτε στον ύπνο μου την εποχή που έγραφα τα τραγούδια με τη τεράστια δημοτικότητά τους.

 

Να φανταστείς οτι από τις πωλήσεις τού «Στην Ελευσίνα μια φορά», το οποίο όποια πέτρα και αν σηκώσεις βρίσκεται από κάτω, είναι ζήτημα αν έβγαλα 20.000 δραχμές και αυτός που το τραγούδησε έγινε εκατομμυριούχος.

 

Αυτό το ταλέντο που φυτεύει στους ανθρώπους ο Θεός, χωρίς αντίστοιχη οικογενειακή μουσική παιδεία και παράδοση,  πώς το ερμηνεύετε;

Δεν ξέρω πώς να το ερμηνεύσω, θα πω, όμως, μια βαριά κουβέντα. Αν ζούσε ο πατέρας μου και δεν τον έχανα σε πολύ μικρή ηλικία, δεν θα γινόμουν μουσικός. Θεωρούσε οτι το να ασχοληθεί κανείς με τη μουσική είναι σαν μίασμα. Έλεγε στη μητέρα μου: «βιολιτζή θα το κάνουμε το παιδί;». Η δε μητέρα μου μού έλεγε: «Κοίτα ο Μπάμπης έχει μπλε μπλούζα και πάει στο ψιλικατζίδικό του, εγώ τι θα λέω για εσένα; Πού είναι το γραφείο σου»; Όταν, όμως, μετά έκανα επιτυχία, θυμάμαι το εξής περιστατικό: είχαμε συναυλία με τον Μπιθικώτση, στο Παλαί Ντε Σπορ της Θεσσαλονίκης, σε ένα ασφυκτικά γεμάτο στάδιο, 6.000 κόσμος,  και καθόμασταν μετά τη συναυλία στα αποδυτήρια, αλλά δεν ερχόταν κανείς να μας χαιρετήσει. Του λέω «Ρε Γρηγόρη, γιατί δεν μπαίνει κανείς;» Και μου απαντά: «Πώς να μπει που είναι η μητέρα σου έξω από την πόρτα». Τι είχε γίνει; Καθόταν η μητέρα μου μπροστά στην είσοδο της πόρτας και χαιρετούσε κάθε έναν που ήθελε να μπει μέσα να μας δει λέγοντάς τους: «Καλησπέρα σας, σας ευχαριστούμε πάρα πολύ. Είμαι η μητέρα του, είναι ο γιος μου» και εκείνοι τη χαιρετούσαν και έπειτα έφευγαν!

 

Υπήρχε κάποια επιρροή, κάποιος καθηγητής στο σχολείο;

Όχι, κανένας, στο σχολείο, μάλιστα, στο μάθημα της μουσικής, είχα το χειρότερο βαθμό από όλους τους βαθμούς μου γιατί δεν έκανα καλλιγραφικές νότες. Ήθελα όμως να σπουδάσω μουσική. Οι συμμαθητές μου αστειευόντουσαν μαζί μου και με έλεγαν «βιολαντζέρο» επειδή πήγαινα στο ωδείο και μάθαινα βιολί. Εγώ βέβαια είχα μαγευτεί από τον «ανθρώπινο» ήχο του βιολοντσέλου, επειδή όμως ήμουν κοντός και πολύ αδύνατος, οκτώ χρονών παιδάκι, δεν υπήρχε βιολοντσέλο στα μέτρα μου για αυτό και ασχολήθηκα με το βιολί. Να φανταστείς οτι το λεωφορείο δεν με άφηνε στη στάση στην Κουμουνδούρου, αλλά μπροστά στο Ωδείο  γιατί η μάνα μου είχε πει στον οδηγό να με αφήνει εκεί καθώς ήμουν πολύ μικρός. Μου έλεγε πάντως ότι αν αποφασίσω να ασχοληθώ με τη μουσική, αρκεί να μην πληρώνει, αφού δεν είχαμε χρήματα.

 

Τι θα συμβουλεύατε εσείς τους σημερινούς νέους;

Πρέπει να μάθουν να μη συγχέουν τη διασκέδαση και τον έρωτά τους με την εκτόνωσή τους και τη σκέψη τους με την πληροφορία. Θα πρέπει, επίσης, να μη συγχέουν την πολιτική τους τοποθέτηση με την πνευματική τους ανησυχία.

 

Πώς σχολιάζετε την πολιτική κατάσταση;

Είναι η πρώτη φορά που μια ηγετική ομάδα με έκανε να αισθάνομαι αν όχι  μια σιγουριά, πάντως μια περηφάνια ως προς τις έξω συνθήκες. Τι θα πετύχουν στο τέλος δεν ξέρω. Αυτό που πετύχανε είναι να μη μας έχουν του κλώτσου και του μπάτσου. Δεν με νοιάζει αν κάποια στιγμή μείνω και με ένα κομμάτι ψωμί, αρκεί που νιώθω την αξιοπρέπεια. Όσο χρονών είμαι, δεν με έκανε καμιά ηγεσία να τη νιώσω. Προσπαθούσα πάντα να τη νιώσω  κολυμπώντας εδώ κι εκεί.

 

Ανοίγοντας μια παρένθεση, ποια ήταν η παρουσία σας την περίοδο της δικτατορίας;

Την περίοδο της Χούντας δέχτηκα μόνο δυο ενοχλήσεις. Η πρώτη ήταν όταν είχε γράψει  ο Λιάνης στα «Νέα» οτι εγώ θα μελοποιούσα και στίχους του Παναγούλη, τον οποίο είχε φέρει ο Λιάνης στο σπίτι μου, όταν βγήκε από την πολυκλινικη, και έμενε με τη Φαλάτσι. Όντως μου είχε δώσει ο Παναγούλης το βιβλίο του με σημειωμένα τα ποιήματά του που θα ήθελε να μελοποιήσω, δεν το έκανα όμως, όχι για πολιτικούς λόγους, δεν φοβόμουν, αλλά για αισθητικούς, καθώς δεν μου άρεσαν επειδή ήταν πολύ συναισθηματικά. Με φωνάζει, λοιπόν, ο διοικητής της Ασφάλειας, που ήταν γαμπρός του Παπαδόπουλου και μου λέει για το κείμενο του Λιάνη: «Να μελοποιήσετε Ρίτσο, εντάξει» «αλλά όχι αυτού του εγκληματία!». Του απάντησα οτι δεν πρόκειται να το κάνω όχι για τίποτε άλλο αλλά γιατί δεν μου αρέσουν. Και πράγματι δεν υπήρχαν τα ποιήματα του Παναγούλη στο πρόγραμμα που παρουσιάζαμε τότε με τεράστια επιτυχία στο Ζυγό, με τη Μοσχολιού. Η δεύτερη ενόχληση ήταν με τον αρχιβασανιστή Μάλλιο, -τον οποίο δολοφόνησε η 17 Νοέμβρη- ο οποίος με είχε κρατήσει εννιά ώρες όρθιο στο γραφείο του λέγοντάς μου «Τώρα να σου κόψω τον κώλο ή όχι; Θα το σκεφτώ». Έφυγα από το γραφείο του τέσσερα κιλά πιο αδύνατος, αλλά δεν μου αγγίξανε ούτε τρίχα. Αυτή ήταν η σχέση μου με τη Χούντα.

 

Η στενοχώρια μου η μεγάλη, όμως, ήταν με τους τραγουδιστές οι οποίοι τραγουδούσανε τα τραγούδια μου και χόρευε ο Παπαδόπουλος. Καθόσουν στην τηλεόραση και άκουγες το τραγούδι σου και κρατιόσουν για να μη ξεράσεις. Πώς και να τους το απαγορεύσεις όμως;

 

Λογοκρισία όμως των τραγουδιών σας είχατε, έτσι;

Ναι, μου κόβανε τραγούδια και τα έβαλα μετά στις «Μαρτυρίες».

 

Με τη μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο δεν ασχοληθήκατε πολύ. Γιατί;

Δεν έτυχε, δεν μου ζητήθηκε. Για τον κινηματογράφο τραγούδια έγραψα, δεν ήταν τίποτα σημαντικό. Από τις μουσικές πάντως που έγραψα για τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, προέκυψαν τα τραγούδια στον «Άγιο Φεβρουάριο».

 

Ούτε είχατε ποτέ διοικητική θέση στα μουσικά πράγματα, π.χ. σε ορχήστρες ή στη ραδιοφωνία.

Ποτέ δεν είχα πάρει θέση γιατί ποτέ δεν μου την είχαν δώσει. Είμαι και λίγο αντιδραστικός, όπως είναι γνωστό, και θέλει και να κάνεις και χαμηλές δημόσιες σχέσεις. Μόνο μια φορά διηύθυνα την ορχήστρα της ΕΡΤ, παρουσιάζοντας την «Τετραλογία», με ερμηνευτή τον Δημήτρη Ψαριανό. Επίσης, έχω και μια «τραγική» εμπειρία από την ΕΡΤ. Κάποτε πήγα να πάρω κάτι λεφτά, για πρώτη φορά από εκεί. Ήταν η ώρα έντεκα και το ταμείο έκλεινε στις δύο. Πάω και βλέπω εκατό νοματαίους να στέκονται μπροστά μου. Φεύγω και πάω στο καφενείο και επιστρέφω σε μισή ώρα. Ο κόσμος παρέμενε. Ξαναπάω στο καφενείο και γυρίζω κατά τη μία. Τίγκα στον κόσμο ακόμα. Ξαναφεύγω και επιστρέφω δύο παρά δέκα. Ο κόσμος ακόμα εκεί.  Μπαίνω στο γραφείο τότε και ρωτάω «Καλά δεν φεύγει κανείς από εδώ;» Και μου απαντάνε «Ποιος να φύγει, αφού δύο η ώρα σχολάμε. Περάστε να πληρωθείτε». «Μα πώς να περάσω» απαντώ «αφού έχω μπροστά μου τόσο κόσμο που περιμένει». «Δεν περιμένουν να πληρωθούν» μου λένε «δουλεύουν εδώ». Δεν είχαν γραφεία και δουλεύανε όρθιοι...Τόσα άτομα σε ένα τόσο μικρό χώρο...

 

Ας περάσουμε στη δεύτερη περίοδο της δισκογραφίας σας, από το «Φράγμα» και μετά.

Στα τέλη του 1970 ήμουν έτοιμος να σταματήσω γιατί δεν έβρισκα ενδιαφέρον να γράψω πάλι μια «Ελευσίνα», δεν μου έλεγε τίποτα. Ξαφνικά αγάπησα πάλι το τραγούδι από μιαν άλλη πλευρά. Ο παραγωγός Γιώργος Μακράκης μου είπε οτι θέλει να με γνωρίσει ο Κώστας Τριπολίτης. Ήρθε σπίτι μου με ένα μπουκάλι κονιάκ και ξεκινήσαμε να δουλεύουμε τα τραγούδια.  Είχε φράσεις σκόρπιες και τις βάλαμε κάτω με την κιθάρα και μέσα σε μια βδομάδα είχαμε φτιάξει τα τραγούδια.

Τα λαϊκά τραγούδια όπως η «Νταλίκα» και οι «Κουβεντούλες με τον Φρόϋντ» μου έβγαιναν αβίαστα, χωρίς καν να χρησιμοποιώ την κιθάρα. Έφτιαχνα τις μελωδίες με τη φωνή μου.

 

Το «Δεν λες κουβέντα» έχει και μια πολύ χαριτωμένη ιστορία με την Μπέλλου... 

Το τραγούδι αυτό το έφτιαξα πάνω στα χνάρια του τραγουδιού «Πειραιώτισσα». Εγώ φοβόμουν οτι θα μας πάρουν χαμπάρι και θα λένε οτι ο Μούτσης αναμασάει τα ίδια, όμως ο Τριπολίτης έλεγε: «Τρελός είσαι; Αυτό είναι μαγικό!». Στο ρεφρέν του τραγουδιού είχε βάλει και άλλα λόγια, εγώ όμως ήθελα να το κάνουμε ερωτικό ώστε ό,τι αγριάδες λέει στα κουπλέ, να τις μελώσουμε. Καυγαδίζαμε μέχρι τις οκτώ το πρωί, άνοιγαν οι γείτονες  τα παράθυρα και μας έλεγαν να κάνουμε ησυχία. Τελικά, αφού ήπιαμε ένα ακόμα μπουκάλι κονιάκ, τον έπεισα! «Γυρεύοντας μιαν αλλιώτικη ζωή» του έλεγα. Αυτό είναι το ζουμί! Πήρα τηλέφωνο τον Πατσιφά και του τα έπαιξα. «Είμαι ενθουσιασμένος γιατί δεν θα πουλήσει» μου είπε. Της Μπέλλου, όταν κάναμε πρόβες το τραγούδι, δεν της είχα παίξει το ρεφρέν γιατί δεν θα της πήγαινε. Άρχισε τότε να αγριεμένη να μου λέει: «Όλο δεν... δεν... δεν... και όχι! Τι τραγούδι είναι αυτό! Ή θα βάλεις “παρολ' αυτά μωρή αγαπούλα μου εγώ σ΄ αγαπάω”, αλλιώς δεν το τραγουδάω.  Έκανα εξώδικο στον Πατσιφά!» «Μα έτσι είναι το τραγούδι» της έλεγα. «Ξέρεις κανένα τραγούδι που να λέει όλο δεν και δεν» μου απαντούσε. «Πώς δεν ξέρω. Του Βαμβακάρη». «Άστον τον σκατόγερο» μου έλεγε εκνευρισμένη!

 

Μετά το «Φράγμα» εμφανίζεστε, πλέον, ξεκάθαρά ως τραγουδοποιός. Στίχους γράφατε και παλαιότερα;

Έγραφα και την εποχή της συνεργασίας μου με τον Γκάτσο. Του έλεγα «Κύριε Γκάτσο, έχω μια ιδέα: Αύριο πάλι». Και έλεγε: «Ωραίο είναι». Και συνέχιζε «Θα ΄ρθω να σε βρω» και συνέχιζα εγώ «Κρίμα που δεν με πιστεύεις» και ακολουθούσε αυτός «Κρίμα που δεν ξέρεις πόσο σ' αγαπώ». «Σου αρέσει, Δήμο;» «Ναι», απαντούσα. «Γράφτο» τότε. Με αυτό θέλω να σου πω οτι και εκείνη την εποχή έβαζα τις δικές μου πινελιές. Μετά ελευθερώθηκα και άρχισα να γράφω όπως μιλάω και ακολουθούσε η μουσική. Στο λόγο, μάλιστα, είχα μεγαλύτερη ευκολία από  ό,τι έχω στον ήχο. Μόλις έβρισκα μια καλή αρχή π.χ. «Μην το ψάχνεις, δεν πειράζει» έβγαινε και το υπόλοιπο στιχουργικά και μουσικά.

 

 

«Έχω έναν θεό» γράφετε. Ποια είναι η σχέση σας με τα θεία;

Κατ' αρχάς μέσα σε αυτό το τραγούδι υπάρχει ο στίχος «Μέσα σ΄ ενα εβραϊκο παζάρι/ με πουλάει ο Θεός και μ' αφανίζει» τον οποίο εγώ ήθελα να τον αλλάξω σε «ένα βρώμικο παζάρι»,  όμως ο Πατσιφάς επέμενε να μείνει ως έχει. Η σχέση μου με τον Θεό όσο μεγαλώνω γίνεται όλο και πιο κοντινή,  από φόβο όμως και όχι στην πραγματικότητα από πίστη. Άθεος είμαι, όμως δεν ξέρω τι να σου απαντήσω.

 

«Για όλα φταίνε οι γκόμενες»... Υπήρξαν πηγή έμπνευσής σας;

Η τέχνη δεν είναι μόνο πώς θα ξεκινήσεις έναν πίνακα, αλλά και πώς θα τον τελειώσεις. Αν, λοιπόν, μια γυναίκα είναι αφορμή για να ξεκινήσεις έναν πίνακα είναι πολύ κακιά αφορμή για να τον τελειώσεις... (γέλια).

 

«Μια φυσαρμόνικα που κλαίει/ Με την ανάσα ενός παιδιού». Έχετε σκεφτεί πώς θα ήταν η ζωή και η καριέρα σας αν είχατε δικά σας παιδιά;

Δεν ξέρω. Δεν έχω και δεν μπορώ να συγκρίνω. Πάντως, έναν σκύλο που τον είχα από είκοσι ημερών και τον έχασα δωδεκάμιση χρονών, υπέφερα πάρα πολύ, να τον μεγαλώσω, να τον φροντίζω κ.τ.λ.  Φαντάζομαι οτι αν ήταν παιδί, θα είχα «χαραμίσει» τη μισή μου ζωή.

 

Σας απασχολεί η διαχείριση του έργου σας μελλοντικά;

Μη μου το θυμίζεις, δεν θέλω να ξέρω τι θα γίνει.

 

Αυτές τις μέρες ολοκληρώνεται η δημιουργία του προσωπικού σας site. Τι θα περιλαμβάνει;

Θα περιλαμβάνει τον κατάλογο των έργων μου, τους στίχους μου, εργογραφικό και βιογραφικό σημείωμα,  φωτογραφίες, ορισμένους ζωγραφικούς πίνακες που έχω δημιουργήσει και κάποια θετικά σχόλια για το έργο μου.

 

Τις κριτικές για τα έργα σας τις λαμβάνατε υπόψη;

Έχω δεχτεί και καλές και κακές κριτικές. Αν στην αρχή της πορείας του κάποιος λάβει αρνητικές κριτικές τού έρχεται πολύ άσχημα. Αν γίνει αυτό αργότερα, τότε έχει συνηθίσει και δεν τον πειράζει. 

Η ωραιότερη κριτική πάντως που έχω ακούσει είναι της μάνας μου. Την ημέρα που κάναμε τη συνέντευξη Τύπου για τον «Άγιο Φεβρουάριο», είχε ετοιμάσει μια πίτα και την έδωσε στον Μάνο Ελευθερίου λέγοντάς του να τη μοιράσει στους δημοσιογράφους. «Τι είναι αυτό,  κυρία μου», τη ρωτάει αυτός. «Πάρτε το παιδί μου να την προσφέρετε στους δημοσιογράφους. Πίτα του Αγίου Φανουρίου είναι, Άγιος...  Φανούριος κι ο δίσκος, θα κάνει μεγάλη εντύπωση...»

 

Κάνοντας, λοιπόν, έναν απολογισμό της καριέρας σας τι θα λέγατε;

Θα σου πω την αλήθεια, τώρα που έχουν περάσει τα χρόνια και αναλογίζομαι το τι έκανα, δεν είμαι και πολύ ευχαριστημένος. Το οτι μπορεί να έγραψα πέντε τραγούδια καλύτερα ίσως από κάποιον άλλον, δεν είναι τίποτα για μένα και τον χαρακτήρα μου. Μπορεί δίπλα μου να πέρασε κάτι και δεν το άγγιξα για αυτό και μέμφομαι τον εαυτό μου. Μπορεί να φταίει η ατυχία, μπορεί  αναβλητικότητά μου, δεν ξέρω. Πάντως, εκεί πού άλλοι στέκονται σε μένα και λένε «μπράβο» μέσα μου πάντα λέω «δεν είναι αυτό, κάτι άλλο έπρεπε». Τώρα, πλέον, που πέρασαν τα χρόνια είτε το λέω είτε όχι, είναι το ίδιο.

 

Και μια τελευταία ερώτηση. Ο Σαχτούρης έβαλε σκουλαρίκι όταν ήταν σε μεγάλη ηλικία δικαιολογώντας το ως εξής: «Είχα βαρεθεί την εικόνα μου. Πριν από λίγους μήνες το φόρεσα για αλλαγή. Και οι νέοι που τα φορούν για αλλαγή τα φορούν, για να μη μοιάζουν με τους πατεράδες τους!». Εσείς γιατί το φορέσατε;

Όταν μπήκα μέσα στο μαγαζί είπα «Σκουλαρίκι;». «Για ποιον;» με ρώτησε ο υπάλληλος.  «Για μένα» απάντησα. «Θαύμα» μου λέει... Το φόρεσα απλώς γιατί μου πάει. Τώρα θέλω να βάλω και κρικάκι, αλλά πρέπει να πάω ξανά να μου ανοίξει την τρύπα...