Έτος 1978. Ο Θάνος Μικρούτσικος ολοκληρώνει ύστερα από 5 χρόνια τη μελοποίησή του στον λόγο του Μπρεχτ σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη, Πέτρου Μάρκαρη και Αγγέλας Βερυκοκάκη με ερμηνευτή τον ίδιο και τον Γιάννη Κούτρα, με τον οποίο συνεργάζεται δισκογραφικά για πρώτη φορά. «Άννα μην κλαίς θα γυρέψουμε βερεσέ απ’ τον μπακάλη…», «Εγώ ο Μπερλτοτ Μπρέχτ είμαι απ’ τα μαύρα δάση…» κλπ. Έχει ήδη κυκλοφορήσει 4 δίσκους και συγκαταλέγεται δυναμικά στην τότε νέα γενιά συνθετών. Η «Μουσική πράξη στον Μπρέχτ παρουσιάζεται ζωντανά στον Φιλοπρόοδο Όμιλο Υμηττού, εκεί όπου θα παρουσιαστεί και τώρα - 37 χρόνια μετά - στις 16 και 17 Γενάρη με ερμηνευτές τον Κώστα Θωμαΐδη και την Άννα Λινάρδου. (Μαζί με το έργο αυτό θα παρουσιαστεί και ο κύκλος τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι «Ο Κύκλος με την κιμωλία» σε ποίηση Μπρεχτ και μετάφραση Ελύτη). Πριν μιλήσουμε όμως για τις συναυλίες αυτές και τον Μπρεχτ είπαμε δυο κουβέντες για τα γεγονότα του Παρισιού.

 

Με αφορμή τα γεγονότα του Παρισιού πιστεύετε ότι έρχεται μία εποχή που θα ξαναζήσουμε στιγμές έντονης και ακραίας λογοκρισίας στην κοινωνία και την Τέχνη;

Αρχικά θέλω να ξεκαθαρίσω προς όλες τις κατευθύνσεις – προς αποφυγή παρεξηγήσεων – ότι είμαι εναντίον της ατομικής τρομοκρατίας. Είναι δεδομένο αυτό. Δεν το αποδέχομαι. Θέλω όμως να σημειώσω ότι οι Δυτικές χώρες, η Ευρώπη δηλαδή και οι Ηνωμένες Πολιτείες, εδώ και πολλά χρόνια έχουν ταράξει τη Λατινική Αμερική, την Αφρική, τη Μέση Ανατολή και τις χώρες της εγγύς και της πέραν Ασίας. Οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί από επεμβάσεις των Δυτικών όλα αυτά τα χρόνια έχουν δυστυχώς κι αυτό το τίμημα. Ως μη όφειλε να υπάρχει αυτό το τίμημα βέβαια, αλλά οι άνθρωποι οι οποίοι φτάνουν σε ένα απόλυτο αδιέξοδο λειτουργούν με το δικό τους τρόπο.

 

Η τρομοκρατία δηλαδή είναι τα αντίποινα στην αποικιοκρατία;

Για μένα δεν μετριέται ούτε με την ποσότητα, ούτε με το χρώμα αλλά δεν έπρεπε ο κόσμος να είναι αλλιώς; Η Ευρώπη στήριξε την ανάπτυξή της τον 20ο αιώνα στην τρομακτική αποικιοκρατία. Δεν έμεινα τίποτα στην Αφρική και βλέπουμε τώρα πως σπαράσσονται αυτές οι χώρες. Και μην πούμε για το επίπεδο ή για τους εμφύλιους γιατί τα περισσότερα είναι καθεστώτα που στηρίζουν οι Δυτικοί. Τα κάνανε μπάχαλο στη Λιβύη, τα κάνανε μπάχαλο στο Αφγανιστάν, διαλύσανε το Ιράκ, διαλύουνε τη Συρία, αφού διαλύσανε τη Ρουάντα. Δυστυχώς ευθύνονται πάρα πολύ όλοι αυτοί οι τύποι που κλαίνε με μαύρο δάκρυ αυτή τη στιγμή.
Χωρίς να σημαίνει – για να αποφύγω την παρεξήγηση – ότι υπάρχει μία στο εκατομμύριο να είμαι υπέρ της ατομικής τρομοκρατίας. Δεν βγαίνει τίποτα με το να την πληρώνουν αθώοι άνθρωποι. Απλώς όσο περνάει ο καιρός τα πράγματα θα γίνονται ακόμα πιο σκληρά.

 

 

Να έρθουμε τώρα στην αφορμή της κουβέντας μας. Μιλάμε για μία εργασία που βγήκε πριν από 37 χρόνια. Γιατί αυτή τη συγκεκριμένη δουλειά μετά από τόσα χρόνια και όχι κάποια άλλη νεότερη;

Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι. Κατ’ αρχήν η μουσική πράξη στον Μπρεχτ είναι ένα έργο που εγώ προσωπικά θεωρώ οριακό για τη δουλειά μου που ανάγεται στο χώρο του τραγουδιού. Το δούλεψα από το 1972 έως το 1977 και το παρουσίασα ολοκληρωμένο το 78.

Από τότε, κυρίως την πρώτη περίοδο, έγιναν πολλές παρουσιάσεις ολόκληρου του έργου. Δεν το έβαλα όμως στα συρτάρια. Το επανέφερα αρκετές φορές κατά καιρούς. Χωρίς να είμαι υπερβολικός από την πρώτη φορά που το παρουσίασα πρέπει να έχει παιχτεί πάνω από 100 φορές ολοκληρωμένο και σε διαφορετικές περιόδους. Όχι μόνο τα πρώτα χρόνια αλλά και μέσα στη δεκαετία του 80 και του 90. Πρέπει να σου πω επίσης ότι εδώ και 3 χρόνια το έργο έχει παρουσιαστεί ολόκληρο τουλάχιστον έξι φορές και στην Αθήνα και στην περιφέρεια. Είναι ένα έργο που θεωρώ ότι είναι διαχρονικό, αλλά κυρίως είναι ένα έργο οριακό για μένα. Αυτός είναι ο ένας λόγος που το ξαναπαρουσιάζω.

 

Ο δεύτερος είναι πολύ συναισθηματικός. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε πριν ακριβώς 37 χρόνια στον ίδιο χώρο. Ο ΦΟΥ κλείνει 60 χρόνια ζωής και έχει μία ιστορία την οποία οι νεότεροι δεν γνωρίζεται και φυσικά δεν ευθύνεστε για αυτό. Ήταν μία εστία ουσιαστικού πολιτισμού. Εγώ τότε μαζί με τον Μιχάλη Γρηγορίου είχαμε κάνει το Μουσικό Εργαστήρι και συνεργαστήκαμε με τα παιδιά του Φιλοπρόοδου Ομίλου παρουσιάζοντας συναυλίες πολύ υψηλών προδιαγραφών προχωρημένες ακόμα και για σήμερα.

 

Θυμάμαι μάλιστα ότι σε μία από αυτές τις συναυλίες είχα πάει με την πρώτη γυναίκα μου που ήταν έγκυος στη μεγάλη μου κόρη και έσπασαν τα νερά σε μία συναυλία του εξαιρετικού μουσικού Βαγγέλη Μπουντούνη.

Τα παιδιά αυτά εκεί τα συνάντησα την τελευταία χρονιά της δικτατορίας. Τότε εγώ είχα φτιάξει ένα πρόγραμμα με τη Μαρία Δημητριάδη, την Αφροδίτη Μάνου, τον βαρύτονο, Θόδωρο Δημήτριεφ και παρουσιάζαμε ένα σπουδαίο πρόγραμμα στην πλάκα όπου ήρθε η δικτατορία του Ιωαννίδη κάποια στιγμή και έκλεισε το μαγαζί τον Μάρτιο του 1974. 

 

Ο λόγος του Μπρεχτ «δυστυχώς» ήταν είναι και θα είναι επίκαιρος;

Αυτά που έγραψε ο Μπρεχτ τα έγραψε τη δεκαετία του 20 και του 30 όπου ανερχόταν ο ναζισμός με τα γνωστά αποτελέσματα. Εκεί στη Γερμανία είχε δημιουργηθεί μία πολύ δυνατή καλλιτεχνική ομάδα στην οποία συμμετείχε ο Μπρεχτ. Η ερμηνεία που έδωσε ο Μπρεχτ στα μουσικά πράγματα του καιρού του δεν είναι μία προφητική ερμηνεία. Ο μεγάλος καλλιτέχνης - και ο Μπρεχτ ήταν ένας από αυτούς – βλέπει πράγματα που είναι κρυμμένα και ο υπόλοιπος κόσμος ή δεν τα αντιλαμβάνεται ή αργεί να τα δει. Δεν είναι προφήτης. Είναι πιο ευαίσθητος από άλλους. Μπορεί ο κόσμος να άλλαξε ο κόσμος. Μπορεί ο καπιταλισμός να μην είναι ίδιος με αυτόν της δεκαετίας του 30, τα βασικά χαρακτηριστικά του όμως παραμένουν γιατί παραμένει αυτό στο οποίο στηρίζεται. Η εκμετάλλευση από άνθρωπο σε άνθρωπο. Στον καπιταλισμό ιστορικά οι άνθρωποι δουλεύουν στις δουλειές που φτιάχνουν κάποιοι και το συντριπτικό πλεόνασμα πάει σε ελάχιστα χέρια. Όταν λοιπόν υπάρχει αυτό είναι δεδομένο ότι κάποιοι επιστήμονες ή κάποιοι καλλιτέχνες τα είδαν εγκαίρως και για αυτό ο λόγος του Μπρεχτ παραμένει επίκαιρος. Αν αλλάξεις τον μπακάλη του «Άννα μην κλαις» με το σούπερ μάρκετ είσαι στο σήμερα.

 

Ένα στοιχείο που ξεχωρίζει τους μεγάλους καλλιτέχνες είναι η διαχρονικότητά τους;

Ο Μπρεχτ δεν είναι απλά ένας καλλιτέχνης. Έχουμε συζητήσει και μαζί ότι υπάρχουν καλλιτέχνες που έδωσαν σπουδαία πράγματα και είναι σημαντικοί αλλά υπάρχουν και καλλιτέχνες που χωρίς αυτούς η τέχνη θα ήταν άλλη από αυτή που είναι σήμερα. Ένας από τους είναι ο Μπρεχτ. Στο θέατρο με τη μέθοδο της αποστασιοποίησης κυριολεκτικά έκανε μία τομή. Το θέατρο μετά τον Μπρεχτ είναι άλλο.

 

Θα κάνατε σήμερα ένα δίσκο με τέτοιο πολιτικό λόγο;

Αν κάποιος δει το σύνολο του έργου μου θα παρατηρήσει ότι σταθερά υπάρχουν σε πάρα πολλά έργα μου όλα αυτά τα χρόνια τέτοιας γραμμής κείμενα. Ακόμα και στη δημοφιλή «Ρόζα» μου το κείμενο που έγραψε ο Αλκαίος είναι ένα τέτοιο κείμενο. Έγραψε: «Πως η ανάγκη γίνεται ιστορία, πως η ιστορία γίνεται σιωπή». Τα κείμενα που χρησιμοποιώ θέλω πάντα να εκφράζουν με τον έναν ή το άλλο τρόπο τη δραματική συγκυρία. Εγώ εκτός δραματικής συγκυρίας δεν είμαι ούτε στο πιο αφελές μου τραγούδι.

 

Έχω την αίσθηση ότι τα τελευταία χρόνια νοσταλγείτε έντονα την πρώτη σας καλλιτεχνική δεκαετία...

Επειδή δεν πιστεύω στο Θεό, δοξάζω αυτό που με κρατάει. Γιατί όπως όλοι μας έτσι κι εγώ έχω πέσει από το σκοινί επειδή δεν επέλεξα να κλειστώ στον πύργο μου ή στις σιγουριές μου. Και αυτό είναι θέμα χαρακτήρα. Το να έχεις συνεχή παρουσία και λόγο στα πράγματα είναι μια συνεχή σχοινοβασία. Ακόμα και ο πιο καλός σχοινοβάτης κάποια στιγμή θα πέσει. Το στοίχημα που εγώ έβαλα, και ελπίζω να μη θεωρηθεί εγωιστικό σε όσους διαβάσουν αυτή τη συνέντευξη, είναι πως όταν έπεσα ξανασηκώθηκα πάλι και πήγα να ισορροπήσω πάνω στο σχοινί. Και ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης αυτό που πέτυχα είναι όταν πέφτω να ξανασηκώνομαι. Και από τη στιγμή που το πέτυχα αυτό, μέχρι τέλους θα το πάω έτσι.

 

Εκτός από το δικό σας έργο θα παρουσιάζεται και τον «Κύκλο με την Κιμωλία» του Μάνου Χατζιδάκι.

Είναι ο άνθρωπος που στη δεκαετία του 50 μελοποίησε Μπρεχτ για τις ανάγκες μιας παράστασης του Θεάτρου Τέχνης. Βέβαια, το είχα πει και στον ίδιο όσο ζούσε, ότι μάλλον και λόγω της σκηνοθετικής ματιάς, δεν αντιμετώπισαν τον Μπρεχτ με μπρεχτικό τρόπο. Είναι εξαιρετικά τραγούδια μεν, πολύ καλή η μετάφραση, αλλά ο Κουν δεν είχε κατανοήσει τον Μπρεχτ, όπως το ίδιο είχε συμβεί στους περισσότερους σκηνοθέτες τότε σε παγκόσμιο επίπεδο. Και ο Κουν ήταν ένας από τους σκηνοθέτες αυτούς. Για λόγους ιστορικούς λοιπόν και επειδή είναι πολύ ωραία τραγούδια, αν βγάλεις αυτήν την παρατήρηση, θέλω να τα παίξω επειδή προηγήθηκαν της δικής μου δουλειάς. Θα τα παρουσιάσω πιάνο-φωνή με την Άννα Λινάρδου, προσπαθώντας στην ίδια μελωδία να της διδάξω έναν άλλο τρόπο εκφοράς.