Πριν απ’ όλα βέβαια συνθέτης με τη συνεισφορά του στη θρυλική «Λιλιπούπολη» να αποτελεί μόνον ένα πολύ μικρό μέρος του έργου  του, δάσκαλος της μουσικής σε ωδειακό αλλά και τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό επίπεδο (στο Ιόνιο πανεπιστήμιο) αλλά και στέλεχος της ομάδας καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Μέγαρου Μουσικής από το ’93 και υπεύθυνος επί δέκα οκτώ πλέον χρόνια του κύκλου  Γέφυρες – ο οποίος ολοφάνερα αποτελεί ένα προσωπικό του στοίχημα – ο Δημήτρης Μαραγκόπουλος έχει πολλά να πει και με τις τρεις του ιδιότητες, στην συγκεκριμένη όπως περίπτωση προτάσσοντας την τελευταία. Όλα όμως συγκλίνουν σε μία διαπίστωση, ότι η επιβίωση του μουσικού γίγνεσθαι είναι τόσο σημαντική για την υγιή πολιτισμική ζωή του τόπου μας όσο και ο καθαρός αέρας για την ζωή μας!

 

Τι θεωρείτε ότι έχει συνεισφέρει μέχρι στιγμής το τμήμα Γέφυρες το οποίο διευθύνετε στο ΜΜΑ;

Η φιλοσοφία και ο κεντρικός στόχος του κύκλου αυτού είναι ακριβώς η δημιουργία γεφυρών α) με τους νέους, β) με τους μουσικούς πολιτισμούς του πλανήτη και γ) της μουσικής με άλλες τέχνες όπως ο χορός, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η σύγχρονη performance κ.λπ. Οι στόχοι αυτοί τα προηγούμενα χρόνια έδωσαν πολύ θετικά και ενθαρρυντικά αποτελέσματα με την εντυπωσιακή προσέλευση ενός «φρέσκου», νεανικού κοινού και την φιλοξενία παραστάσεων που απέδειξαν ότι το Μέγαρο δίνει μεν ειδικό βάρος στη λεγόμενη «κλασική» μουσική αλλά ταυτόχρονα είναι ένας χώρος ανοικτός σε ιδέες, πρωτοπόρα ρεύματα μα και άλλα είδη μουσικής.

 

Και τι προσδοκείτε να προσφέρει στο μέλλον;

Θα έλεγα ότι ο κύκλος αυτός είναι εν δυνάμει έτοιμος να ανοίξει ακόμα πιο έντονα το εύρος και το βάθος του σε συναρπαστικές διαδικασίες, έργα και καλλιτέχνες που ανανεώνουν  -  χωρίς μεγαλοστομίες και με σιωπηρή απλότητα - το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι. Δεν αναζητούμε έτσι μόνο νέα έργα αλλά και ανανεωμένους τρόπους επικοινωνίας με το κοινό δίνοντας έμφαση στους νέους.

 

Αν σας ρωτούσα να μου πείτε ειλικρινά τι έχει προσφέρει το ΜΜΑ στο ελληνικό μουσικό γίγνεσθαι τι θα μου λέγατε;

Θα απαντούσα ότι αναμφισβήτητα το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών άλλαξε το δυναμικό και το βεληνεκές της μουσικής αλλά και ευρύτερα της καλλιτεχνικής ζωής στην Ελλάδα. Πριν από όλα οι υποδομές του αλλά ταυτόχρονα και τα προγράμματα του συνιστούν ένα πολυδιάστατο κέντρο πολιτισμού και τέχνης που προσδίδει στη χώρα μας ένα πολύ υψηλό, ευρωπαϊκού μεγέθους, επίπεδο είτε φιλοξενίας είτε πρωτογενούς παραγωγής είτε διεθνούς συμπαραγωγής εκδηλώσεων. Επιπλέον η καθαρά εκπαιδευτική πλευρά του όπως για παράδειγμα η έξοχη Μουσική Βιβλιοθήκη του Συλλόγου Φίλων Της Μουσικής και τα εκπαιδευτικά του προγράμματα, η μοναδική σειρά διαλέξεων Megaron Plus και τα καθαυτά εκπαιδευτικά προγράμματα έχουν επιτελέσει ένα αληθινά ουσιαστικό έργο.

 

 

Λάθη και παραλείψεις όμως δεν έγιναν σε αυτή την πορεία; Τα όσα λέγονται για παράδειγμα περί κακοδιαχείρισης;

Ένας μεγάλος και σε πλήρη δράση οργανισμός είναι φυσικό να μην επιτύχει κάποιους στόχους του και ακόμα να μην δώσει κάποια έμφαση για μια περίοδο σε θέματα που θα μπορούσε. Έχω δει επανειλημμένα όμως κινήσεις «αυτοδιόρθωσης», βελτίωσης και δημιουργικής αναθεώρησης όπως η μείωση της τιμής των εισιτηρίων, ειδικές πολιτικές για νέους και άλλες ομάδες και ένα εντυπωσιακό άνοιγμα στην πόλη και στην κοινωνία στο οποίο επέμενε ιδιαίτερα ο νυν πρόεδρος του Μεγάρου κύριος Ιωάννης Μάνος. Οφείλω να σου πω ότι έχω ακούσει κατά καιρούς διάφορες κριτικές απόψεις ποτέ όμως για κακοδιαχείριση σε ένα χώρο που - από τα μέσα όπως τον ζω - είναι διαφανής μέχρι σχολαστικής ακρίβειας σε θέματα διαχείρισης.

 

 

Το ΜΜΑ δεν υποστηρίχθηκε από το κράτος;

Το ΜΜΑ στην αρχική του περίοδο υποστηρίχθηκε θετικά από το κράτος και είχε μια ετήσια επιχορήγηση που αντιστοιχούσε σε ένα πυκνό προγραμματισμό από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Ιούνιο, συμφωνικές ορχήστρες, όπερα, σολίστ, μουσική δωματίου, θέατρο, μεγάλοι κύκλοι και ελληνική μουσική κάλυπταν ένα πλουσιότατο φάσμα. Όλα αυτά  ενισχύθηκαν σημαντικά από ιδιωτικές χορηγίες και φυσικά από τα εισιτήρια που συχνά συντελούσαν καθοριστικά στην κάλυψη των εξόδων.

 

"Η σχεδόν αιφνιδιαστική και αδικαιολόγητη περικοπή του προϋπολογισμού και η μείωση των χορηγιών λόγω της οικονομικής κρίσης είναι ακριβώς οι παράγοντες που δημιούργησαν τα οικονομικά προβλήματα του Μεγάρου"

 

για τα οποία η Πολιτεία έχει εκδηλώσει το ενδιαφέρον και την απόφαση της να δώσει νομοθετική και οικονομική λύση.

 

 

Γιατί πιστεύετε ότι εδώ και αρκετό καιρό το ΜΜΑ δέχεται μια αρκετά έντονη επίθεση;

Οπως κάθε οργανισμός τέτοιου βεληνεκούς και μάλιστα πολιτισμικός και εντός μιας κοινωνίας με ετερόκλητες πολιτικές αλλά και πολιτιστικές απόψεις το ΜΜΑ είναι φυσικό να έχει κατά καιρούς δεχθεί κριτικές. Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι ήταν μια ηθική ενθάρρυνση για όλους τους εργαζομένους και φυσικά την Διοίκηση του Μεγάρου η θετική και ανεκτική στάση όλων των κομμάτων απέναντι στα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε το Μέγαρο και σε οτιδήποτε συμβάλλει στη λύση τους εφόσον διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή το συμφέρον κάθε πολίτη, καθενός από εμάς. Επίσης θεωρώ ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει δεκτά με πολύ θετικό τρόπο από τα μέσα ενημέρωσης και την κοινή γνώμη τα ουσιαστικά ανοίγματα του Μεγάρου προς την κοινωνία. Η χρήση των κήπων του για εκδηλώσεις, τα φθηνότερα εισιτήρια, ένας αέρας αν θέλετε πιο «ανοιχτός» και ανανεωτικός μοιάζουν καταρχήν να δίνουν νέα ζωή σε ένα περιβάλλον που μοιάζει συντηρητικό αλλά δεν είναι και παράλληλα είχαν μια ενθαρρυντική απήχηση μα και αλληλεπίδραση με την κοινωνία.

 

 

Γενικότερα θεωρείτε ότι η μουσική στην Ελλάδα και οι φυσικοί φορείς της, δημιουργοί και εκτελεστές, τελούν υπό διωγμό στην εποχή των Μνημονίων ή έστω δεν στηρίζονται όσο θα έπρεπε, οικονομικά και όχι μόνο;

Φυσικά η πρόσφατη δυσχερέστατη περίοδος έχει φέρει σε δύσκολη θέση μουσικούς, φορείς και θεσμούς. Στη χώρα μας δυστυχώς δεν υπάρχει μόνον έλλειψη πολιτιστικής στρατηγικής αλλά και ουσιαστικής αξιολόγησης με βάση την οποία θα έπρεπε να στηρίζονται με αντικειμενικά κριτήρια οι επιτυχημένοι οργανισμοί. Ένας θεσμός όπως το Μέγαρο όταν πηγαίνει καλά τροφοδοτεί και αντανακλά την επιτυχία του σε όλη την μουσική ζωή και πριν από όλα στους μουσικούς, δεδομένου μάλιστα ότι το Μέγαρο έδωσε ιδιαίτερη θέση στους Ελληνες μουσικούς, δημιουργούς και εκτελεστές και τους θεσμούς τους οποίους αυτοί στελεχώνουν όπως οι ορχήστρες ή η ΕΛΣ.

 

 

Ισχύει το ίδιο και για τις ορχήστρες ή σε αυτή την περίπτωση τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα;

Θα ξεκινήσω με την Καμεράτα καθώς μου φαίνεται αδιανόητο μια τόσο καλή και επιτυχημένη ορχήστρα να βρίσκεται σε τέτοιο οικονομικό αδιέξοδο εξαιτίας πλήρους εγκατάλειψης από την Πολιτεία.

Η Καμεράτα θριαμβεύει  και είναι η μόνη ελληνική ορχήστρα στην Ευρώπη που έχει τέτοια παρουσία. Δισκογραφεί αποσπώντας διθυραμβικά σχόλια, βραβεύεται συχνότατα και όμως κινδυνεύει να είναι η μόνη ορχήστρα παγκοσμίως που κινδυνεύει να καταρρεύσει ενώ γνωρίζει τέτοια επιτυχία! 

Παράλληλα βέβαια το κλείσιμο της Ορχήστρας Των Χρωμάτων, οι περικοπές στην ΚΟΑ και την ΚΟΘ, το κλείσιμο - έστω και προσωρινά ευτυχώς - των Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ είναι τραύματα όχι μόνο για τους μουσικούς αλλά και για τον πολιτισμό και την ίδια την ψυχή της χώρας μας.

 

 

 

Αντίστοιχα όμως οι Έλληνες μουσικοί και ιδιαίτερα οι δημιουργοί έχουν κατά την γνώμη σας σταθεί στο ύψος των περιστάσεων στην διάρκεια αυτής της τόσο δύσκολης περιόδου για την Ελλάδα και τον λαό της;

Οι Ελληνες μουσικοί, δημιουργοί και εκτελεστές, έδειξαν εξαιρετικά αντανακλαστικά και αληθινή ανάγκη να αντιδράσουν για να επιβιώσουν, πριν απ΄ όλα ως λειτουργοί της μουσικής. Συχνά χωρίς καν οικονομικά κίνητρα ανέπτυξαν πρωτοβουλίες που τους κράτησαν ζωντανούς και ενεργούς, βρήκαν νέους τρόπους αυτοδιαχείρισης και αυτοχρηματοδότησης αλλά και την αναγκαία αποφασιστικότητα για να περάσουν την δύσκολη περίοδο που όλοι ελπίζουμε ότι πλησιάζει το πέρας της.

 

 

 

Ας μιλήσουμε όμως λίγο και για την προσωπική δημιουργική σας δραστηριότητα. Δεν ακούμε συχνά έργα σας, οφείλεται σε φόρτο εργασίας λόγω των άλλων ιδιοτήτων σας (στο ΜΜΑ  και ως καθηγητής) και την συνεπαγόμενη έλλειψη χρόνου ή υπάρχουν νέες συνθέσεις σας που απλά δεν έχει δοθεί η ευκαιρία να παρουσιαστούν;

Είχα την μεγάλη χαρά να παιχτούν έργα μου στο εξωτερικό όπως στο Μόναχο και την Βενετία, στο Λιντς στην Πολωνία και την μοναδική εμπειρία να ακουστούν έργα μου στο Αβαείο και στον Καθεδρικό Ναό του Γουέστμινστερ στο Λονδίνο και του Καντέρμπερι. Είχα την χαρά στο παρελθόν να ακούσω έργα μου από την Ορχήστρα του BBC και την Φιλαρμονική της Μόσχας και αγαπώ ιδιαίτερα την όπερα. Η σύνθεση είναι η απόλυτη πρώτη αγάπη, επιλογή και προτεραιότητα μου και  όταν πρέπει μα γράψω ανακαλύπτω  την εικοστή πέμπτη  ώρα της ημέρας  και την όγδοη ημέρα της εβδομάδας!

 

 

Αυτό τον χειμώνα «επισκέπτεστε» ξανά το συνθετικό παρελθόν σας, το κάνετε επειδή αγαπάτε τόσο την «Λιλιπούπολη», εξαιτίας της φιλίας σας με την Ρεγγίνα Καπετανάκη, λόγω νοσταλγίας ίσως ή όντως συνιστούσε δημιουργική πρόκληση για εσάς;  

Ήταν μια δημιουργική πρόκληση την οποία αποτολμήσαμε με την αγαπημένη μου συνεργάτιδα Ρεγγίνα Καπετανάκη, την δημιουργό της Λιλιπούπολης.  Πρόκειται για μια νέα Λιλιπούπολη που ανέβηκε πρόσφατα στην Παιδική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και θα καλύψει όλη την χειμερινή και ανοιξιάτικη περίοδο. Η Λιλιπούπολη δεν υπήρξε ποτέ ένα «μουσείο», ήταν ανοιχτή σε ιδέες και ανανέωση και αυτό ισχύει και για την μουσική της. Τώρα κρίναμε ότι, μετά από πολλές επιτυχημένες  συναυλίες, ήρθε η στιγμή να δώσουμε μια άλλη, φρέσκια, μουσικοθεατρική Λιλιπούπολη, μια οπτικοακουστική παράσταση σε ένα πλήρως ανανεωμένο Εθνικό Θέατρο με νέα κείμενα, δικά μου τραγούδια, βίντεο και κοστούμια. Οι πρώτες παραστάσεις είχαν ένα ενθουσιώδες παιδικό και ενήλικο κοινό και ήδη η ζήτηση είναι εξαιρετικά μεγάλη.

 

 

Και το άλλο έργο επάνω στο οποίο δουλεύετε, το «Moby Dick»; Τι σας τράβηξε στο συγκεκριμένο βιβλίο, το έργο σας θα έχει την μορφή όπερας και υπάρχει κάποιος αρχικός έστω προγραμματισμός για το πότε, που και πως θα παρουσιαστεί;

Οπως προανέφερα λατρεύω  την όπερα, έχω ήδη γράψει τέσσερις που παίχτηκαν με επιτυχία σε χώρους όπως η ΕΛΣ και το Μέγαρο με αποκορύφωμα την συνεργασία μου με τον Αρκά σε μια όπερα - κόμικ πριν από χρόνια. Ναι,  δουλεύω επάνω στο «Μόμπυ Ντικ»  αλλά και  σε μια νέα όπερα - κόμικ. Οι πόρτες της Λυρικής βέβαια παραμένουν για την ώρα ερμητικά κλειστές, ο καιρός και οι δύσκολες αποφάσεις θα δείξουν τι θα γίνει...Το «Moby Dick» είναι ένα προφητικό μυθιστόρημα για την - νέα για την εποχή που γράφτηκε - επικίνδυνη σχέση του ανθρώπου με την φύση η οποία αγγίζει την αυτοκαταστροφή, το εξαιρετικό λιμπρέτο με το οποίο εργάζομαι είναι γεμάτο ποίηση και συμβολισμούς.

 

 

Υπάρχει κάποιο έργο – ανεξαρτήτως είδους και μορφής – το οποίο θεωρείτε ιδανικό για εσάς την δεδομένη στιγμή και θα θέλατε πάρα πολύ να σας παραγγελθεί/ανατεθεί;

Ναι, ένα συνδυαστικό έργο μεγάλης φόρμας που θα συνδέει την κίνηση, την εικόνα και το θέατρο με την μουσική. Μια σύγχρονη performance - παράσταση βασισμένη στο αρχαίο δράμα.

 

 

Σε ποιους άξονες και concepts θα κινηθούν εφέτος οι Γέφυρες και πόσο διαφορετικοί ίσως είναι από εκείνους των προηγουμένων ετών; Ποιες στιγμές του προγράμματος τους για την σεζόν ’14 – ’15 θα επισημαίνατε ως πιο σημαντικές;

Οι εφετινές Γέφυρες δίνουν ιδιαίτερο βάρος στους μεγάλους μουσικούς πολιτισμούς του πλανήτη, Ιαπωνία, Κορέα και άλλες χώρες θα είναι παρούσες. Παράλληλα υπάρχουν προγράμματα για νέους όπως το Revolutions Per Minute που αποτέλεσε μιαν εισαγωγή στη μουσική τέχνη του DJ-ing , παραστάσεις που συνδυάζουν την μουσική με την τέχνη του τσίρκου αλλά και ντοκιμαντέρ με ζωντανή μουσική.

 

 

Και τέλος, τι ελπίζετε και εύχεστε για το μέλλον της «όλης» μουσικής στην χώρα μας; Θα προσπαθήσετε να συμβάλλετε και ο ίδιος στην πραγμάτωση του και με ποιο τρόπο;

Συμβάλλω καθημερινά όσο μπορώ και με κάθε τρόπο, καλλιτεχνικά, εκπαιδευτικά και συνολικά πολιτισμικά γιατί η μουσική είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής ζωής μιας χώρας. Αν κάτι υποβαθμίζει τον πολιτισμό μας αυτή την στιγμή δεν είναι τόσο η κρατική αδυναμία όσο κυρίως η έλλειψη στρατηγικής και αξιολόγησης. Αν αντίστοιχα κάτι τον κρατάει ζωντανό είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι και οι φορείς του και σίγουρα ένα όχι μικρό και ιδιαίτερα δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας που με χίλιους τρόπους δηλώνει την δίψα και την κυριολεκτικά υπαρξιακή του ανάγκη για την ουσία μιας χώρας σαν την Ελλάδα που βέβαια δεν είναι παρά ο πολιτισμός της και το έμφυτο ήθος της.